Ο Χειμερινός Επισκέπτης

Ο Χειμωνιάτικος Επισκέπτης

Σ ένα χωριό στην Πίνδο, ο χειμώνας καταφθάνει νωρίς και η νύχτα σκεπάζει τα πάντα ακόμη νωρίτερα όταν φυσάει δυνατά. Ήταν εφτά, μα έξω το μόνο που υπήρχε ήταν ο γκρίζος αχός του χιονιού, χιόνι κολλημένο στα τζάμια, να κυλάει αργά προς τα κάτω σαν να προσπαθούσε να μπει μέσα.

Καθόμουν στο τραπέζι και διόρθωνα ένα χειρόγραφο.

Δεν ήταν επείγουσα δουλειά η προθεσμία έληγε στις δύο Ιανουαρίου αλλά το συνήθειό μου με ήθελε να μην το αφήνω για τελευταία στιγμή. Άλλωστε, τι νόημα είχε να περιμένω το νέο έτος μόνη; Ο πλησιέστερος οικισμός, τα Τρίκαλα, βρισκόταν εβδομήντα χιλιόμετρα μακριά, και τηλεόραση είχα σταματήσει να βλέπω εδώ και μια δεκαετία.

Το σπίτι στο Άνω Ξυλόκαστρο το αγοράσαμε με τον άνδρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Τότε φάνταζε ως καταφύγιο για τα καλοκαίρια, μέρος που μυρίζει πεύκο και ρίγανη. Όταν όμως ο Στέργιος σκοτώθηκε, η πόλη σταμάτησε να υφίσταται για μένα. Μετακόμισα μόνιμα με το λάπτοπ, τα χειρόγραφα και τη γάτα μου, τη Φοίβη, που κοιμόταν τώρα πάνω στο καλοριφέρ και δεν είχε ιδέα τι γίνονταν έξω.

Οι γείτονες στην αρχή μου μιλούσαν με κατανόηση, ύστερα απλώς συνήθισαν. Η Νατάσα Πετρίδου επιμελήτρια, μένει στο σπίτι με τα γαλανά παραθυρόφυλλα, βγαίνει μόνο για τα γράμματα και για ψώνια κάθε τρεις μέρες, δεν ενοχλεί και δεν περιμένει κανέναν. Ιδανική γειτόνισσα.

Στο τραπέζι υπήρχε το εκτυπωμένο χειρόγραφο. Πάνω πάνω, το όνομα: «Δ. Λιανός». Οκτώ μήνες επεξεργαζόμουν το ίδιο μυθιστόρημα. Διόρθωση, αλληλογραφία με τον εκδοτικό, σημειώσεις ό,τι παίρναμε πίσω υπογραμμίζονταν με «αποδεκτό» ή «να ξαναδούμε». Δεν ήξερα τον συγγραφέα. Μόνο το επώνυμο, ένα αρχικό κι ένα αρχείο: τριακόσιες ογδόντα σελίδες για έναν άνθρωπο που προχωρούσε πολύ προς τη λάθος κατεύθυνση μέχρι να το συνειδητοποιήσει.

Καλό μυθιστόρημα.

Έχω διορθώσει πολλά. Ξέρω πότε το κείμενο έχει αληθινή φωνή, πότε είναι κούφιο. Η φωνή εδώ ήταν ζωντανή. Υπάρχει άνθρωπος, δεν γίνεται να φτιαχτεί με τεχνική. Μάλλον το ήξερε και ο συγγραφέας, ίσως το φοβόταν.

Το τηλέφωνο χτύπησε κατά τις εφτάμιση.

Νατάσα, πότε θα το παραδώσεις; ακούστηκε η Κατερίνα από τον εκδοτικό, απολογητική είναι αργία, το ξέρει.

Στις δύο.

Μα, ντάξει, μετά τις δέκα να το δώσεις. Είναι γιορτές.

Στις δύο, Κατερίνα.

Δεν επέμεινε. Το ήξερε.

Είσαι πάλι μόνη στο βουνό;

Έχω τη Φοίβη.

Νατάσα…

Κατερίνα…

Χαμογέλασε και το έκλεισε. Γύρισα στο κείμενο, στη σελίδα που μέρες με βασάνιζε.

