Πού αντηχεί η μελωδία

Ο Μάνος Παπαδόπουλος είχε μόλις προλάβει να βγάλει το παλτό του και να βγάλει από τη τσάντα του τον φάκελο με τις παρτιτούρες, όταν στην πόρτα της αίθουσας κόλλησαν ένα χαρτί, μέγεθος Α4. Πρώτα σκέφτηκε πως θα πρόκειται για ανακοινώσεις για τη φωτιά, αλλά μετά διάβασε: «Από την πρώτη του μήνα ο χώρος κλείνει. Ανακαίνιση. Το ενοίκιο αυξάνεται». Υπογραφή της διαχειριστικής εταιρίας κι ένα κινητό τηλέφωνο.

Μέσα στην αίθουσα ακουγόταν ήδη η φασαρία. Κάποιοι ζέσταιναν τις φωνές τους, άλλοι έψαχναν τα γυαλιά τους, άλλοι προσπαθούσαν να πουν αστεία για το πόσο χρειάζεται κι αυτούς μια ανακαίνιση, όμως κανείς δεν γέλασε. Ο μαέστρος της χορωδίας, ο Κώστας Νικολάου, στεκόταν στο πιάνο με το χαρτί στο χέρι, λες και από αυτό μπορούσε να ξεκολλήσει μια διαφορετική πραγματικότητα.

Πάμε να ζεσταθούμε πρώτα, είπε, με σταθερή φωνή, αλλά ο Μάνος άκουσε το πόσο κρατιόταν να μην σπάσει.

Πάντα κάνανε το ίδιο ζέσταμα, κι αυτό τους έσωζε. «Μμ…», «να-να-να», μαλακά σκαλοπάτια πάνω και κάτω. Ο Μάνος ένιωθε πως ο ήχος γέμιζε το στήθος του, γινόταν κοινός, όχι μόνο δικός του. Από τότε που βγήκε στη σύνταξη και το σπίτι είχε αδειάσει πια, η χορωδία τον κρατούσε, όχι σαν υποχρέωση, αλλά σαν μέρος όπου υπήρχε δεν εξαφανιζόταν.

Μετά το ζέσταμα, ο Κώστας σήκωσε το χέρι.

Έχουμε πρόβλημα, είπε. Μας ενημερώνουν… μάλλον μας το ανακοινώνουν απλώς. Η αίθουσα θα κλείσει για ανακαίνιση, το ενοίκιο τριπλασιάζεται. Δεν το αντέχουμε.

Πώς δεν το αντέχουμε; είπε αμέσως η Σταυρούλα Γεωργίου, που πάντα μιλούσε πρώτη. Είμαστε στη Στέγη Πολιτισμού. Δεν είμαστε ιδιώτες!

Τώρα διαχειρίζεται άλλος το κτίριο, απάντησε ο Κώστας. Μου τα είπαν σήμερα. «Εξορθολογισμός». Και ακόμα… κοίταξε το χαρτί σαν να έκρυβε κάποιο μυστικό. Μου είπαν: «Στο σπίτι σας να κάθεστε. Οι νέοι έχουν ανάγκη».

Ο Μάνος ένιωσε ένα κομμάτι να σηκώνεται μέσα του και να σφηνώνεται στο λαιμό. Όχι παράπονο, αλλά ένας θυμός ξερός σαν βήχας. Θυμήθηκε πώς κρεμούσαν τα κασκόλ στις καρέκλες, πώς έφερναν κουλουράκια για γιορτές, πώς στόλιζαν τον Δεκέμβρη ένα μικρό πλαστικό δέντρο και τραγουδούσαν τόσο δυνατά, που ο επιστάτης έβγαινε να ακούσει κάνοντας πως ελέγχει τα καλοριφέρ.

Δηλαδή ενοχλούμε; ρώτησε, εκπλήσσοντας τον εαυτό του που η φωνή του βγήκε σταθερή.

Ενοχλούμε όσους νομίζουν ότι περισσεύουμε, είπε ο Κώστας. Αλλά μην τα βάλουμε με τον αέρα τώρα. Ας σκεφτούμε τι θα κάνουμε.

