Πώς η Δανάη έγινε μητέρα χάρη στην καλοσύνη της καρδιάς της
Η Δανάη ανεβαίνει την πολυκατοικία στη Νέα Σμύρνη κι αντικρίζει μια κούτα μπροστά στην πόρτα της. Κοντοστέκεται παραξενεμένη. Μέσα, κουλουριασμένα, ένα σκυλάκι και μια γάτα. Τα μάτια τους, γεμάτα τρόμο, καρφώνονται πάνω της καθώς τρέμουν.
Τι είναι αυτό; Ποιοι είστε; ρωτάει αυθόρμητα η Δανάη, λες και θα της απαντούσαν τα ζωντανά.
Εκείνη τη στιγμή, ανοίγει η διπλανή πόρτα και η κυρά-Ρίτα ξεπροβάλλει.
Α, Δανάη μου, καλησπέρα. Βλέπεις τι έγινε; Η Βαλάντω από τον δεύτερο όροφο έφυγε από τη ζωή, η ανιψιά της δεν κατάφερε να βρει σε ποιον να δώσει τα ζώα.
Σε όλους πρότεινε, αλλά κανείς δεν τα θέλει. Εγώ έχω δική μου γάτα, δεν ανέχεται άλλους, ενώ άλλοι έχουν αλλεργίες Εσείς με τον Βασίλη, μήπως; Δεν έχετε παιδιά, είστε νέα, έχετε καλή δουλειά.
Δεν σκοπεύαμε να πάρουμε ζώα, πόσο μάλλον δυο μαζί απαντά χαμένη η Δανάη.
Δεν κάνουν να τα χωρίσεις. Έχουν συνηθίσει μαζί, δύσκολο θα τους είναι. Ακόμη και κοιμούνται αγκαλιά. Η Μαρίκα τα έβγαζε βόλτα πάντα μαζί, καμία ιδιαίτερη φασαρία δεν είχαν ποτέ.
Μήπως τα παίρνατε; παρακαλεί η κυρά-Ρίτα σχεδόν ικετευτικά.
Κι αν δεν τα πάρουμε; Τι θα απογίνουν; ρωτά η Δανάη.
Λένε πως θα τα πάνε για ευθανασία Να κι η κούτα έτοιμη. Το διαμέρισμα πουλήθηκε, οι καινούργιοι δεν τα θέλουν εξηγεί η κυρά-Ρίτα.
Τη στιγμή εκείνη μπαίνει στην είσοδο κι ένας άντρας. Κοιτάζει τη Δανάη και δείχνει το κουτί:
Δεν τα θέλετε να τα κρατήσετε; Ήσυχα είναι, τρώνε λίγο, κι είναι πια μεγάλα Δεν τα θέλει κανείς Κρίμα. Τα αγαπούσε πολύ η θεια τους.
Εντάξει, φέρ τα μέσα. Δεν αντέχω καν στην ιδέα της ευθανασίας. Πώς τα λένε; Εμείς μένουμε εδώ μόνο δύο χρόνια, σχεδόν δεν ξέρουμε κανέναν ψηφίζει τελικά η Δανάη. Ο άντρας χαμογελά και φέρνει το κουτί στο διάδρομο.
Το σκυλάκι το λένε Λεωνίδα και το γάτο Νέστορα. Σας ευχαριστώ πολύ ακουμπάει στο τραπεζάκι μια χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ και το λουρί του σκύλου, για τις πρώτες μέρες, τουλάχιστον. Να στε καλά
Η Δανάη κλείνει την πόρτα και βγάζει το παλτό της. Κάθεται δίπλα στα δυο πλάσματα και αρχίζει να τους μιλάει ήρεμα.
Λοιπόν, παιδιά; Ο Βασίλης θα πάθει σοκ τώρα που έρθει. Τι θα κάνατε αν μας έδιωχνε όλους έξω; Αλλά είναι καλός, σίγουρα θα δεχτεί αυτή τη νέα παρέα λέει με γλυκιά φωνή.
Μην ανησυχείτε, κανείς δεν θα σας πειράξει εδώ μέσα. Μα, να θέλουν να σας κάνουν ευθανασία; Ούτε να το ακούω
Ο γάτος, λες και κατάλαβε, τρυπώνει έξω από το κουτί και αρχίζει να τριγυρνά το σπίτι. Το σκυλί κάθεται ακόμα, διστακτικό, παρακολουθώντας την κυρία και τον φίλο του.
Η Δανάη πάει κουζίνα και ανοίγει το ψυγείο. Τροφή για σκύλους και γάτες δεν υπάρχει φυσικά. Βράζει λοιπόν λίγο ρύζι, βάζει και κομματάκια κοτόπουλο και αποφασίζει να ταΐσει και τους δυο έτσι.