Σελίδα εκατόν δέκα επτά. Τρίτη παράγραφος. Η φράση εκεί στράβωνε τον ρυθμό· βαρύ έπεφτε το νόημα, όχι τα λόγια. Πέντε φορές τη διόρθωσα, πέντε τη διέγραψα.

Την έκτη, βγήκε σωστή.

Σημείωσα και έκλεισα το λάπτοπ. Είχα δυο ώρες μέχρι τον χτύπο.

Σχεδόν στις δέκα άκουσα το χτύπημα.

Όχι στο παράθυρο· στην πόρτα.

Νόμιζα πως ήταν ο άνεμος. Ο άνεμος όμως ουρλιάζει, δεν χτυπάει. Τρία χτυπήματα, μετά δύο.

Η Φοίβη άνοιξε ένα μάτι, ξανάκλεισε.

Σηκώθηκα. Πλησίασα το κρεμασμένο, βάρβαρο τζάμι έσυρα την κουρτίνα. Έξω, στην αυλή, ξένος άνθρωπος, χωρίς αυτοκίνητο· γύρω του μόνο λευκός χιονιάς και το πανωφόρι μισοπανηγυρικό, καταβρεγμένο. Ο φανοστάτης κουνούσε τη σκιά του πάνω του, αλλά ο άνθρωπος δεν φοβόταν μόνο ξεπάγιαζε.

Στα χωριά δεν κλείνεις την πόρτα σε άνθρωπο, πιο πολύ σε τέτοια χιόνια.

Φόρεσα μπουφάν, πήγα.

Καλησπέρα, είπε χαμηλόφωνα και λίγο βραχνά. Συγγνώμη που ενοχλώ τέτοια ώρα. Το κινητό μου έσβησε, το αυτοκίνητο έφυγε από το δρόμο, είδα φως.

Ήταν ψηλός, να ακουμπά το πάνω καρφί της πόρτας. Καρό παλτό, σταυροβρεγμένο, στο ένα χέρι γυαλιά, στο άλλο τίποτε· ούτε σάκος ούτε σακίδιο.

Περάστε, είπα.

Μπήκε ήσυχα, προσεκτικά σαν να προσπαθούσε να χωρέσει σε όσο το δυνατόν μικρότερη γωνιά.

Η μηχανή; τον ρώτησα όσο έλυνε το κασκόλ.

Διακόσια μέτρα πιο πάνω. Έκανα λάθος δρόμο, χώθηκα στο χιόνι. Το φορτιστή τον ξέχασα, το GPS έφαγε όλη τη μπαταρία.

Όσο κρεμούσε το παλτό, έβαλα μπρίκι. Περίμενα να ξεθαμπώσουν τα γυαλιά κράταγε τους φακούς στα χέρια, έβαλε τα γυαλιά μόνο όταν τα ζέστανε στην παλάμη.

Βάλ τα εδώ.

Ευχαριστώ. Τον κοίταξα στα μάτια πρώτη φορά. Δημήτρης.

Νατάσα. Έδειξα την κουζίνα. Περάστε.

Όλοι γνωρίζονται στα χωριά. Το πλησιέστερο ήταν το Νεοχώρι, έξι χιλιόμετρα απ το χωράφι. Λίγα σπίτια μένουν όλο το χρόνο.

Από το Νεοχώρι;

Ναι. Αγόρασα σπίτι το φθινόπωρο, ήρθα για πρώτη φορά χειμώνα. Ξέχασα ότι το βουνό αλλάζει.

Δεν διαβάσατε τον καιρό;

Διαβάσα… έλεγε „ελαφρύ χιόνι”.

„Ελαφρύ χιόνι” σε δρόμο ή σε βουνό είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Το έμαθα.

Έβαλα το φλυτζάνι μπροστά του, ζεστό, χωρίς να ρωτήσω. Το αγκάλιασε και απλώς έμεινε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα.

Δεν τρέχει με το αυτοκίνητο, θα το τραβήξουν αύριο. Μόνο να ειδοποιήσω.

Σου δίνω φορτιστή, είπα δείχνοντας την πρίζα.