Αποφάσισαν να «κτυπήσουν πόρτες». Έτσι το είπαν, χωρίς να έχει κανείς τους πραγματική εμπειρία από διαπραγματεύσεις. Ο Μάνος, ο Κώστας και δύο ακόμη μέλη πήγαν επομένη στην Κοινότητα. Είχαν ετοιμάσει φάκελο με επιστολή, λίστα των μελών, αντίγραφο ευχαριστιών για συμμετοχή σε πολιτιστική εκδήλωση του Δήμου. Ο Μάνος φόρεσε το καλό του παντελόνι και το λευκό του πουκάμισο, σαν για συνέντευξη.

Η υποδοχή μύριζε καφέ από αυτόματο μηχάνημα, χαρτιά και άγχος. Η γραμματέας, νεαρή γυναίκα με νύχια τέλεια, δεν σήκωσε το βλέμμα της.

Για πιο θέμα;

Η χορωδία «Λυγαριά», είπε ο Κώστας. Μας κόβουν την αίθουσα.

Υποβάλετε αίτημα ηλεκτρονικά, απάντησε η γραμματέας. Ή στο ΚΕΠ.

Το έχουμε ήδη στείλει, είπε η Σταυρούλα, και της έδωσε το χαρτί. Εδώ, με υπογραφές.

Δεχόμαστε μόνο ψηφιακά, είπε τέλος η γραμματέας και σήκωσε τα μάτια. Το βλέμμα της δεν ήταν εχθρικό, μόνο κουρασμένο. Όλα μέσα από το σύστημα.

Και αν θέλουμε να μιλήσουμε; ρώτησε ο Μάνος, πασχίζοντας με τον όρο «σύστημα» που ακουγόταν σαν πόρτα χωρίς χερούλι.

Κλείστε ραντεβού. Επόμενο διαθέσιμο, σε δύο εβδομάδες.

Μετά από δύο εβδομάδες τους είπαν πως «το θέμα είναι αρμοδιότητα του διαχειριστή», διαχειριστής η εταιρία, κι απάντηση ήρθε τυπική: «εμπορικοί όροι». Ο Κώστας έκανε ό,τι μπορούσε, ζήτησε προσωρινή λύση, έστω για την περίοδο της ανακαίνισης. Του απάντησαν συνταγμένα, σαν να διαβάζουν manual. Ο Μάνος κατάλαβε πως εκεί μέσα οι φωνές τους απλώς χάνονταν στο ταβάνι, χωρίς να ενώνουν.

Δοκίμασαν κι αλλού: σχολείο, βιβλιοθήκη, πολιτιστικό κέντρο. Η διευθύντρια του σχολείου είπε πως «όλα τα απογεύματα είναι γεμάτα δραστηριότητες», και όταν η Σταυρούλα ρώτησε ποιες, τις ανέφερε σε τέτοιο ρυθμό που μάλλον αμυνόταν. Στη βιβλιοθήκη η υπεύθυνη πρώτα χαμογέλασε, αλλά μετά θυμήθηκε «την ησυχία» και «τα παράπονα των αναγνωστών». Στο πολιτιστικό κέντρο τους πρότειναν αίθουσα στο υπόγειο, παρέα με τραπέζια πινγκ-πονγκ, κρύο και υγρασία. Ο Κώστας κοίταξε το ταβάνι και μουρμούρισε:

Εκεί θα μας μείνουν μόνο οι φωνές…

Το πιο δύσκολο δεν ήταν οι αρνήσεις, αλλά οι λέξεις που κολλούσαν πάνω τους: «ηλικιακή ομάδα», «μη βιώσιμο», «εκτός πλαισίου». Μια υπάλληλος, χωρίς να σηκώσει μάτια από το PC, είπε: «Για τον εαυτό σας δε μαζεύεστε; Ε, τότε τραγουδάτε σπίτι».

Ο Μάνος βγήκε έξω και πήρε το βήμα ακόμη πιο γρήγορο, σαν να ήθελε να ξεφύγει.

