Πηδάς στον κόσμο, σαν κατσίκι
Μαρία, θα κάνουμε φοβερά πράγματα, στο λέω εγώ, Τζωρτζίνα κουνούσε τα χέρια της, καθισμένη στο περβάζι του παραθύρου του φοιτητικού διαμερίσματος. Εσύ με το consulting σου, εγώ με το marketing, και μετά, μπαμ, το δικό μας agency. Όλα μπροστά μας είναι!
Μαρία σήκωσε το κεφάλι απ τη σημειώσεις της και γέλασε, τινάζοντας την βαριά κοτσίδα της πίσω.
Τζώρτζι, η εξεταστική είναι σε μια βδομάδα κι εσύ ήδη χτίζεις αυτοκρατορία.
Ε και; Δεν επιτρέπεται να ονειρευτούμε λίγο; Η Τζωρτζίνα πήδηξε απ το παράθυρο και έπεσε με φόρα στη σκισμένη πολυθρόνα. Σοβαρά, Μαράκι. Εμείς δεν είμαστε σαν όλες αυτές τις κότες από το έτος. Είμαστε έξυπνες. Θα τα καταφέρουμε σίγουρα.
Η Μαρία άφησε το στυλό και κοίταξε την φίλη της μαλλιά αχτένιστα, το παλιό t-shirt, αλλά μάτια που πετούσαν σπίθες. Για κάποιο περίεργο λόγο, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, την πίστεψε απόλυτα.
Θα τα καταφέρουμε, Μαράκι, συμφώνησε ψιθυριστά…
Δέκα χρόνια πέρασαν σα μια ανάσα…
…Η Μαρία τα φαγε τα χρόνια με τα δόντια της. Πρακτική σε πολυεθνική, μετά αμέτρητες βραδιές ξενυχτώντας πάνω από reports, business αγγλικά στις έξι το πρωί, κινέζικα τα σαββατοκύριακα. Συνέδρια, forums, νέες γνωριμίες. Σκαρφαλώνει προς τα πάνω, γδέρνει αγκώνες και γόνατα, αλλά δεν σταματά. Στα τριάντα της η Μαρία φοράει κοστούμια με ελληνικό κασμίρι, πετάει στη Σανγκάη για διαπραγματεύσεις, και έχει ξεχάσει πότε έκλαψε τελευταία φορά από κούραση δεν υπάρχει ούτε χρόνος.
…Η Τζωρτζίνα γνώρισε τον Νικόλα στο τρίτο έτος. Δούλευε μηχανικός αυτοκινήτων, μύριζε λάδι και την κοίταζε λες και ήταν η μόνη γυναίκα σε όλο τον κόσμο. Στο τέταρτο έτος, η Τζώρτζι έμεινε έγκυος, στο πέμπτο παράτησε το Πανεπιστήμιο. Το marketing agency χάθηκε στο πρώτο δοντάκι της κόρης κι άλλες δυο γέννες. Πια, η αυτοκρατορία της είναι ένα διαμέρισμα σε Καλλιθέα, όπου κάνει κουμάντο σε κατσαρόλες, παιδικά κλάματα και βρύση που στάζει συνέχεια.
Ακόμα συναντιούνται, αλλά όλο και πιο σπάνια.
Η Μαρία φέρνει δώρα από ταξίδια: φουλάρι μεταξωτό από Μιλάνο, σακούλα από τσάι από το Γιουνάν. Βγάζει φωτογραφίες, δείχνει ναούς από το Κιότο, διηγείται διαπραγματεύσεις με Ιάπωνες συνεργάτες.
Αυτοί δεν λένε τίποτα ευθέως. Όλα με νύξεις και χρώματα. Έμαθα τον κώδικά τους τρεις μήνες για να μη τα κάνω θάλασσα στην πρώτη συνάντηση.
Η Τζωρτζίνα κουνάει το κεφάλι, γυρίζει το σακουλάκι με τσάι στα χέρια, και σωπαίνει. Ύστερα αναστενάζει βαριά.
Καλά περνάς εσύ. Εγώ πάλι, η Ελένη έφερε ίωση απ το παιδικό, ο Νικόλας όλο στη δουλειά, τα λεφτά δεν φτάνουν ποτέ…
Η Μαρία δεν ξέρει τι να απαντήσει. Μια τεράστια τσιμεντένια τοίχος έχει υψωθεί ανάμεσά τους η ακριβή της kolonία με διακόσια ευρώ απέναντι στο παιδικό απορρυπαντικό της Τζωρτζίνας.
…Στα γενέθλια της Τζωρτζίνας η Μαρία έφτασε απευθείας από το αεροδρόμιο. Σκούρο μπλε κοστούμι, γόβες, μαλλιά σε χτένισμα που της έφτιαξαν στο business lounge. Μπήκε στην παρέα εύκολα, γέλασε, μίλησε για νέο project, κέρδισε αντρικές ματιές κι γυναικείο θαυμασμό.