Έβαλε το κινητό, κάθισε. Ξαναπήρε το φλυτζάνι, ξεπαγιάζοντας.

Εδώ μένετε μόνιμα;

Πέντε χρόνια τώρα. Πριν μόνο καλοκαίρια.

Δεν σας λείπει η πόλη;

Όχι.

Δεν ρώτησε «γιατί», και το εκτίμησα.

Το κινητό του παλιό, κολλημένο στις μπαταρίες. Από το μηδέν στα πέντε τοις εκατό, ήθελε σαράντα λεπτά. Δεν θα έφευγε σύντομα.

Να φάτε θέλετε;

Το πρωί έφαγα.

Μόνο το πρωί;

Νόμιζα θα γυρίσω γρήγορα.

Είχα χτεσινή φακή στο ψυγείο. Ζέστανα. Δεν είπε «μην ενοχλείστε», σωστά έκανε: κάθισε ήσυχος και περίμενε.

Όσο έβραζε το φαγητό, κανείς δεν μιλούσε. Δεν ήταν άβολο. Επέπλεε το μονότονο ρέκβιεμ του ανέμου, η Φοίβη ροχάλιζε πάνω στο καλοριφέρ, το φως της κουζίνας κίτρινο και ζεστό. Παράξενη ησυχία ένας άγνωστος στην κουζίνα σου, και δεν σε ενοχλεί. Συνήθως ενοχλεί.

Έβαλα και δεύτερο καϊμάκι μισή ώρα μετά.

Το χιονιά έξω ακόμα πάλευε. Τρώγαμε αλλά μιλούσαμε λίγο. Όχι επειδή δεν υπήρχε τί να πεις, αλλά δεν υπήρχε λόγος να βιαστείς.

Είναι ήσυχα, είπε.

Μόνιμα. Εκτός από τον αέρα.

Όχι έξω… μέσα είναι ήσυχα. Έγνεψε προς το δωμάτιο.

Ραδιόφωνο μόνον έχω, μικρό, στο περβάζι.

Κι εγώ, είπε. Στην Αθήνα δεν μπορώ ούτε να γράψω χωρίς ακουστικά. Πάντα κάποιος ακούγεται από δίπλα.

Εμείς τι δουλειά κάνουμε;

Πεζογραφία, είπε, κοιτώντας στο φλυτζάνι του. Τα δυο τελευταία χρόνια γράφω ένα μυθιστόρημα.

Συμβαίνει.

Το παρέδωσα φθινόπωρο. Τώρα δεν ξέρω τι να κάνω.

Το ήξερα το συναίσθημα, όχι από δικό μου βίωμα από τους συγγραφείς που συνοδεύω. Μόλις φεύγει το χειρόγραφο, αφήνει τρύπα και δεν ξέρεις αν να τη γεμίσεις γράφοντας νέο ή βουίζοντας μέρες κενός.

Θα περάσει, είπα.

Το ξέρω. Αλλά τώρα όχι.

Η Φοίβη πήδηξε απ το καλοριφέρ, τον μύρισε επιφυλακτικά και ξαναγύρισε. Ο Δημήτρης την παρακολούθησε.

Αυτό καλό σημαίνει; ρώτησε.

Μέτριο. Αν καθόταν δίπλα σου, θα ήταν πολύ καλό.

Θα δουλέψω πάνω στην εύνοιά της, απάντησε πολύ σοβαρά.

Γέλασα.

Να κάνω μια ερώτηση;

Κάνε.

Γιατί είπες «στις δύο» στο τηλέφωνο; Προθεσμία είπες αλλά είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Γιατί να δουλεύεις σήμερα κι όχι, ας πούμε, μεθαύριο;

Πολύ στοχευμένη η ερώτηση. Σχεδόν υπερβολικά για κάποιον που μόλις κατέβηκε από τον χιονιά.

Από συνήθεια, απάντησα.

Ποια συνήθεια;

Να τελειώνω αυτά που είναι σχεδόν έτοιμα.

Δεν έδειξε να πείθεται. Εντόπισε ότι δεν ήταν όλη η αλήθεια.

Κι επειδή δεν έχει νόημα να περιμένω, πρόσθεσα. Δεν γιορτάζω ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά. Καλύτερα να δουλεύω παρά να κοιτάω το ρολόι.

