Το Πάσχα χωρίς τον γιο
Το κινητό άρχισε να τρεμοπαίζει στην άκρη του τραπεζιού, την ώρα που η Ελένη Πετρίδου έβγαζε το βούτυρο από το ψυγείο. Μόλις είδε στην οθόνη το όνομα „Νίκος”, χαμογέλασε με έναν τρόπο που μόνο οι μάνες χαμογελούν όταν τους παίρνει επιτέλους το παιδί τους τηλέφωνο, παρόλο που έλεγαν όλη μέρα στον εαυτό τους ότι δεν το περιμένουν.
Νικολάκη μου, γεια σου! Έλεγα κι εγώ να σε ρωτήσω, ποιο προαστιακό θα πάρετε; Το μεσημεριανό ή το απογευματινό; Για να ξέρω πότε να βάλω το αρνί στο φούρνο.
Έπεσε σιωπή στη γραμμή. Όχι αυτή που ψάχνεις λέξεις, αλλά η άλλη, η βαριά. Εκείνη που έχεις ήδη αποφασίσει τι θα πεις, αλλά δεν βρίσκεις τις σωστές λέξεις.
Μαμά, κάτσε λίγο. Γι αυτό πήρα.
Η Ελένη άφησε το βούτυρο στο τραπέζι και σκούπισε μηχανικά τα χέρια της στην πετσέτα.
Λέγε, Νίκο μου.
Δεν θα έρθουμε τελικά το Πάσχα. Θα το περάσουμε εδώ, στο σπίτι μας. Η Άννα είναι εξαντλημένη, με τη δουλειά γίνεται χαμός, τέλος τριμήνου, κατάλαβες… Θέλει πραγματικά να ξεκουραστεί.
Η Ελένη δεν βρήκε λόγια αμέσως. Κοίταζε το βούτυρο, το ξύλο κοπής, τη σακούλα με τις σταφίδες για το τσουρέκι που είχε ήδη ξεκινήσει.
Μα πώς δεν θα έρθετε;
Έτσι τα φέρνει η ζωή καμιά φορά, μαμά. Αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ήσυχο Πάσχα στο σπίτι. Η Άννα έχει ανάγκη να ξεκουραστεί, να μην κάνει τίποτα. Να νιώσει σπίτι της.
Και εδώ θα ξεκουραστείτε, εγώ θα τα ετοιμάσω όλα, δεν θα χρειαστεί να κάνετε τίποτα.
Μαμά…
Το είπε με τέτοια φωνή που η Ελένη πάγωσε.
Θέλεις να σου πω κάτι ειλικρινά; Μη στενοχωρηθείς αμέσως, σε παρακαλώ.
Πες μου.
Η Άννα, κάθε φορά που φεύγουμε από εσάς, κάνει μέρες να συνέλθει. Όχι επειδή δεν περνάει καλά ή επειδή εσύ δεν θέλεις το καλό μας, το ξέρω πως είσαι καλή και μας αγαπάς. Αλλά νιώθει ότι όπου να’ ναι κάτι θα κάνει λάθος. Την διορθώνεις πώς κόβει τη σαλάτα, πώς αλατίζει, ποιο απορρυπαντικό παίρνει. Και συνέχεια προσπαθεί να τα κάνει σωστά για σένα, αλλά πάντα νιώθει ότι πάλι κάτι κάνει λάθος.
Ποτέ δεν θέλησα να την προσβάλω, παιδί μου. Ξέρεις…
Το ξέρω, μαμά. Το ξέρω. Αλλά έτσι το νιώθει. Κι εγώ πια δεν μπορώ να κάνω πως δεν το βλέπω. Είναι γυναίκα μου, μαμά.
Η Ελένη δεν μίλησε. Έξω ακουγόταν ένα αυτοκίνητο και μια γάτα κάπου στην αυλή νιαούρισε. Όλα μακρινά, σαν ξένο τοπίο.
