Γιώργος Ιωάννιδας, μόλις είχε μαζέψει το φτωχό του βραδινό ψάρεμα σε ένα πλεκτό καλαθάκι και έβγαινε βήμα-βήμα προς το παλιό του βαγάκι που έμοιαζε με χαλινοσκεπίδα, όταν ξαφνικά πάγωσε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Δεν ήταν φαντασία. Από το πυκνό όρνεο του ποταμού Αλιάκμονα ξαφνιάστηκε το ίδιο στεναγμόκραυγήμαρτύριο, ένα προαποθανικό άημα γεμάτο τέτοιο θηριώδες τρόμο που η ραχοκοκαλιά τρεμούταν μόνη της. Ήταν μια γυναίκα που λυγόταν. Ο άνεμος που έσπαγε τα ξακόσια πεύκα σπρώχνει και διασπέρνει τη φωνή της, αλλά κάποιες λέξεις φάνηκαν σα φως. Δεν ζητούσε απλώς βοήθεια· παρακαλούσε με όλη της τη δύναμη, βάθιζοντας το κραυγή της στη ψυχή της. Κάπου δίπλα της ακούγονταν και άλλες ψυχικές φωνές, σαν νερά που φώναζαν από την όχθη.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, έριξα το καλαθάκι, και τα ψαράκια που έλαμπαν σαν ασημένια κομμάτια έσπασαν πάνω στο βρεγμένο αμμόχλευο. Τα ρούχα μου, τα βαρύτατα βραδινά παλτά και τα παλιά παντελόνια, τα άφησα στο σχοινί, μένουν μόνο τα φθαρμένα μαντηλάκια. Τρέχοντας στην κρύα, μαύρη νερό, ο άνεμος σήκωσε τα κύματα σαν λυκόψυχος θηρίο· μου φύσησε και τα παγαλόδερμα μου στο πρόσωπο.
Κολύμπησα με πάθος. Το ρεύμα, που συνήθως ήξερε και ήσυχο, εκείνη τη μέρα ήταν παγίδα και δύναμη, τα χέρια του κρύου νερού έπλεχαν σαν αλυσίδα στα πόδια. Σχεδόν στη μέση του ποταμού, εκεί που το νερό σκοτείνιαζε βαθιά, η κοπέλα πάσχοντας με τα μαύρα μαλλιά της, έμοιαζε με φίνι του όρνου· ανυψωνόταν πάνω στα κύματα, έσπασε σιγανά στο βυθό, και το κεφάλι της βυθιζόταν. Ο νεαρός που την έβλεπε να προσπαθεί να επιβιώσει, είχε ήδη φτάσει στην αντίπαλη όχθη. Δεν γύρισε πίσω· τα βήματά του ήταν γρήγορα, αγχωμένα. Έβγαλε το φουσκωτό λεωφορείο και, με το βλέμμα του αγριδού, έσκυψε στις άκρες του δάσους, σπρώχνοντας να κρυφτεί στην πυρήνα του.
Η γυναίκα δεν φώναζε πια· το σώμα της έμοιαζε με σιωπή. Όταν έφτασα στο σημείο του τιμωρητικού, στο νερό κυλούσαν μόνο αργές, κακόβουλες κυλινδρικές γραμμές. Η καρδιά μου έσφριχτηκε. Πήρα μια βαθιά ανάσα, και βυθίστηκα στην παγωμένη ομίχλη. Τα χέρια μου έπιασαν το λειωμένο μαντήλι, τράβηξα το άψυχο κορμί από πίσω, και με το ένα χέρι σαν κουπί κωπήσα, με το άλλο έσπρωξα τα πόδια, ρίχνοντας τον εαυτό μου προς την όχθη. Κάθε κίνηση ήταν φωτιά στους μυς· κάθε ανάσα μια κραυγή. Αλλά έπλεα, κολλημένος στη ζωή και σ αυτή που είχε στα χέρια μου.