Η Τζωρτζίνα, στη γωνία…
Το φόρεμα ίδιο με εκείνο που είχε φορέσει στο εταιρικό του Νικόλα πριν τρία χρόνια. Τα μαλλιά πιασμένα απλά, διότι πρωί το παιδί είχε κάνει χαμό πάλι. Κοιτάζει τη Μαρία να λάμπει στη μέση του δωματίου, να την ακούν όλοι με ανοιχτό στόμα, κι μέσα της ανεβαίνει κάτι μαύρο, παχύ, πικρό.
Δεν είναι ζήλια.
Είναι χειρότερο…
Η Μαρία μπαίνει να πάρει νερό στην κουζίνα, μένει στο κατώφλι. Η Τζωρτζίνα έστεκε στο παράθυρο, κρατώντας ποτήρι κρασί, και βλέπει έξω, χαμένη κάπου πέρα απ το τζάμι.
Τζώρτζι, τι κάνεις μόνη; Η Μαρία πλησίασε, άγγιξε τον ώμο. Έλα, η Νάντια φέρνει τούρτα.
Η Τζωρτζίνα τραντάζεται, διώχνει το χέρι της.
Άντε, πήγαινε. Σε περιμένουν όλοι.
Η Μαρία συνοφρυώνεται, αλλά επιμένει. Βάζει νερό, πίνει γουλιά και αρχίζει προσεκτικά:
Κοίτα, ήθελα να σου πω… Σου λείπει η δουλειά, το βλέπω. Στην εταιρεία μου υπάρχει θέση, αρχική, αλλά με προοπτικές. Μπορώ να μιλήσω με το HR, θα σε έπαιρναν για πρακτική, μετά…
Το ποτήρι πέφτει με δύναμη στον πάγκο, το κρασί χύνεται κόκκινο.
Πρακτική; Η Τζωρτζίνα γυρίζει και η Μαρία κάνει πίσω. Εμένα, πρακτική;
Τζώρτζι, απλά ήθελα να βοηθήσω…
Βοηθήσεις; Η Τζωρτζίνα γελάει κακό, το γέλιο της σπάει. Ακούς τι λες; Η Μεγάλη Μαρία Παπαδοπούλου κατέβηκε να βοηθήσει την άχρηστη φίλη της. Ευχαριστώ πολύ για την χάρη!
Δεν το κατάλαβες σωστά, προσπαθεί ψύχραιμα η Μαρία. Βλέπω ότι πονάς, ότι θες κάτι καλύτερο και σου πρότεινα μια ευκαιρία.
Σε ρώτησα εγώ; Η Τζωρτζίνα πάει προς αυτήν και η Μαρία κάνει βήμα πίσω. Έχεις αλλάξει, Μαράκι. Ήσουν φυσιολογική, τώρα σε έχει φάει το τουπέ. Κοιτάς τους όλους από πάνω με τα Σανγκάη και τα κοστούμια σου.
Αυτό δεν είναι δίκαιο.
Δίκαιο; Τζωρτζίνα φωνάζει, από το σαλόνι κάποιος πετάγεται, μετά ξανακρύβεται. Είναι δίκαιο εσύ να μας τρίβεις στη μούρη τη τέλεια ζωή; Κάθε μέρα στο insta να εδώ στο αεροπλάνο, εδώ στο συνέδριο, εδώ ο καπουτσίνος με 600 ευρώ! Πιστεύεις πως είναι ωραίο να το βλέπω;
Η Μαρία μένει άφωνη…
Μοιράζομαι τη χαρά μου, Τζώρτζι. Είναι φυσιολογικό.
Χαρά; Τζωρτζίνα ειρωνεύεται. Ξεφτίλισμα είναι! Δείχνεις πόσο πετυχημένη είσαι, κι εμείς τι είμαστε; Αποτυχημένες! Κανονικές γυναίκες στα τριάντα ήδη έχουν οικογένεια, παιδιά, εσύ; Πηδάς στον κόσμο σαν κατσίκι ούτε άντρα, ούτε παιδί. Άδεια!
Η λέξη αυτή τσάκισε τη Μαρία βαθιά.
Δούλεψα, προσπαθεί η Μαρία να συγκρατήσει τον λυγμό. Ξενυχτούσα ενώ έβλεπες σειρές. Έμαθα γλώσσες, εσύ μαγείρευες σούπες. Δική μου επιλογή ήταν, έχω δικαίωμα.
Άσε μας! Βάδιζες πάνω στους άλλους. Ξέρω πως έφαγες τη Μαρίνα απ τη δουλειά. Εγωίστρια! Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι όλη σου τη ζωή!