Καλά, είπε τελικά. Κατάλαβα.
Δεν θυμώνεις;
Κατάλαβα, Νίκο μου, επανέλαβε. Να κάτσετε στο σπίτι, να ξεκουραστείτε.
Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε να κοιτάζει το τραπέζι. Οι σταφίδες ακουμπούσαν στη σακούλα. Το βούτυρο μαλάκωνε. Τρία αβγά περίμεναν κι αυτά από την προηγούμενη μέρα έξω απ’ το ψυγείο για τη ζύμη.
Δεν έκλαψε. Μόνο έβαλε το βούτυρο πάλι στο ψυγείο και βγήκε αθόρυβα απ την κουζίνα.
Ο άντρας της, ο Μανώλης, καθόταν στο σαλόνι δήθεν διαβάζοντας εφημερίδα. Είχε χρόνια να πάρει κανείς εφημερίδα, αλλά εκείνος κρατούσε διπλωμένα παλιά φύλλα μια συνήθεια για τα χέρια του.
Πήρε ο Νίκος, είπε η Ελένη.
Άκουσα. Δεν έρχονται;
Δεν έρχονται.
Ο Μανώλης άφησε την εφημερίδα και την κοίταξε. Ήξερε το πρόσωπό της καλύτερα απ’ όσο νόμιζε η ίδια.
Ε, ας κάνουμε Πάσχα οι δυο μας, καλή μου.
Τρία σακουλάκια σταφίδες πήρα, Μανώλη.
Θα τις φάμε, βρε Ελένη.
Επέστρεψε στην κουζίνα κι άρχισε να βάζει ένα-ένα τα τρόφιμα στη θέση τους. Με μεθοδικότητα, προσεκτικότητα, όπως ήξερε. Να βάζει τάξη ακόμη και όταν μέσα της όλα ήταν άνω-κάτω.
Δυο μέρες έλεγε στον εαυτό της ότι ο Νίκος απλά δεν το μετέφερε σωστά, ότι η Άννα κάτι άλλο εννοούσε. Οι άντρες πάντα τα μεγαλοποιούν περνάνε ένα λόγο μέσα τους και κάνουν το έργο. Σίγουρα η Άννα μόνο είπε πως κουράστηκε, κι ο Νίκος τα φούσκωσε όλα τα υπόλοιπα.
Την τρίτη μέρα της Πασχαλινής εβδομάδας όμως, δεν μπορούσε να το πιστέψει άλλο.
Κάθε βράδυ στο σκοτάδι γύριζαν σκηνές στο μυαλό της. Η Άννα, τα Χριστούγεννα, μπήκε στην κουζίνα, της πρόσφερε βοήθεια. Η Ελένη χάρηκε, της έδωσε να καθαρίσει πατάτες. Είδε μετά πώς τις καθάρισε πολύ παχύφλουδο, της λέει. Η Άννα το ξανάκανε. Της ζήτησε να κόψει γαύρο για την σαλάτα. Τον κόβει ψιλά. Ελένη: Παρά πολύ μικρά κομμάτια, πρέπει μεγαλύτερα. Άννα ξανά από την αρχή. Στο σούπερ μάρκετ η Ελένη της λέει να πάρει μαγιονέζα, εκείνη παίρνει όποια βρήκε μπροστά, η „σωστή” ήταν φυσικά άλλη. Και βέβαια, το επισήμανε στο ταμείο.
Ξαπλωμένη, άρχισε να μετράει τα περιστατικά. Κι ένιωσε άσχημα.
Δε το έκανε από κακή προαίρεση. Ήθελε να είναι όλα καλά. Να βγει η γιορτή τέλεια. Πάντα κρατούσε όλα τα ηνία σπίτι, λαχανόκηπο, γιο, νοικοκυριό. Αν δε φρόντιζε η ίδια, όλα θα γινόντουσαν άνω-κάτω. Έτσι μεγάλωσε. Έτσι ήταν το δικό της σπίτι.