Οκ, έκανε.

Καλή απάντηση.

Άκουγα από μακριά τις μεταλλικές σαιτάνες να χτυπούν στο σπίτι του γείτονα αυτοί είχαν φύγει από το Νοέμβρη κι έτσι ο θόρυβος ακουγόταν πιο δυνατά.

Δούλευες όταν ήρθα, είπε ο Δημήτρης, χωρίς να περιμένει ερώτηση.

Ναι.

Τι δουλειά κάνεις;

Επιμελητεύω λογοτεχνία.

Ενδιαφέρον.

Συνήθως ναι.

Με κοίταξε λίγο παραπάνω απ ό,τι πρέπει.

Σ αρέσει να δουλεύεις πάνω σε άλλο κείμενο; Δεν σε βαραίνει;

Σκέφτηκα:

Όταν το κείμενο είναι κακό, βαραίνει. Όταν είναι καλό, θέλεις να το κάνεις καλύτερο. Είναι λίγο όπως στη συντήρηση πίνακα είναι εκεί, εσύ απλώς βγάζεις τα περιττά.

Έγνεψε καταφατικά. Ήσυχα, στον εαυτό του.

Αν διορθώνει ο επιμελητής, θυμώνεις;

Όχι. Μόνο αν κόψει κάτι αληθινό.

Πώς το καταλαβαίνεις;

Αν πονάει όταν το βγάζουν, είναι αληθινό. Αν όχι, ας φύγει.

Άκουσα συγγραφέα. Πολύ συγκεκριμένη απάντηση.

Παλιά, στους πρώτους εκδότες, μου άλλαξαν το βιβλίο. Έγινε λες και από την ιστορία ενός παλιού ναυτικού το έκαναν για έναν μάνατζερ σε εταιρεία. Εγώ το είχα αφήσει έτσι, γιατί νόμιζα πως ήξεραν καλύτερα.

Και μετά;

Ο καθένας ξέρει αλλιώς. Καλύτερα δεν σημαίνει σωστότερα.

Έγνεψα.

***

Έξω είχε απλωθεί παχύ και βουβό σκοτάδι μόνον το χιόνι, ούτε φώτα από πουθενά, ο φανοστάτης σαν να αρνιόταν να φωτίσει.

Ο Δημήτρης πήγε για δεύτερο τσάι. Η Φοίβη πέρασε πάλι δίπλα αυτή τη φορά ούτε κοντοστάθηκε. Δεν τον φώναξε, σωστό· δεν της άρεσε να τη φωνάζουν.

Να κοιτάξω τη βιβλιοθήκη σας;

Φυσικά.

Σηκώθηκε. Τρεις βιβλιοθήκες· αστυνομικά χωριστά, λογοτεχνία αλλού, τα υπόλοιπα μπερδεμένα. Δεν άγγιξε, απλώς διάβασε τις ράχες και γύρισε.

Πολλά αστυνομικά.

Τα παίρνω για να ξεχνιέμαι. Εκεί όλα λύνονται.

Στη ζωή;

Πιο σπάνια.

Μιλήστε μου για το μυθιστόρημα που διορθώνετε, είπε.

Σκέφτηκα λίγο, περίεργο αίτημα αλλά όχι παράλογο από άγνωστο.

Είναι για έναν άνθρωπο που πολύ καιρό νόμιζε ότι έκανε το σωστό ώσπου ανακάλυψε πως φοβόταν να κάνει κάτι διαφορετικό. Είναι ιστορία διάκρισης μεταξύ συνήθειας και επιλογής.

Τι συμβαίνει στο τέλος;

Φεύγει. Ούτε από ανθρώπους, ούτε από τόπο από τον παλιό του εαυτό.

Το προτιμάτε αυτό το τέλος;

Ναι. Ο συγγραφέας στον πρώτο σχέδιο ήθελε να γυρίσει ο ήρωας εκεί που ήταν.

Πείστηκε;

Έγραψα παρατήρηση· μόνος το διάλεξε τελικά. Το βιβλίο δικό του.

Έμεινε σιωπηλός.