Την Παρασκευή όμως, πήγαν όλοι στη Στέγη, από συνήθεια. Η πόρτα κλειστή, το ίδιο χαρτί στο τζάμι· τώρα κολλημένο κι ένα ακόμα: «Απαγορεύεται η είσοδος σε τρίτους». Ο Μάνος στάθηκε με τον φάκελο στο χέρι. Ο Κώστας πλησίασε, κοίταξε την παρέα τους.

Δεν διαλυόμαστε, είπε. Πάμε στη βιβλιοθήκη. Μίλησα, μας δίνουν μία ώρα στην αίθουσα ανάγνωσης, έχει λίγο κόσμο.

Κι αν μας βγάλουν έξω; ψιθύρισε η Ελένη Καραγιώργη, που ποτέ δεν τσακωνόταν.

Ας μας βγάλουν, είπε ο Κώστας. Τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε.

Η βιβλιοθήκη ήταν δέκα λεπτά μακριά. Προχώρησαν σαν σχολιαρόπαιδα στην εκδρομή, μα δίχως δασκάλα. Ο Μάνος ένιωθε τα βλέμματα στη στάση: άλλοι περίεργα, άλλοι ενοχλημένα, σαν να έπιαναν πολύ χώρο στο πεζοδρόμιο.

Στην είσοδο τους δέχθηκε ένας αδύνατος άνδρας με πουλόβερ.

Μόνο να είστε διακριτικοί, είπε. Δηλαδή, τραγουδήστε, αλλά… καταλαβαίνετε.

Θα προσέξουμε, απάντησε ο Μάνος.

Στήθηκαν ανάμεσα στα ράφια οι ράχες των βιβλίων σαν αυστηροί μάρτυρες. Δίχως πιάνο, ο Κώστας έδωσε τον τόνο ψιθυριστά. Ο Μάνος φοβήθηκε ότι χωρίς όργανο θα σκορπίσουν, μα συνέβη το αντίθετο: άρχισαν να ακούνε ο ένας τον άλλον προσεκτικότερα. Η ανάσα του διπλανού, ξαφνικά πιο σημαντική από το γνώριμο βάρος των πλήκτρων.

Στην αρχή κάποιοι αναγνώστες σήκωναν βλέμμα, άλλοι δυσανασχετούσαν. Μια κυρία έκλεισε επίτηδες το βιβλίο με ήχο. Μα όταν διάλεξαν ένα πασίγνωστο τραγούδι, στο χώρο επικράτησε μια ησυχία που άκουγε.

Στο τέλος ο βιβλιοθηκάριος ήρθε και είπε:

Πάνε χρόνια να έχουμε τόση ζωντάνια εδώ… Την άλλη φορά, αν μπορείτε, εκεί δίπλα στο παράθυρο.

Ο Κώστας έγνεψε σαν να του πρότειναν σκηνή.

Όμως «άλλη φορά» δεν υπήρξε. Στην τρίτη επίσκεψη, η προϊσταμένη κάλεσε το βιβλιοθηκάριο και μπροστά τους είπε:

Είναι βιβλιοθήκη, όχι λέσχη. Μας κάλεσαν, υπάρχουν παράπονα.

Ο Μάνος κοιτούσε τα χέρια του. Ήθελε να πει «είμαστε χορωδία, όχι σύλλογος», αλλά οι λέξεις δεν έβρισκαν χώρο. Ο Κώστας ευχαρίστησε και βγήκαν έξω.

Ντροπιάστηκα, μουρμούρισε η Ελένη.

Η λέξη του ήρθε χτυπητή, χειρότερη κι από το «να πηγαίνετε σπίτι». Γιατί ήταν από μέσα τους.

Δεν ντρεπόμαστε, πέταξε η Σταυρούλα. Τραγουδάμε!

Ναι, μα ενοχλούμε, είπε η Ελένη. Άρα περισσεύουμε.