Όμως η Άννα δεν ήξερε για αυτό τον φόβο. Έβλεπε μόνο ό,τι έβλεπε: κάθε δική της προσπάθεια πάντα χρειαζόταν διόρθωμα.
Ο Μανώλης γύρισε πλευρό στον ύπνο του. Η Ελένη θυμήθηκε τα πρώτα, δικά της χρόνια: όταν πήγαινε στο πεθερικό. Η πεθερά της, κυρία Σοφία, καλή γυναίκα αλλά το ίδιο ακριβώς. Τα έκανε όλα καλύτερα. Κι αν δοκίμαζε η Ελένη κάτι, πάντα βρισκόταν λόγος να το αλλάξει για „σωστό”. Και σιγά-σιγά, μετά από μερικά χρόνια, η Ελένη έπαψε να προσφέρεται. Έμενε στον καναπέ και περίμενε να φωνάξουν να φάει.
Να που το ζούσε τώρα η νύφη της. Οι λέξεις που είπε ο Νίκος, „σαν μαθήτρια που τη διορθώνουν”… δεν ήταν του Νίκου αυτές οι φράσεις. Αυτές ήταν λέξεις που είχε νιώσει ίδια κι η Ελένη, στα χρόνια με την κυρία Σοφία.
Κύκλος κλειστός, δυσάρεστη διαπίστωση.
Το πρωί ήπιε μόνη καφέ μπροστά στο παράθυρο. Απρίλης μόλις είχε μπεί, τα δέντρα γυμνά αλλά το χώμα γεμάτο ζωή. Στον κήπο απέναντι χτυπιόντουσαν φτυάρια, οι γείτονες ετοίμαζαν τα παρτέρια.
Βγήκε ο Μανώλης στην κουζίνα, έκατσε απέναντι της.
Δεν κοιμήθηκες καλά τη νύχτα;
Λίγο μόνο.
Για τον Νίκο;
Έγνεψε.
Μη βασανίζεσαι, Ελένη μου. Οι νέοι, έχουν πια τη δική τους ζωή.
Μανώλη, ήξερες ότι η Άννα κουράζεται μαζί μου;
Έκανε παύση.
Το κατάλαβα.
Και δεν μου είχες πει τίποτα;
Και τι να σου πω; Θα με άκουγες;
Δεν τον απάντησε ήξερε την απάντηση. Όχι, δεν θα τον άκουγε. Θα είχε πληγωθεί, θα έλεγε ότι τα κάνει όλα απ την καρδιά της κι είναι αγνώμονες.
Έμοιασα στην κυρία Σοφία, είπε.
Ώπα, μεγάλος παραλληλισμός…
Ίδια κι απαράλλαχτα.
Δεν διαφώνησε. Αυτό από μόνο του, έλεγε πολλά.
Το Πάσχα το πέρασαν οι δυο τους. Η Ελένη δε μπόρεσε τελείως να μην κάνει τσουρέκι έφτιαξε ένα μικρό, μόνο για εκείνους. Έβαψε μερικά αβγά, έβρασε και λίγο ζελέ, όπως λαχταρούσε πάντα ο Μανώλης. Στραφτάλισαν στο τραπέζι λιτά, χωρίς τρέξιμο, χωρίς „ας κάνω κι αυτό”, „μην τυχόν και δεν φτάσει”. Έφαγαν, ήπιαν λίγο κρασί, είδαν παλιά ελληνική ταινία.
Ήταν ήσυχα. Περίεργα, αλλά όχι όπως το φανταζόταν όχι τόσο βαριά.
Το βράδυ τηλεφώνησε στον Νίκο.
Καλό Πάσχα, Νίκο μου.
Καλό Πάσχα, μαμά. Πώς είστε;
Καλά, ήσυχα. Εσείς;
Κι εμείς ωραία, ξεκουραστήκαμε. Η Άννα σ ευχαριστεί που κατάλαβες.