Γιατί φεύγοντας είναι καλύτερο τέλος;

Γιατί η επιστροφή απαντά στο «πού», η φυγή στο «ποιος».

Από το κείμενο είναι ή δική σας;

Δική μου σημείωση ήταν.

Επαναστατική σιωπή. Δεν πίεσα.

Πόσα χρόνια διορθώνετε;

Οκτώ.

Πάντα έτσι σκεφτόσασταν για τα τέλη;

Μόνο στα αληθινά έργα. Τα ψεύτικα μπορούν να τελειώσουν όπως να 'ναι, κανείς δεν τα πιστεύει ούτως ή άλλως. Τα υπόλοιπα, ωθούνται μόνα τους σε ένα τέλος· ο επιμελητής να μην το χαλάσει μόνο.

Ο Δημήτρης κοίταξε έξω. Διήρκησε. Ζύγιζε ό,τι άκουγε.

Δύσκολο να διαβάζετε ξένο έργο έτσι, είπε.

Μερικές φορές. Αν ο συγγραφέας αντιστέκεται. Αυτός όμως όχι. Άκουγε.

Αυτός που δουλεύετε τώρα;

Ναι.

Σε τι;

Πάνω στη διαφορά ανάμεσα στο ακριβές και το αληθινό, απάντησα μετά από δισταγμό. Υπάρχει μια φράση, την άλλαξα· ο συγγραφέας το δέχτηκε, μα ακόμα το σκέφτομαι.

Ποια;

Σχετικά με τον χιονιά. Ήταν μακριά, βαρύ. Εγώ την έκοψα. Έγινε ακριβές αλλά κάτι χάθηκε.

Τι χάθηκε;

Δεν ξέρω. Κάτι ζωντανό.

Πείτε τη, όπως βγήκε.

Δισταγμός μα όχι άρνηση.

«Ο χιονιάς δεν διαλέγει. Μένει, όταν όλα τα άλλα φεύγουν.»

Σιγή.

Ήξερα, με τον τρόπο που κρατούσε το φλυτζάνι, το μυαλό του έτρεχε αλλού στην αναγνώριση.

Κάτι δεν πάει καλά; ρώτησα.

Όχι, είπε. Την είχα αλλιώς: «Ο χιονιάς δεν διαλέγει πού να πάει ξέρει μόνο πως μένει ό,τι δεν φοβάται το κρύο.»

Έβαλα σιγά το φλυτζάνι μου κάτω.

Αυτή ήταν η φράση του χειρογράφου. Σελίδα 117, τρίτη παράγραφος. Εγώ την είχα αλλάξει. Η ακριβής εκδοχή δεν κυκλοφορούσε πουθενά. Εκτός από τον συγγραφέα.

Εσύ είσαι ο Δ. Λιανός, είπα.

Δεν ρώτησα, το ήξερα.

Με κοίταξε.

Δημήτρης Λιανός. Ναι.

Δεν ήξερα τι να πω. Περίεργο και απλό ταυτόχρονα. Κάτι το ένιωθα από νωρίς, χωρίς να το καταλαβαίνω. Δυο ώρες μιλούσαμε, και όλο το βράδυ χρωματιζόταν απ αυτή την αόρατη γραμμή εγώ διορθωνόμουν στο κείμενό του, εκείνος έγραφε κοντά στη δική μου φωνή.

Διόρθωσα το βιβλίο σου για οκτώ μήνες, είπα.

Το ξέρω. Μου είπαν για επιμελήτρια „Ν. Πετρίδου”. Μόνο το αρχικό.

Ν. Πετρίδου. Νατάσα Πετρίδου. Εγώ.

Γνωριζόμασταν. Μέσα από γραμμές στο περιθώριο, «ναι» και «όχι» αναθεώρησης. Αυτός δέχτηκε το τέλος μου, απέρριψε διορθώσεις στο τέταρτο κεφάλαιο. Εγώ επέμεινα σε ρυθμούς, εκείνος συμφώνησε μετά.

Καταλάβαινα ήδη πολλά γι αυτόν, απλά κάτι έλειπε: το όνομα.

Και τώρα, ήρθε χιονισμένος στην πόρτα μου.