Ο γάτος, αφού εξερευνήσει το σπίτι, πηγαίνει στην κουζίνα και αρχίζει με ενδιαφέρον να δοκιμάζει το φαγητό. Η Δανάη καλεί και τον σκύλο μες στη χαρά.
Ο Λεωνίδας, μετά από λίγο, βλέπει τον Νέστορα να τρώει με όρεξη και πλησιάζει διστακτικά τη Δανάη κοιτώντας την με λυπημένα μάτια.
Γυρίζει από τη δουλειά ο Βασίλης, ο άντρας της. Δεν το κρύβει, ξαφνιάζεται πολύ, αλλά τελικά συμφωνούν ότι, αν βρεθούν άνθρωποι με μεγαλύτερο σπίτι ή αυλή, ίσως είναι καλύτερο.
Τέσσερα χρόνια παντρεμένοι η Δανάη κι ο Βασίλης, το διαμέρισμα το αγόρασαν μόλις πριν δύο χρόνια. Αγαπιούνται πολύ, ζουν ήρεμα, μόνο που το ότι δεν έχουν παιδί τους βαραίνει.
Εσύ που είσαι τόσο νοικοκυρά, δεν ήθελες ούτε να σκέφτεσαι ζώα λέει απορημένος ο Βασίλης.
Νόμιζα πως θα είχαμε παιδί Ενώ αυτά; Για ευθανασία! Δεν άντεξα να το ακούσω Συγγνώμη τα μάτια της βουρκώνουν.
Κι εγώ αγαπώ τα ζώα. Ε, τι να κάνουμε, θα τα προσέχουμε, αύριο θα πω σε κανέναν στη δουλειά, μήπως τα θέλει κανείς. Την αγκαλιάζει ο Βασίλης.
Από εκείνη τη μέρα, αλλάζει η ζωή τους. Ο γάτος και ο σκύλος συνηθίζουν γρήγορα. Το σπίτι που έμεναν πριν ήταν ακριβώς από πάνω, ίδιο διαμερισματάκι, ίδια αυλή.
Μπράβο, παιδιά, λες και πάντα εδώ ήσασταν! τους λέει η Δανάη.
Το σκυλί το βγάζει τρεις φορές τη μέρα βόλτα, ενώ ο γάτος παίρνει άνετα τον αέρα του από το παράθυρο και ξαναμπαίνει.
Η κυρά-Ρίτα πολύ χαίρεται που η Δανάη κράτησε τα ζώα, και τα βοηθάει φέρνοντας κρεατάκια στον Λεωνίδα και περίσσευμα φαγητού για τον Νέστορα.
Τα απογεύματα, Βασίλης και Δανάη γελάνε ξεκαρδισμένοι βλέποντας τις σκανταλιές του γάτου με τα καινούρια παιχνίδια και τον σκύλο να ρουφάει τον ύπνο στη μαλακή καινούρια του θέση.
Τα δυο ζώα κοιμούνται πάντα μαζί, δεν αποχωρίζονται στιγμή, κι ο ζευγάρι καταλαβαίνει ότι δεν θα μπορούσαν να τα χωρίσουν ποτέ.
Ύστερα από λίγους μήνες, αποφασίζουν να μη βρουν άλλον να τα πάρει· τόσο τα έχουν αγαπήσει, θα τους έλειπαν αν έφευγαν.
Κάθε Σάββατο έρχεται η μάνα της Δανάης για καφέ. Πολύ τα έχει συμπαθήσει κι εκείνη, αν και στην αρχή της έκανε εντύπωση το «δωράκι» της κόρης της.
Θα έπαιρνα το γατούλη, αλλά μένω στον τρίτο και του αρέσει να βολτάρει λέει με κατανόηση.
Όχι, μαμά. Εσύ θα έρχεσαι να με βοηθάς στις διακοπές μας, να τα προσέχεις και να ποτίζεις τα λουλούδια.
Έρχεται το καλοκαίρι και πάνε διακοπές στο Ναύπλιο. Η Δανάη τηλεφωνεί στη μάνα καθημερινά ανησυχώντας.
Όλα καλά, τρώνε, κοιμούνται παρέα, βόλτα στο πάρκο κάθε μέρα! Ξεκουραστείτε! τη διαβεβαιώνει.
Όταν επιστρέφει, μένει κατάπληκτη με το πώς την υποδέχονται ο Λεωνίδας και ο Νέστορας· ο σκύλος ουρά, χαρές, φωνές.
Ο γάτος, μετά το «σόου» του σκύλου, τρέχει στον Βασίλη και τρίβεται, γουργουρίζοντας, στα πόδια του.
Βλέπεις; Μας αγαπάνε τα τετράποδά μας γελάει ο Βασίλης. Η Δανάη χαϊδεύει απαλά τον Λεωνίδα κι αρχίζει να ταΐζει τους φίλους της.
Πλέον σηκώνεται νωρίτερα, για χαλαρή πρωινή βόλτα και πρωινό για τους τετράποδους συγκάτοικους.