Αυτό το „κατάλαβες” την τσίμπησε μέσα της. Προφανώς ο Νίκος είχε πει στην Άννα τη συζήτησή τους, προφανώς εκείνη ήξερε πως „κατάλαβε” η πεθερά. Τι να σκεφτόταν; Μήπως ανακουφίστηκε; Μήπως „επιτέλους!”.
Η Ελένη έσφιξε το κινητό.
Να της δώσεις χαιρετίσματα, να της πεις ότι χαίρομαι που ξεκουράζεται.
Τις επόμενες βδομάδες ήταν σαν να είχε αγκάθι μέσα της όχι πολύ οδυνηρό, μόνο μονότονο. Σαν κάτι να σε ενοχλεί συνέχεια, χωρίς να σε πονάει αρκετά ώστε να κάνεις κάτι. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι σωστά κατάλαβε τα πράγματα, την άλλη θυμώναμε που χρειαζόταν να „αναθεωρήσει”. Τριανταπέντε χρόνια τα έκανε όλα για το σπίτι της. Και τώρα ανακαλύπτει ότι μάλλον δεν το έκανε και τόσο καλά όσο νόμιζε; Ότι το ενδιαφέρον της ήταν βάρος;
Το σκεφτόταν παντού στην ουρά στο ΙΚΑ, στη λαϊκή, πηγαίνοντας στην κυρία Ράνια για φρέσκο τυρί.
Ώσπου μια μέρα στο λεωφορείο το είδε ξεκάθαρα.
Ήταν τιγκαρισμένο το λεωφορείο, μύριζε μεταλλικό ήλιο και ένα φθηνό άρωμα. Η Ελένη στέκονταν πιασμένη απ το χερούλι, κοιτούσε το δρόμο. Δίπλα της, μια κυρία γύρω στα 75 φορούσε γαλάζιο παλτό. Στο παράθυρο, νέα γυναίκα, κουρασμένη, φανερά, από τους ώμους της που έμοιαζαν έτοιμοι για παρατήρηση.
Η ηλικιωμένη κάτι της έλεγε ήσυχα, αλλά η Ελένη τα άκουγε καλά:
Τι τις ήθελες αυτές τις μπότες; Έχεις τις καλές, τις μαύρες. Και η τσάντα σου, κορίτσι μου, δεν ταιριάζει με τίποτα. Πες μου, δεν σου είπα να πάρεις τη δερμάτινη; Να γυρνάς σαν φοιτήτρια με καραβόπανο;
Η νέα κοπέλα κοιτούσε το παράθυρο. Δεν απαντούσε. Έμοιαζε να έχει πια μάθει να μην ακούει. Δεν είναι ότι δεν ακούει τα λόγια είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσει.
Και που τρέχεις συνέχεια, να ακούς πρώτα τι σου λέω. Μ ακούς ή μιλάω μόνη μου;
Σ ακούω, μαμά.
Δυο λέξεις, ήσυχα, με αυτή την ουδετερότητα που κουβαλάει χρόνια σιωπής.
Εκείνη την ώρα η Ελένη άρχισε να ιδρώνει όχι από ντροπή. Από το χειρότερο συναίσθημα: την αναγνώριση. Είδε σε εκείνα τα μάτια τη νύφη της. Και είδε για πρώτη φορά από την έξω μεριά τη σκηνή.
Η κυρία κατέβηκε, η κοπέλα την κράτησε και τη βοήθησε χωρίς να μιλά. Ήταν φρόνιμη, υπομονετική, έκανε αυτό που έπρεπε. Τίποτα παραπάνω.
Η Ελένη κατέβηκε στη στάση της περπατώντας αργά. Πέρασε μπροστά από πικροδάφνες, παιδική χαρά, μια γάτα στο περβάζι.