***

Γιατί δεν το είπες πριν;

Τι; Δεν ήξερα πως είσαι η επιμελήτριά μου. Εσύ είπες ότι γράφεις, εγώ μόνο ανέφερα τη συγγραφή.

Κι εγώ μόνο τον εκδοτικό.

Ακριβώς… δεν τα λέμε όλα.

Με κοίταξε ήρεμα και είχε δίκιο.

Εκείνη τη φράση την άλλαξες· ήταν πολύ μεγάλη για τον ρυθμό του σημείου.

Το ξέρω. Το δέχτηκα.

Η δικιά σου είναι πιο σωστή. Αλλά η δική σου λέει την αλήθεια, η δικιά μου το ρυθμό.

Σιώπησε πολύ ώρα.

Να το κρατήσεις έτσι, είπε.

Είναι πιο δική σου. Αν το ζητήσεις, θα το επαναφέρουν.

Όχι… άσ το έτσι. Έτσι είναι πιο ισορροπημένο.

Δεν επέμεινα. Ήταν σημαντικό ότι το ρώτησε.

Το κινητό βόηθησε 15%. Μπορούσε να καλέσει. Μα δεν σηκώθηκε.

Το χειρόγραφό μου το διάβασες όλο;

Τρεις φορές. Μια για να καταλάβω, μια για να νιώσω, μία για να δουλέψω.

Και πώς σε έκανε να νιώθεις;

Πως ο άνθρωπος εκεί μέσα πάλεψε και κατάλαβε. Πλέον κατάλαβε.

Έσκυψε το κεφάλι.

Έτσι είναι, χαμηλόφωνα.

Το μυθιστόρημα καλό, πρόσθεσα. Σπανίως το λέω φωναχτά. Είναι αληθινό.

Δεν απάντησε, μόνο έγνεψε. Σημαντικό για εκείνον, μα δεν ήξερε να το λέει.

Η σιωπή μας έγινε δική μας, όχι αμήχανη.

Εδώ μόνη από την αρχή;

Όχι. Ο άντρας μου πέθανε πριν πέντε χρόνια.

Λυπάμαι.

Μη λυπάσαι. Πονά λιγότερο τώρα. Είναι αλλιώς.

Δεν είπε «καταλαβαίνω». Συνήθως το λένε, αλλά συνήθως είναι ψέμα.

Γιατί Άνω Ξυλόκαστρο;

Είναι ήσυχα. Κι εδώ ήμασταν μαζί έτσι είναι ακόμα λίγο δικός του τόπος.

Έγνεψε αργά.

Εσύ γιατί το Νεοχώρι;

Χώρισα πριν δυο χρόνια. Στην Αθήνα, το διαμέρισμα ήταν άδειο. Γι αυτό πήρα το σπίτι. Να αλλάζει η ποιότητα του κενού.

Γέλασα. Όχι πως το περίμενα αυτό που ποτέ δεν έβρισκα λόγια να πω.

Ακριβώς.

Καταλαβαίνεις;

Και πολύ καλά.

Χαμογελούσε δειλά πια. Διαφορετικό.

Στο τέταρτο κεφάλαιο έβγαλες ένα μονόλογο, είπε.

Έβγαλα.

Γιατί;

Ο ήρωας εξηγούσε πράγματα που ήδη ήξερε ο αναγνώστης. Ήταν παραπανίσιο.

Το λυπήθηκα.

Το έγραψες στο σχόλιο.

Εσύ απάντησες „κατανοητό, αλλά όχι”.

Γιατί ήταν δικό σου να το λυπάσαι, όμως για το κείμενο δεν ήταν σωστό.

Έμεινε λίγο να σκέφτεται.

Δίκιο είχες. Καλύτερα χωρίς.

Πάντα μετά το καταλαβαίνουν.

Σε πειράζει που σε ευχαριστούν αφού;

Όχι. Σημασία έχει να βγει καλό το κείμενο. Όταν βγει θα πω «εντάξει», κι αρκεί.

Με κοίταξε στα μάτια, όχι σαν ξένος πια.

Νόμιζα οι επιμελητές είναι απρόσωποι, είπε.

Και πρέπει. Το κείμενο δεν αφορά εμάς.