Και δυο μήνες μετά, η Δανάη με λαχτάρα ανακοινώνει στον Βασίλη πως, επιτέλους, περιμένουν μωρό. Πόση χαρά, τι ευτυχία!
Η μητέρα της της λέει:
Δεν στα έστειλε τυχαία ο Θεός, κόρη μου. Ήταν δοκιμασία της καρδιάς σου. Ορίστε, σε αντάμειψε. Ώρα να ετοιμαστείς για τη μητρότητα!
Έτσι είναι, μαμά. Κι ας μην πιστεύω σε σημάδια Μα εμένα εδώ έγινε η σωστή προετοιμασία με τα τετράποδα παιδιά μου.
Και η φροντίδα, και το νοικοκυριό, και η τρυφερότητα Είναι κι αυτά παιδιά!
Θες να τα πάρεις εσύ όσο γεννηθεί το μωρό; ρωτά προσφέροντας βοήθεια η μάνα.
Όχι, μαμά. Θα τα καταφέρουμε. Έλα να κάνεις βόλτα στο πάρκο με το καροτσάκι όταν έρθει ο καιρός ή να φυλάξεις λίγο το μωρό.
Κι αγκαλιάζονται ζεστά.
Η εγκυμοσύνη κύλησε ήρεμα, και στην ώρα της, η Δανάη φέρνει στον κόσμο ένα αγοράκι. Ο Βασίλης περηφάνια, χαρά, όλη η οικογένεια γιορτάζει.
Ο Λεωνίδας, λόγω ηλικίας και ήσυχου χαρακτήρα, ποτέ δεν γαβγίζει.
Ο Νέστορας άγρυπνος, γεμάτος ζωή, χαίρεται τα παιχνίδια του στην αυλή ή πηγαίνει μέχρι τη λεμονιά του κήπου. Όλοι μαζί, μια παρέα αγαπημένη και δεμένη.
Οι γειτόνισσες, με τη βοήθεια της κυρά-Ρίτας, διηγούνται πια σε όλη τη γειτονιά πώς η Δανάη έγινε μάνα χάρη στην καλοσύνη της ψυχής της.
Τη διηγείται σαν αληθινό θαύμα, απόδειξη ότι το σύμπαν ανταποδίδει με την καλοσύνη!
Εσείς τι λέτε, δίκιο έχει η κυρά-Ρίτα; Σχολιάστε και βάλτε μια καρδούλα αν σας άγγιξεΚι όσο περνούν τα χρόνια, το σπίτι ποτέ δεν ξαναγέμισε μοναξιά. Ο μικρός Ανδρέας, δίπλα στο χαλί, μεγάλωσε δίπλα σε νιαουρίσματα και απαλά γαβγίσματα, μαθαίνοντας από τα πρώτα του βήματα να δίνει και να παίρνει αγάπη χωρίς όρους. Οι φωτογραφίες που στόλισαν τους τοίχους έγιναν γεμάτες με στιγμιότυπα από ζωηρά γέλια, παιχνίδια κάτω από το τραπέζι, κοιμησμένους ήρωες αγκαλιά, μακριά απογεύματα στην αυλή όπου σκύλος, γάτος και παιδί κουρνιάζουν στο ίδιο σεντόνι.
Κάθε βράδυ, λίγο πριν κοιμηθούν, η Δανάη κοίταζε το μικρό της σπίτι γεμάτη ευγνωμοσύνη, βλέποντας πλέον με άλλα μάτια τη ζωή: ένα απλό κουτί στην πόρτα ήταν αρκετό για να ξεκινήσει εκείνη η αλυσίδα χαράς. Ήξερε πια ότι η μητρότητα δεν μετριέται μόνο στο αίμα, αλλά στον τρόπο που ανοίγεις την αγκαλιά σου σε αυτό που χρειάζεται φροντίδα.
Και, όταν ο Ανδρέας ρωτούσε με απορία πώς ήρθε ο Λεωνίδας και ο Νέστορας στη ζωή τους, η Δανάη του χαμογελούσε και απαντούσε: «Ήρθαν για να μας μάθουν πώς αγαπάμε βαθιά, πριν ακόμη έρθεις εσύ να μας τελειώσεις το μάθημα». Μετά έσβηναν τα φώτα, άκουγαν τις βαθιές ανασασιές απ’ τα κατοικίδια, κι η καρδιά της ήταν πάντα γεμάτη.
Γιατί, όπως ψιθύριζε κι η κυρά-Ρίτα στις διπλανές πόρτες, η καλοσύνη πάντα γυρίζει πίσω, με τον πιο όμορφο τρόπο. Και μερικές φορές, οι οικογένειες μεγαλώνουν ακριβώς όπως το χρειαζόμασταν, κι ας μην το ξέραμε.