Σκεφτόταν πόσο διαφορετική είναι η σχέση με τα παιδιά, όταν είναι μικρά και όταν μεγαλώσουν. Στα μικρά απαιτείται να τα ελέγχεις. Μεγαλώνοντας όμως, δικός σου ρόλος είναι να επισκέπτεσαι, όχι να νοικοκυρεύεις το σπίτι τους. Πια, είσαι η καλεσμένη. Όχι αυτή που πρέπει να μετακινεί τα έπιπλα.
Ο Νίκος και η Άννα είχαν τη δική τους ζωή. Αυτό που η Ελένη αποκαλούσε „τ αγαπώ όλα γι αυτούς”, στην πράξη ήταν απλά να τα κάνει όλα με το δικό της μέτρο.
Στο σπίτι, έβαλε τσάι. Τηλεφώνησε στη φίλη της, τη Νίνα Καλφαγιάννη παλιά συμφοιτήτρια απ τη Φιλοσοφική.
Νίνα, μπορείς να μιλήσουμε;
Βεβαίως, Ελένη μου, τι συνέβη;
Τίποτα δεν έγινε ακριβώς… Απλά πρέπει να μιλήσω, να σιγουρευτώ ότι δεν τα έχασα τελείως.
Η Νίνα την άκουσε να της εξιστορεί τα πάντα. Μετά, μόνο στο τέλος είπε:
Ελένη, ξέρεις τι είναι το παράξενο; Ότι το σκέφτεσαι. Οι περισσότερες στη θέση σου θα είχαν θυμώσει απλά.
Θύμωσα κι εγώ στην αρχή.
Ναι, μα εσύ δεν κόλλησες εκεί. Αυτό είναι σπάνιο.
Δεν ξέρω, Νίνα. Εκείνη τη γυναίκα στο λεωφορείο, όταν την είδα, σκέφτηκα… Μήπως έτσι φαίνομαι κι εγώ; Μήπως έτσι με βλέπει η Άννα;
Τι θες να κάνεις;
Αυτό το ερώτημα η Ελένη το σκεφτόταν και τις επόμενες μέρες. Να μιλήσει στην Άννα; Να της ζητήσει συγγνώμη; Να εμπλακεί ξανά, να εξηγήσει πώς το βλέπει;
Σκέφτηκε. Όχι. Θα είναι πάλι σαν να μετακινεί τα όριά της η Ελένη, όχι να δίνει χώρο στη νύφη. Κάποια πράγματα καλύτερα να τα δείξεις στη ζωή, όχι με κουβέντες.
Στα τέλη Μαΐου, πήρε ο Νίκος να πει ότι είχαν μετακομίσει σε καινούριο σπίτι, να πάνε να το δουν.
Ελάτε το Σάββατο, μαμά. Θα είμαστε σπίτι.
Η Ελένη ένιωσε αυτό το παλιό, γνωστό σύνθημα να ξυπνάει μέσα της: να ετοιμάσει τα πάντα, άπειρα τάπερ, γλυκά, να κάνει λίστα πραγμάτων. Και ξαφνικά, φρένο.
Όχι.
Πήγε σε μεγάλο μαγαζί ούτε στη λαϊκή, ούτε στα παραδοσιακά είδη σπιτιού. Βρήκε ένα κουτί με δώρο για χαλάρωση: μάσκα ύπνου, αιθέριο έλαιο λεβάντα, μικρό diffuser, ωτασπίδες ροζ σαν αστεράκια. Ούτε μεγάλο ποσό ούτε πολυτέλεια απλά, νόημα: „ξεκούραση”.
Το συνόδευσε με έναν απλό μασάζ όχι σπα, καλύτερα να μην το ρισκάρει. Για τον Νίκο πήρε απλά ένα βιβλίο για σύγχρονη τέχνη που εκείνος ανέφερε ότι του άρεσε.
Τι πήρες; ρωτάει ο Μανώλης.
Στην Άννα τα πήρα. Όχι μαγειρικά, εντάξει;
Εντάξει, Ελένη μου, απάντησε γελώντας.