Ο Μάνος περπάτησε δίπλα της, μες στην ανασφάλεια. Ήθελε τη μεγάλη τους αίθουσα, εκεί που καμία «αρμόδια φωνή» δεν τους θεωρούσε περιττούς. Αλλά δεν υπήρχε πια αυτός ο χώρος. Ήταν σαν να έχανε δωμάτιο στο ίδιο του το σπίτι.

Ο Κώστας σταμάτησε στη σκάλα του μετρό:

Εδώ, είπε ξαφνικά.

Εδώ; Έσμιξε τα φρύδια η Σταυρούλα. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν, ένας νεαρός έπαιζε λίρα με φορητό ηχείο.

Καλή ακουστική και δεν χρωστάμε σε κανέναν, είπε ο Κώστας.

Ο Μάνος ένιωσε τα χέρια του να παγώνουν. Ένιωσε εκ των προτέρων ντροπή, όπως παιδί στη σχολική παρέλαση. Ο Κώστας στήθηκε στον τοίχο, ύψωσε το χέρι.

Μόνο ένα, για να δούμε.

Άρχισαν χαμηλόφωνα, σαν να δοκίμαζαν το νερό. Η σήραγγα κράτησε τον ήχο τους ζεστό, οι φωνές γέμιζαν τον χώρο. Οι περαστικοί πέρναγαν άλλοτε αδιάφορα, άλλοτε με χαμόγελο. Ένα κοριτσάκι τράβηξε τη μαμά του:

Μαμά, δες, οι γιαγιάδες τραγουδάνε.

Η μαμά πρώτα πήγε να την απομακρύνει, έπειτα κόλλησε κι εκείνη.

Όχι όλοι ήταν δεκτικοί. Ένας άντρας με σακούλες στάθηκε κι είπε δυνατά:

Τι κάνετε, συναυλία εδώ; Είναι διάδρομος, όχι σκηνή!

Δεν εμποδίζουμε, απάντησε ήρεμα ο Κώστας με το χέρι ψηλά.

Δε με νοιάζει, τραγουδήστε σπίτι, είπε και έφυγε.

Ο Μάνος ένιωσε το πηγούνι του να τρέμει. Τραγουδούσε πιο αδύναμα, τα μάτια κολλημένα στα πλακάκια. «Αν τώρα σταματήσω, δεν ξαναρχίζω», σκέφτηκε, κι κρατήθηκε από τον κοινό ήχο σαν από κουπαστή.

Στο τέλος, χτύπησε παλαμάκια ένας, μετά άλλος. Όχι χειροκρότημα σκηνής, αλλά ουσιαστικό: ευχαριστούσαν που εκεί, ξαφνικά, υπήρχε και κάτι άλλο πέρα από βιασύνη.

Το βλέπετε; είπε θριαμβευτικά η Σταυρούλα.

Το βλέπουμε, απάντησε η Ελένη χωρίς χαμόγελο.

Σε μια βδομάδα ήξεραν καλά πού να στέκονται να μην ενοχλούν και ποια ώρα έχει λιγότερο κόσμο. Δοκίμασαν και πάρκο πρωί, όπου περπατούσαν μητέρες με καρότσια, ηλικιωμένοι με μπαστούνια. Δοκίμασαν και το φουαγιέ του κέντρου υγείας, ενώ περίμεναν νούμερο. Εκεί ήταν πιο σκληρά: ο κόσμος ανυπόμονος, ανήσυχος. Μια μέρα όμως, όταν τραγούδησαν διακριτικά, μια γυναίκα με επίδεσμο είπε:

Ευχαριστώ. Έπαψα λίγο να σκέφτομαι τις εξετάσεις μου.

Κι ο Μάνος το κράτησε σαν μικρή νίκη.

Ο Κώστας το έλεγε «τραγουδώ όπου στέκομαι». Δεν ήταν σύνθημά του, απλώς έτσι το εξηγούσε: μαζεύονταν πάλι στη στάση, στο πάρκο.

Δεν τραγουδάμε μόνο για μας, είπε μια μέρα. Ήταν σε παγκάκι, ο Μάνος κρατούσε μπουκαλάκι νερό, δεν το άνοιγε, του το έδωσε ο Κώστας, μια ανθρώπινη χειρονομία που τον συγκίνησε.