Τραβώντας τη γυναίκα στην άκρη του νερού, χωρίς να νιώθω την εξάντληση, άρχισα να τη φροντίζω. Τα χέρια μου, σκληρά από χρόνια σκληρής δουλειάς, δούλευαν γρήγορα· έσχηνα κίνηση, πίεση, τεχνητή ανάσα. Τα νερά του ποταμού έσπρωσαν από τους πνεύμονες της, και η πνευμονική της βήχα έμοιαζε με σπασμό. Η αναπνοή της σταθερή αλλά αδύναμη επανήλθε. Ξεχάσαμε το κρύο, στρώσαμε τα καμένα κάρβουνα της παλιάς φωτιάς στο πλάι, φτιάξαμε στρώμα από λειόβριχα πέτρες και το καλύψαμε με παχιά ελιά. Την τοποθέτησα προσεκτικά επάνω σε αυτήν τη χαραυγή, την κάλυψα με το μόνο μου κάλτσικο που μαντήλι είχε μυρωδιά καπνού και ιδρώτα. Έβαλα τα πράγματά της στην άκρη, τράβηξα τα βρεγμένα ρούχα και τα τύλιξα στο σώμα της.
Η ζεστασιά ανέβαινε αργά, σαν να φοβόταν να φτάσει το παγωμένο κεφάλι. Η κοπέλα ξάπλωσε ακίνητη· μόνο η μικρή άτσα που έβγαλε από το στόμα της έδειχνε τη ζωή. Το κρύο νερό και το σοκ είχαν κάνει τη δουλειά τους· ήξερα όμως, με την ίδια βεβαιότητα που ξέρει κάθε πάτρα του Αλιάκμονα, ότι σύντομα θα ξυπνήσει.
Σηκώνοντας το βλέμμα μου στον ουρανό, που ήταν σπασμένος από βαριές, χαμηλές νεφώσεις, δεν υπήρχαν αστέρια· ούτε και το φεγγάρι έπαιρνε θέση. Η άδεια ήταν βαριά και άνευ παρηγοριάς.
Κατέβησα το βλέμμα μου στα πέπλα της φωτιάς· με τα φλόγα ταξίδευα πίσω στο παρελθόν, σε εκείνο το γκρίζο βράδυ που μου πήρε τα πάντα.
Ήμουν με τη Λίκα και το μικρό μας Άρη όταν φύγαμε για ψάρεμα, όπως το κάναμε κάθε καλοκαίρι. Μετά τη γυνά μου έφυγα με το παλιό μας καράβι, ξεκινώντας από τα πλάγια της λίμνης Πηλίου.
Ζεσταθείτε με έναν τσάι, θα γυρίσω με το μεγάλο ψαρονέμο, και θα φάμε το καλύτερο ψαρόσουπα του κόσμου! είπα στη Λίκα, χαμογελώντας ελαφρά, το πρόσωπό μου φωτισμένο από απλή χαρά.
Πρόσεχε, Βαγγέλη, ο καιρός σκάει, μου απάντησε η γυναίκα, κοιτάζοντας τα αυξανόμενα σύννεφα.
Ξέρω τη λίμνη σαν τους δακτύλους των χεριών μου! φώναξα, βγάζοντας τα κολάκια στο νερό.
Έφτασα στο αγαπημένο μου σημείο, ρίξα τις γάντζους και άρχισα να περιμένω. Ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε σαν νύχτα. Ο άγριος άνεμος έσπαρε τα δέντρα και μια ταινία νερού κατέσχε τη βάρκα· η καράβι τράπηκε, και ένας κλασικός κλικ με έκανε να χτυπήσω μια κρυφή κορυφή, σαν ξίφος. Η αέρας έσπαγε μέσα, και η βάρκα έγινε ένας τελείως λάσπης κομμάτι.