Το Σάββατο πήγαν στην άλλη άκρη της Αθήνας. Ο Νίκος τους περίμενε κάτω, τους αγκάλιασε και ανέβηκαν με το ασανσέρ στον πέμπτο. Όταν άνοιξε η Άννα, απλά, με ένα τζιν και μπλούζα, φάνηκε ένα μικρό χαμόγελο αυτό το προσεκτικό όταν δεν ξέρεις αν θα είναι όλα καλά.
Καλησπέρα, κυρία Ελένη, κύριε Μανώλη, περάστε!
Καλησπέρα Άννα μου.
Το σπίτι λιτό, ξεκάθαρο. Ανοιχτές κουρτίνες, φως, δυο γλάστρες κρασούλες στα παράθυρα, ένας πίνακας με θάλασσα.
Όμορφα το έχετε κάνει, είπε η Ελένη. Και το εννοούσε.
Έκατσαν όλοι στο τραπέζι. Η Άννα έφερε διάφορα: ψωμί, φέτα, ελιές, σαλάτα με αγγούρι και ντομάτα κομμένη χοντρά πρόσεξε αμέσως, αλλά δεν είπε κουβέντα. Πήρε το πηρούνι κι έφαγε.
Ήταν ένα μικρό, αλλά δύσκολο βήμα. Κανείς δεν το παρατήρησε. Εκείνη όμως το ένιωσε.
Μετά έδωσε το κουτί στην Άννα.
Αυτό είναι για σένα, με το καινούριο σπίτι.
Η Άννα το άνοιξε, εξέτασε τη μάσκα ύπνου, το diffuser, τις ωτασπίδες. Κάτι άλλαξε στο πρόσωπό της αργά, σαν να ξημερώνει.
Για μένα;
Για σένα. Ο Νίκος είπε πως δουλεύεις πολύ. Για να ξεκουραστείς.
Ένα χαμόγελο πιο αληθινό φάνηκε.
Ευχαριστώ, κυρία Ελένη.
Να’ σαι καλά.
Ο Νίκος τις κοιτούσε και χαμογελούσε χωρίς να μιλά. Ο Μανώλης σχολίαζε το μπαλκόνι, „καλός χώρος για ντοματιές το καλοκαίρι”, και όλοι γέλασαν.
Η Άννα έφερε έτοιμο κουλουράκι απ το σούπερ μάρκετ. Η Ελένη το πρόσεξε „σπιτικό θα ταίριαζε καλύτερα”, σκέφτηκε. Δεν είπε τίποτα. Έφαγε ένα, της άρεσε.
Η κουβέντα προχώρησε για το σπίτι, τον καινούριο φούρνο, τι συγκοινωνία έχει η περιοχή. Κανείς δεν ένιωθε να αποδεικνύει τίποτα πια. Η Ελένη όλο και τσάκιζε ένα εσωτερικό αυτοματάκι της να δίνει συμβουλές πότε για το που μπαίνει η βιβλιοθήκη, πότε για το χώμα της γλάστρας και το σταματούσε. Όχι εδώ, όχι τώρα. Δεν ήταν ο δικός της χώρος πια.
Όταν τέλειωσαν, την αγκάλιασε ο Νίκος μια στιγμή στην είσοδο.
Μαμά, καλά έκανες τότε και μου είπες „ναι”.
Πληγώθηκα, Νίκο, αλλά καλά το είπες.
Την αγκάλιασε σφιχτά όπως όταν ήταν παιδί και έπεφτε, όχι για να κλάψει, αλλά για να βρει στήριγμα.
Κατέβηκαν, βγήκαν στην ανοιξιάτικη βραδινή ατμόσφαιρα. Μύριζε λεύκα και βρεγμένο γρασίδι.
Καλή κοπέλα η Άννα, είπε ο Μανώλης.
Καλή, είπε η Ελένη.
Και συ τα πήγες καλά σήμερα.