Η Μαρία κοιτάζει τη φίλη της τα σφιγμένα χείλη, τα κόκκινα μάγουλα, αυτή την οργή μαζεμένη με χρόνια που βγήκε επιτέλους.
Και ξαφνικά, όλα ξεκαθαρίζουν. Απολύτως ενοχλητικά.
Δεν μισείς εμένα, Τζώρτζι λέει σιγανά η Μαρία. Τον εαυτό σου μισείς. Που φοβήθηκες, που παραδόθηκες. Είναι πιο εύκολο να φαντάζεσαι πως είμαι άσχημη, παρά να παραδεχτείς πως απλώς φοβήθηκες.
Η Τζωρτζίνα ασπρίζει.
Φύγε!
Ήδη, η Μαρία αφήνει το ποτήρι και πάει στην πόρτα. Αντίο, Τζώρτζι. Καλή τύχη στο cozy σπιτικό σου.
Η Μαρία αρπάζει τη τσάντα της και ανοίγει την πόρτα. Η βροχή τη χτυπά στο πρόσωπο, αλλά ούτε που νοιάζεται. Βγαίνει στη μουντή Αθήνα.
Τακούνια χτυπούν στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Το ακριβό κοστούμι βρέχεται, κολλάει στην πλάτη, η μάσκαρα λογικά ήδη τρέχει, αλλά τι σημασία έχει. Η Μαρία προχωρά προς το μετρό, με κάθε βήμα ανασαίνει πιο εύκολα.
Περίεργο περίμενε να πονέσει. Περίμενε ότι θα τη πνίξει η νοσταλγία για τα δεκαπέντε χρόνια φιλίας, για το κορίτσι στο παράθυρο του διαμερίσματος, για τα κοινά όνειρα. Όμως αντί για πόνο, έρχεται μόνο ανακούφιση, βαθιά και λίγο ντροπιαστική.
Η φιλία τους είχε τελειώσει πολύ πριν απόψε. Σβήνει αργά, χρόνο με χρόνο, συζήτηση με συζήτηση. Κάθε φορά που η Μαρία μοιραζόταν χαρά, έβλεπε σφιγμένα χείλη. Κάθε φορά που μιλούσε για σχέδια, έπαιρνε μάτι γυρισμένο. Κάθε φορά που προσπαθούσε να τραβήξει την φίλη απ το βάλτο, εκείνη την τραβούσε μαζί της προς τα κάτω.
Η Μαρία κατεβαίνει στο μετρό, κάθεται χωρίς να προσέχει τις βρεγμένες στάλες που αφήνει. Βγάζει το καθρεφτάκι, βλέπει τον εαυτό της μάσκαρα χυμένη, μαλλιά χαλασμένα, μάτια κόκκινα. Χαμογελά και το βάζει στη τσάντα.
Αύριο θα ξυπνήσει στις 6, θα φτιάξει μαλλιά, θα φορέσει άλλο κοστούμι και θα πάει στη δουλειά της. Γιατί η ζωή δεν τελειώνει επειδή κάποιος άλλος σε ζηλεύει…
Ένα μήνα αργότερα, η Μαρία καλείται από τον CEO. Μπαίνει έτοιμη για όλα νέο πρότζεκτ, κριτική, ακόμα ένα μαραθώνιο meetings. Ο Δημήτρης Χριστοδούλου, χωρίς λέξη, της δίνει φάκελο, κι η Μαρία διαβάζει την πρώτη σελίδα.
Ανάληψη διευθυντικής θέσης για τη περιοχή Ασίας.
Ετήσιο συμβόλαιο στη Σιγκαπούρη.
Το άξιζες, Μαρία Παπαδοπούλου, λέει ο διευθυντής. Το συμβούλιο ψήφισε ομόφωνα υπέρ σου. Φεύγεις σε τρεις εβδομάδες, προλαβαίνεις;
Η Μαρία σηκώνει το βλέμμα και γνέφει καταφατικά.
Θα προλάβω.
Βγαίνει απ το γραφείο, αγκαλιάζει τη φάκελο, στέκεται για μερικά δευτερόλεπτα στον άδειο διάδρομο. Έξω, ο ήλιος του Νοέμβρη βάφει τον ουρανό χρυσό και κόκκινο. Κάπου εκεί, η Τζωρτζίνα πιθανόν μαγειρεύει φαγητό και γκρινιάζει στον Νικόλα περί „αδικίας”.
Η Μαρία ετοιμάζει βαλίτσες για Σιγκαπούρη.
Κι ούτε μια φορά, ποτέ στη ζωή της, δεν μετάνιωσε για την επιλογή της. Όπως λένε ο καθένας, όπου έμαθε.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