Για ποιον; ρώτησε η Ελένη.

Για να θυμάται η πόλη πως έχει φωνή. Και να θυμόμαστε κι εμείς!

Ήταν απλά λόγια, αλλά ο Μάνος ένιωσε να τον διαπερνούν. Θυμήθηκε πώς μετά τον θάνατο της συντρόφου του δυσκολευόταν να μιλήσει και στο τηλέφωνο, λες και η φωνή δεν είχε λόγο. Εδώ όμως είχε.

Το περιστατικό που δεν περίμεναν, συνέβη σε εμπορικό κέντρο, σ ένα μικρό καφέ στον δεύτερο όροφο, όπου ο Κώστας είχε κλείσει μια ώρα για πρόβα. Ο ιδιοκτήτης, γύρω στα σαράντα, τους είπε: «Τραγουδήστε, δεν με πειράζει, ο κόσμος θα ακούσει». Έσπρωξαν τα τραπέζια, έβαλαν καρέκλες κυκλικά. Ο Μάνος ακούμπησε τα σακάκι στην πλάτη, τον φάκελο στα γόνατα.

Οι πρώτες δύο μελωδίες πήγαν όμορφα, κάποιοι πελάτες τράβηξαν βίντεο, άλλοι χαμογελούσαν. Ο Μάνος ένιωσε ότι ήταν πάλι σε αίθουσα, όχι στον δρόμο. Τότε πλησίασε ο σεκιούριτι.

Ποιος σας το επέτρεψε; ρώτησε, όχι αυστηρά αλλά πάντα τυπικά.

Ο ιδιοκτήτης, είπε ο Κώστας. Είχαμε μιλήσει.

Έχουμε κανονισμούς, είπε ο σεκιούριτι. Δεν επιτρέπονται εκδηλώσεις χωρίς άδεια. Έγινε παράπονο· λένε πως είναι φασαρία.

Είμαστε ήσυχοι, είπε η Σταυρούλα.

Όπως και να 'ναι, μου είπαν να το σταματήσω.

Ο Μάνος παρατήρησε πως η Ελένη είχε χλομιάσει. Μάζεψε τις παρτιτούρες της.

Τα είχα πει, μουρμούρισε χωρίς να κοιτάζει κάποιον. Ντροπή…

Όχι, είπε ήσυχα ο Μάνος στη Ελένη. Δεν κάναμε τίποτα κακό.

Ενοχλούμε όμως, απάντησε. Δεν θέλω να μας κοιτούν σαν να μη γνωρίζουμε το «μέτρο μας».

Ο Κώστας στάθηκε ανάμεσα στη χορωδία και τον σεκιούριτι.

Να τελειώσουμε μια ακόμα και φεύγουμε, είπε. Χωρίς τσακωμούς.

Όχι, έγνεψε ο σεκιούριτι, τώρα αμέσως.

Ο ιδιοκτήτης βγήκε από το μπαρ, μπερδεμένος.

Παιδιά, νόμιζα…

Θα φάτε πρόστιμο, είπε ο σεκιούριτι.

Ο Μάνος ένιωσε πάλι τον ίδιο ξερό θυμό, κι ύστερα απλή εξάντληση. Κατάλαβε πως είχε κουραστεί να παλεύει για να έχει δικαίωμα στη φωνή του.

Μάζεψαν σιωπηλοί τα πράγματά τους. Καρέκλες, φάκελοι, παλτό. Στην έξοδο, κάποιος είπε: «Κρίμα, ήταν όμορφα». Ένα «κρίμα» που όμως τον ζέστανε κάπως.

Έξω, η Ελένη είπε:

Δεν ξανάρχομαι. Συγγνώμη.

Η Σταυρούλα αντέδρασε:

Έτσι είσαι; Μόλις ζορίσει, το βάζεις κάτω!

Σταμάτα, της είπε απαλά ο Κώστας.

Ο Μάνος είδε την Ελένη να ξεμακραίνει προς τη στάση, μικρή, κυρτή. Ήθελε να τη φτάσει, αλλά τα βήματα δεν του βγήκαν. Καταλάβαινε το όριό της.