Εσύ δεν είσαι.

Ίσως πρόβλημα.

Όχι, είπε. Όχι.

***

Έντεκα παρά τέταρτο.

Σε δεκαπέντε λεπτά αλλάζει ο χρόνος.

Το ξέρω.

Έξω ο χιονιάς σαν να κουράστηκε. Μόνο το χιόνι κολλημένο στο τζάμι. Ο φανοστάτης σταμάτησε να ταλαντεύεται. Τώρα θύμιζε νιφάδες που λυπούνται να πέσουν.

Εκτός από τσάι έχετε τίποτε άλλο;

Κρασί. Λευκό. Ανοιγμένο απ τα Χριστούγεννα.

Εντάξει ακόμη;

Νομίζω.

Δυο ποτήρια νερού ποτήρια του κρασιού δεν κρατάω. Λίγο σε καθένα.

Στην υγειά μας;

Για τη νέα χρονιά.

Πολύ αόριστο. Γέλασε. Για την ειλικρίνεια. Που νικά καμιά φορά την ακρίβεια.

Με κοίταξε κι εγώ δεν γύρισα αλλού, για πρώτη φορά το βράδυ.

Εντάξει.

Οι καμπάνες του Αι-Γιώργη ακούστηκαν αχνά από το ραδιόφωνο στο περβάζι εκεί το χε στερεώσει ο Στέργιος πρώτα. Δεν το μετακίνησα ποτέ, μόνο μπαταρίες εδώ κι εκεί. Στα μεσάνυχτα ψιθύριζε φωνές από άλλα σπίτια, άλλες γιορτές.

Τώρα ήταν αλλιώς.

Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια. Ήπιαμε ήσυχα. Η Φοίβη αναστέναξε πάνω στο καλοριφέρ, έξω το χιόνι έπεφτε αργά, βαριά.

Το κινητό, 30% φόρτιση. Ο Δημήτρης κοίταξε, μετά στο παράθυρο, μετά σε μένα.

Εξέλκυση τώρα δεν έρχεται.

Όχι. Ως το πρωί τουλάχιστον.

Μπορώ να κοιμηθώ κάπου;

Έγνεψα.

Καναπές στο γραφείο. Εκεί είναι τα χαρτιά θα τα μαζέψω.

Μην τ αγγίξεις, δεν θα ενοχλήσω.

Σωστά το είπε «δεν θα ενοχλήσω». Σαν να διαισθανόταν ότι σέβομαι τον χώρο.

Εντάξει.

Σηκώθηκα, έβαλα νερό στο μπρίκι για τίποτα έτσι, να κάνω κάτι με τα χέρια μου.

Νατάσα, είπε.

Ναι;

Χαίρομαι που η μηχανή μου κόλλησε στο χιόνι.

Τον κοίταξα καθόταν, αγκαλιάζοντας το ποτήρι, μιλώντας έτσι απλά.

Εγώ ακόμη δεν είμαι σίγουρη.

Το ξέρω. Είναι φυσικό.

Το μπρίκι σφύριξε.

Έβαλα τσάι και στα δυο φλυτζάνια. Το ένα μπροστά του. «Ευχαριστώ», είπε, και το πήρε.

Έξω, χιόνι έπεφτε ήσυχα. Ο χιονιάς τέλειωσε.

Αλλά δεν έφευγε.

Κι εγώ δεν ρώτησα πότε θα φύγει.

Το χειρόγραφο ξεκουραζόταν στο άλλο δωμάτιο σελίδα 117, τρίτη παράγραφος. Εκεί, η φράση του με τη δικιά μου επιμέλεια. Λόγια πάνω στα οποία υπάρχουμε όταν όλα τα άλλα φεύγουν.

Ίσως αυτή ήταν η αλήθεια.

Καθόμουν στο τραπέζι με το φλυτζάνι ζεστό στα χέρια, απέναντί μου εκείνος. Έξω δεν υπήρχε πια χιονιάς μόνο σιωπηλό χιόνι και μια νέα χρονιά που, δίχως να το ξέρουμε ακριβώς, είχε ήδη αρχίσει.

Oceń artykuł
Ο Χειμερινός Επισκέπτης