Πώς το λες έτσι;
Δεν είπες τίποτα για το αγγούρι!
Γέλασαν και οι δύο.
Μετά τα πενήντα πέντε, η ζωή θέλει να μαθαίνεις καινούρια πράγματα. Όχι μόνο υπολογιστές αλλά κυρίως, πώς να αφήνεις χώρο στους άλλους χωρίς να χάνεσαι. Να είσαι σημαντική στη ζωή των παιδιών σου, χωρίς να είσαι παντού. Να αγαπάς χωρίς να χώνεσαι.
Η Ελένη χαμογέλασε, μόνη στην κουζίνα, βλέποντας το δικό της πιάτο με τα αγγούρια. Κάπου το μέσα της ένιωσε πιο ήσυχο.
Τον Ιούνιο, πήγε για μπάρμπεκιου στο σπίτι του γιου. Η Άννα βγήκε και περπάτησαν μόνες μέχρι το ασανσέρ.
Κυρία Ελένη Ήθελα να πω, ευχαριστώ για το δώρο. Όχι μόνο για το δώρο. Που κατάλαβες. Ήταν σημαντικό για μένα.
Η Ελένη, αντί να απαντήσει αμέσως „κι εγώ σ αγαπάω”, στάθηκε και την άφησε να μιλήσει.
Κι εγώ το θέλω, να είμαστε καλή οικογένεια, είπε.
Μπήκαν μέσα. Το κρέας στο γκριλ μοσχοβόλησε. Η Ελένη δοκίμασε τη σαλάτα ήθελε αλάτι. Πήρε τη δική της θήκη και έβαλε διακριτικά μόνο στο δικό της πιάτο.
Άννα, ωραία το έφτιαξες το σπίτι.
Η Άννα την κοίταξε, χαμογέλασε ζεστά.
Ευχαριστώ.
Ο Νίκος έφερε το κρέας.
Πώς σας φαίνεται; Η πρώτη μου προσπάθεια στη γκριλιέρα.
Ωραίος, είπε ο Μανώλης.
Η Ελένη δοκίμασε. Ήταν αλλιώς απ ό,τι έφτιαχνε η ίδια μα καλό.
Τους κοίταζε όλους γύρω απ το τραπέζι. Και ήξερε πως η παλιά της συνήθεια να διορθώνει τους πάντες δεν είχε φύγει εντελώς. Αλλά εκεί, στην άκρη, είχε αρχίσει να ανθίζει κάτι καινούριο κάτι ήσυχο, αλλά υπαρκτό.
Νίκο, καλά τα πήγες, παιδί μου.
Εκείνος χαμογέλασε. Ε, της Άννας ήταν η συνταγή…
Καλά τα πήγατε ΚΑΙ οι δυο.
Σταμάτησαν για λίγο να μιλούν. Εκείνο το καλό διάλειμμα.
Μετά, άρχισαν πάλι τις κουβέντες άδεια, διακοπές, τα παιδιά στην πολυκατοικία.
Η Ελένη σέρβιρε τσάι σε όλους. Σκέφτηκε πως ποτέ δεν μαθαίνεις απολύτως πώς να είσαι καλή πεθερά. Είναι πιο πολύ διαδρομή παρά συνταγή.
Έτσι είναι, φίλε μου. Άλλος δρόμος για τον καθένα. Το μόνο που έχει σημασία, είναι να προσπαθείς χωρίς να τα θες πάντα όλα „σωστά”.
Αυτό κατάφερε κι η Ελένη φέτος. Κι ας έμαθε μόλις στα πενήντα οκτώ να αφήνει χώρο και στους άλλους.
Καλύτερα αργά, παρά ποτέ αυτό είναι η αλήθεια.
Άραγε η Άννα την έχει συγχωρήσει πραγματικά; Ίσως όχι ακόμα. Αλλά τουλάχιστον, μπορούν να δοκιμάσουν ξανά.
Κι αυτό, είναι μια καλή αρχή.