Το βράδυ κάθισε ώρα στην κουζίνα. Το τσάι κρύωνε και δεν το πρόσεχε. Μέσα του αντηχούσε: «Πού είναι το μέτρο μας;» Κατάλαβε πως παλεύανε τόσο, όχι για την αίθουσα, αλλά για το αίσθημα της ασφάλειας. Ίσως χρειαζόταν κάτι άλλο: όχι αίθουσα, αλλά τρόπος να είναι μαζί, κι ας ενοχλεί αυτό μερικούς.

Την επόμενη μέρα τον πήρε ο Κώστας.

Μάνο, μπορείς να έρθεις στη βιβλιοθήκη; Όχι εκεί που μας διώξανε, στην παιδική στη διπλανή οδό. Μίλησα με τη νέα προϊσταμένη. Θέλω μαζί κι έναν από εσάς να εξηγήσει ότι δεν θα κάνουμε φασαρία.

Ο Μάνος πήγε. Η παιδική βιβλιοθήκη φαινόταν ανάλαφρη, με ζωγραφιές στους τοίχους κι ένα παλιό, αλλά φροντισμένο πιάνο στη γωνία. Η υπεύθυνη, με κοντά μαλλιά, άκουσε προσεκτικά.

Τα βράδια έχουμε άδειο το χώρο, είπε. Μόνο όρος, να μη φωνάζετε και μια φορά το μήνα να κάνετε μια ανοιχτή ώρα όχι συναυλία, ανοιχτές πόρτες για όλους.

Μπορούμε, απάντησε ο Μάνος και ένιωσε μια χαλάρωση μέσα του.

Και κάτι ακόμα, πρόσθεσε χαμογελώντας εκείνη. Η μητέρα μου όλο λέει πως δεν έχει που να πάει. Φέρτε να έρθει κι εκείνη.

Ο Μάνος βγήκε έξω περπατώντας αργά, όχι από κούραση, μα επειδή δεν είχε πια τίποτα να κυνηγήσει.

Ο Κώστας μάζεψε τη χορωδία στο πάρκο για να τους πει τα νέα. Ήρθε σχεδόν όλη η παρέα, εκτός της Ελένης. Η Σταυρούλα άκουγε σφιγμένη, μην τολμώντας να χαρεί.

Δεν είναι αίθουσα πολιτιστικού, είπε ο Κώστας. Όμως είναι χώρος. Και έχουμε πλάνο: μια φορά τον μήνα ανοιχτή ώρα, τις άλλες πρόβες.

Κι αν πάλι μας διώξουν; ρώτησε κάποιος.

Τότε θα ψάξουμε αλλού, είπε. Μα ξέρουμε πια πως γίνεται.

Ο Μάνος σήκωσε χέρι.

Η Ελένη; ρώτησε.

Θα της τηλεφωνήσω. Ζητώ να την πάρετε κι εσείς.

Ο Μάνος πήρε το βράδυ. Η Ελένη άργησε να μιλήσει.

Δεν θέλω να μου φέρονται σαν να…

Σαν να είσαι ζωντανή παρουσία; είπε μαλακά ο Μάνος. Άσε τους να κοιτούν! Δεν ζητάμε ελεημοσύνη. Τραγουδάμε.

Ακούστηκε η ανάσα της.

Θα το σκεφτώ, είπε.

Στην πρώτη πρόβα στην παιδική βιβλιοθήκη ξεκίνησαν προσεκτικά. Το πιάνο λίγο ξεκούρδιστο, μα ο Κώστας είπε ότι αυτό βοηθάει να ακούν καλύτερα. Ο Μάνος κάθισε κοντά στο παράθυρο, τον φάκελο στα γόνατα. Από τον διάδρομο κάποιοι γονείς με παιδιά κοιτούσαν διακριτικά. Μια ηλικιωμένη στάθηκε στην πόρτα, διστακτική.

Με τα μάτια ο Μάνος της είπε «μπείτε», κι εκείνη κάθισε στην άκρη.

