Ήμουν η μεγαλύτερη αδερφή σε μια μεγάλη οικογένεια στην Αθήνα. Ήμουν εκείνη που τάιζε όλους, που τους φρόντιζε, που τους πήγαινε στον παιδικό σταθμό και το σχολείο. Οι γονείς μου ποτέ δεν με ρώτησαν αν το θέλω ή όχι, απλώς έτσι ήταν.
Σχεδόν δεν είχα φίλες. Δεν υπήρχε χρόνος για να γνωρίσω κάποιον. Τα άλλα παιδιά στη γειτονιά μου γελούσαν και με κορόιδευαν, λέγοντας πως μόνο να αλλάζω πάνες ξέρω. Το έπαιρνα βαριά μέσα μου, και πολλές φορές έκλαιγα μόνη μου τα βράδια. Ο πατέρας μου με έβλεπε κι αντί να με παρηγορήσει, με έδερνε με τη ζώνη του. Έλεγε πως θα βγάλει τα σκουπίδια απ το μυαλό μου.
Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ παιδικά χρόνια. Μόλις τελείωσα το γυμνάσιο, με έστειλαν σε μια τοπική σχολή στο Περιστέρι. Οι γονείς μου αποφάσισαν ότι θα σπουδάσω μαγείρισσα, για να μπορούμε πάντα να έχουμε ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι.
Τρία χρόνια μετά βρήκα δουλειά σε μια καφετέρια στο Χαλάνδρι. Ο πατέρας μου απαίτησε να φέρνω κρυφά φαγητά στο σπίτι, αλλά αρνήθηκα. Η μητέρα μου με κατηγόρησε πως είμαι εγωίστρια, ότι τους αφήνω όλους νηστικούς. Πήραν και τον πρώτο μισθό μου, χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν έπιασα τον δεύτερο μισθό στα χέρια μου, μάζεψα τ απαραίτητα και έφυγα κρυφά, μπαίνοντας στο πρώτο τρένο που βρήκα στο Σταθμό Λαρίσης. Δε με ένοιαζε πού θα πάω, αρκεί να φύγω μακριά από αυτή την κόλαση. Ήξερα πως αν έμενα, θα κατέστρεφα τη ζωή μου.
Δεν λέω, ήταν δύσκολα. Αλλά να είσαι δούλα των γονιών σου είναι βαρύτερο φορτίο. Πήρα απόφαση να κυνηγήσω τα όνειρά μου ό,τι κι αν κόστιζε. Έπλενα πατώματα, σκούπιζα, έγινα λαντζέρισσα και μόνο τότε με άφησαν να μπω στην κουζίνα.
Ακόμα κι όταν ο μισθός μου αυξήθηκε, εγώ μάζευα κάθε ευρώ σε έναν πήλινο κουμπαρά. Ονειρευόμουν να αποκτήσω το δικό μου διαμέρισμα, να είμαι εγώ η κυρία του εαυτού μου. Όλο αυτό το διάστημα έμενα με τη γιαγιά μου στη Νέα Σμύρνη. Έδινα λίγα για νοίκι και τη βοηθούσα στις δουλειές του σπιτιού. Η γιαγιά μου ήταν η οικογένεια που ποτέ δεν είχα. Κάθε μέρα με περίμενε από τη δουλειά με ένα ρόφημα από τσάι του βουνού και φρεσκοψημένες τυρόπιτες. Εκείνες τις στιγμές ένιωθα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.
Κάποια στιγμή γνώρισα τον άντρα που θα γινόταν ο σύζυγός μου. Δεν κάναμε γάμο, απλά παντρευτήκαμε στο δημαρχείο. Μετά πήγα να ζήσω με τους γονείς του. Λίγους μήνες αργότερα ήρθε η κόρη μας, και μετά ο γιος μας.
Άρχισα να βλέπω εφιάλτες με τους γονείς μου. Το συζήτησα με τον άντρα μου και αποφασίσαμε να τους επισκεφτούμε. Αγόρασα σακούλες γεμάτες δώρα, ελπίζοντας πως η επίσκεψη θα μας φέρει κοντά ξανά. Μόλις με είδαν, άρχισαν να με βρίζουν και να με χτυπάνε με τις γροθιές τους. Τα αδέρφια μου είχαν μπλέξει άσχημα, έπιναν, και η μικρή μου αδερφή είχε πάρει τον κατήφορο.
Οι γονείς μου ούτε που παρατήρησαν πως δεν ήμουν μόνη. Δεν κοίταξαν καν τα εγγόνια τους, απλώς μου έκλεισαν την πόρτα στα μούτρα. Ίσως κάποιοι πουν πως είμαι μικρόψυχη, αλλά γύρισα την πλάτη μου και έφυγα. Πήρα τα δώρα μαζί μου. Ούτε στην κηδεία τους δεν θα γυρίσω.