Προσπάθησα να κολυμπήσω, αλλά ένας ξαφνικός πόνος στην πλάτη μου, σαν ένεση πάγου, με αγνόησε. Η θάλασσα με σύρθηκε, χτύπησε ένα σκληρό αντικείμενο, και το σκοτάδι με κατέβηκε. Ξύπνησα τρεις μέρες αργότερα, ξαπλωμένος σε μια μικρή, καπνισμένη καλύβα στο βουνό. Με την άρση του σώματος, ο πόνος έκυψε ξανά· τότε μπήκε ένας γέρος, με πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες.
Ξύπνα, μου είπε μπερδεμένος, βάζοντας ένα μπολ με αχνό χυλό. Πάρε αυτό το φυτό· σταματάει το αίμα να βγαίνει. Κάλεσε λίγο χυλό, αλλιώς δεν θα ζήσεις.
Πού είμαι; ρώτησα, καθώς το όνομα μιας άγνωστης περιοχής με τρόμαξε.
Σ’ άφησαν εδώ οι κυνηγοί· με έφεραν κρεβάτι και καμιά τσάντα. μου είπε ο γέρος.
Η ζωή με πήρε ένα δρόμο ανάμεσα σε φρύγανα, άγρια ζώα και δάση. Η Λίκα, ο γιος μου, δεν ήξεραν τι συνέβη. Μετά από εβδομάδες, βρήκα ένα ξεχύνασμα, μια παλιά ξύλινη καλύβα, κρυμμένη στο χιονισμένο δάσος. Εκεί τράβηξα ξύλα, άναψα φωτιά, έφτιαξα τσάι με φρέσκα φύλλα βουτύου και μέντας. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, νιώσαμε ζεστασιά.
Ξαφνικά, άκουσα κουβάδες και γρύλιες· τρέχοντας, έφτασα στην άκρη του ποταμού όπου το τραγανό ήχο ενός φωνήματος με πήρε άσχημα. Η κοπέλα, αυτή που έσωσα, άνοιξε τα μάτια της. Έτρεξα κοντά της, άγγιξα το πρόσωπό της· το βλέμμα της ήταν μπερδεμένο, αλλά ζωντανό. Με ένα βλέμμα κοιτάξα την αντίπαλη όχθη· φώτα φανερά, φωνές ανθρώπινες.
Πιθανώς είναι εκεί, της ψιθύρισα, η φωνή μου τρεμούμενη από συγκίνηση. Βοήθησέ με να μαζέψουμε ξύλα για την φωτιά.
Συντάξαμε μια στοίβα ξύλου κοντά στην όχθη, άναψαμε το τσιμέντο· το φως ανέτειλε πάνω στο νερό. Σύντομα πλησίασε ένα αεροπλάνο με σωσίβια, και μαζί με αυτόν ήρθε και ο νεαρός που είχε φύγει. Η κοπέλα φώναξε:
Άρη! και η καρδιά μου χτύπησε ακατανόητα.
Ο νέος ήρθε, έτρεξε, έδωσε ένα χέρι.
Σας ευχαριστώ πολύ· δεν ξέρω τι θα γινόταν χωρίς εσάς
Το φως του φακό του σωστήρχου έπεσε στο δάχτυλό του· ένα μικρό δαχτυλίδι άσπρου μετάλλου, γεωμετρικό, έμοιαζε με αυτό που κάποτε η Λίκα του είχε δώσει για τα πέντε χρόνια μας.
Άρη ψιθύρισα, τα δάκρυα κυλούν στα μάτια μου. Πού βρήκες αυτό το δαχτυλίδι;
Είναι του πατέρα μου απάντησε, σάς βγάζοντας το. Έφυγε πολύ καιρό πριν.
Κάναμε ένα βήμα μπρος· τα μάτια του νεαρού είχαν κάτι που θυμίζει τα δικά μου· οι γραμμές του προσώπου, το βλέμμα.
Άρη η φωνή μου ήτμησε. Εγώ είμαι ο πατέρας σου.
Και έτσι, χωρίς λέξεις, αγκαλιάσαμε, στέλνοντας αγάπη που δεν είχε ξαναζήσει. Πάνω απ τον Αλιάκμονα, ο ήλιος ανέτειλε, και η ζωή συνέχισε.