Το ανοιχτό ωράριο το όρισαν για Σάββατο. Όχι πολλές ανακοινώσεις, μόνο μια αφίσα στην είσοδο και μια ανάρτηση στο Viber: «Η Χορωδία 55+ στην παιδική βιβλιοθήκη. Ελεύθερη συμμετοχή». Ο Μάνος φοβόταν πως δεν θα ερχόταν κανείς, πως θα ντρεπόταν πιο πολύ. Όμως, το Σάββατο το φουαγιέ γέμισε: ήρθαν γείτονες, παιδιά, η παλιά βιβλιοθηκάριος, και ο νεαρός απ τη σήραγγα με τη λύρα, να χαμογελάει στην πόρτα.

Δεν έκαναν παράσταση. Ο Κώστας απλώς είπε:

Θα τραγουδήσουμε ό,τι έχουμε δυνάμεις. Όποιος ξέρει, μαζί μας.

Ο Μάνος είδε την Ελένη, όρθια κοντά στον τοίχο, με το παλτό της, έτοιμη να φύγει. Πήγε, της έπιασε το μανίκι.

Βγάλε το παλτό, εδώ έχει ζέστη, της είπε.

Θα κάτσω να ακούσω, είπε εκείνη.

Από μέσα θα ακούσεις, αν κρατήσεις τις παρτιτούρες σου, της χαμογέλασε δίνοντας της τον φάκελο.

Κοίταξε το φάκελο σαν γέφυρα πάνω από γκρεμό και τελικά έκατσε δίπλα του.

Όταν άρχισαν το τραγούδι, ο Μάνος ένιωσε πως ακόμη και ο μικρός χώρος γινόταν δικός τους. Όχι γιατί τους το επέτρεψαν, αλλά γιατί έφεραν μέσα τον ρυθμό της αναπνοής τους. Ο κόσμος άκουγε χωρίς τυπική απόσταση, κάποιοι σιγοτραγουδούσαν, άλλοι απλώς έκλειναν τα μάτια. Για μια στιγμή, η αρμονία χάλασε, το πιάνο έφυγε από τον τόνο, κι ο Κώστας χαμογέλασε χωρίς να σταματήσει. Ο Μάνος κατάλαβε πως δεν χρειαζόταν η τελειότητα για να νιώσει στη θέση του.

Κανείς δεν φώναξε «μπράβο» στο τέλος. Μονάχα μερικοί πήγαν και είπαν «ευχαριστούμε». Ένας δεκάχρονος ρώτησε:

Μπορώ να μπω στη χορωδία;

Η Σταυρούλα γέλασε.

Μικρός είσαι ακόμα. Έλα να μας ακούς!

Η βιβλιοθηκάριος πλησίασε τον Κώστα.

Τετάρτη και Παρασκευή μετά τις έξι, δικός σας ο χώρος. Τον Μάιο έχουμε γιορτή γειτονιάς, βγείτε, τραγουδήστε στην αυλή!

Ο Κώστας έγνεψε και ο Μάνος είδε τα χείλη του να τρέμουν για μια στιγμή πριν γυρίσει.

Όταν μάζεψαν τα καθίσματα, ο Μάνος έλεγξε τις παρτιτούρες, έκλεισε τη τσάντα. Η Ελένη τον πλησίασε.

Ήρθα, ψιθύρισε.

Ήρθες, επανέλαβε ο Μάνος. Και ξέρεις… δεν ντρέπομαι.

Ο Μάνος έγνεψε. Βγήκε στην πόλη που έμοιαζε ίδια κίνηση, φασαρία, εφημερίδες, φωτεινές επιγραφές. Όμως μέσα του ακουγόταν κάτι άλλο: όχι δυνατά και για όλους, αλλά σαν βεβαιότητα πως, όσο υπάρχεις και αναπνέεις μαζί με άλλους, ο χώρος θα βρεθεί. Ακόμα κι αν κάθε φορά χρειάζεται να τον φτιάξεις απ την αρχή με τη φωνή σου.

Oceń artykuł
Πού αντηχεί η μελωδία