Ο τύπος που προσφέρθηκε να με πάει μέχρι το πατρικό μου αποδείχτηκε φουλ στραβομάτης – με άφησε λάθος μπροστά στο ορφανατροφείο, σαν κακομαδημένη κότα.

Ο πελαργός που είχε αναλάβει να με παραδώσει στο σπίτι των γονιών μου, αποδείχτηκε τελείως αλλήθωρος. Κάπου με έχασε έξω από το ορφανοτροφείο, μπαταχτσής! Από τότε όλα πήγαν στραβά.

Μέχρι τα σαράντα μου, ευτυχώς, κατάφερα να σκαρφαλώσω από το χαντάκι που με πέταξε εκείνο το κουτό πουλί. Έκτισα σπίτι, πήρα σύζυγο, αγόρασα και αυτοκίνητο μεταχειρισμένο, βέβαια. Μου απέμενε να φυτέψω κάτι και να μεγαλώσω κάποιον.

Για το να μεγαλώσουμε παιδί με την Ελένη δεν είχαμε δεύτερη σκέψη. Για δεύτερο ούτε συζητούσαμε.

Σε σκέψεις για φύτεμα, μεγάλωμα και αυτό το μίζερο βροχερό πρωινό ήμουν βυθισμένος, φτιάχνοντας καφέ στη μικρή κουζίνα της Νέας Σμύρνης. Το αεράκι έπαιζε με τα παλιά φαρδιά εσώρουχα που φορούσα τα είχα αποκτήσει πολύ πριν αποκτήσω οικογένεια, μεγάλη ειρωνεία.

Ξαφνικά άκουσα κτύπο στο τζάμι του μπαλκονιού. Μήπως τα παιδιά της πολυκατοικίας ξανακυνηγούν τα περιστέρια με πέτρες; Καλά να πάθουν, δεν φέραμε εμείς τον πελαργό εδώ, παλιόπαιδα!

Τρεις φορές χτύπησαν. Ποιος να είναι στον τρίτο όροφο; Τραβάω την κουρτίνα και τι να δω ο ίδιος αλλήθωρος πελαργός των παιδικών μου φαντασιώσεων!

Μακριά ρε θηρίο!φώναξα φρικαρισμένος. Το τοστ μου βούτηξε στο πάτωμα.
Μανώλη, συγγνώμη ρε φίλε ο πελαργός έσπρωξε το λεπτό κεφάλι του απ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα έφταιξα, το ξέρω, τράβα με τσιμπούσες! Από το δεξί φτερό καλύτερα, είναι πιο τρανό.
Εξαφανίσου ρε μπαγάσα, απάντησα, σπρώχνοντας τη μακριά λαιμούδα του πίσω έξω με τα δύο μου χέρια.
Παιδάκι μου Μανωλάκη, κάτσε να τ ακούσεις! κακάρισε ο πελαργός.
Τώρα μιλάς κιόλας; θα σε κάνω φιόγκο άμα συνεχίσεις, καημένε!
Ήρθα να ζητήσω συγγνώμη…

Είσαι αργά πολύ, ρουφιάνο με τα λαμπερά ράμφη!

Το κουδούνι χτύπησε επιτακτικά. Η Ελένη είχε έρθει.

Πήγαινε έξω! του φώναξα δυνατά, τελικά κατάφερα να τον ξαναβγάλω στο μπαλκόνι. Φρόντισε να μην είσαι εδώ όταν επιστρέψω.

Γύρισα ασυναίσθητα προς την πόρτα.
Συγχώρεσέ με, Μανώλη, άκουσα το τσιριχτό του να φτάνει από τη γρίλια. Τα διόρθωσα όλα!

Η Ελένη μπήκε μέσα μουσκεμένη, μα σα χαρούμενο παιδάκι. Τα μαλλιά της κολλούσαν στα ροδαλά της μάγουλα, τα μάτια της έλαμπαν. Έπεσε πάνω μου χωρίς να με αφήσει να αρθρώσω λέξη.

Τέσσερα! Τέσσερα! φώναξε χαρούμενη.
Τι τέσσερα; την κοίταξα σαστισμένος.
Θα κάνουμε τετράδυμα! είπε χοροπηδώντας. Τέσσερα μικρά κουκλάκια!

Ο συνειρμός με χτύπησε στο κεφάλι ο πελαργός και τα τετράδυμα. Ορμηξα στο μπαλκόνι, αλλά ο αλλήθωρος πελαργός μόλις που είχε πετάξει στον ουρανό πάνω από την πλατεία. Προσπάθησα να τον πιάσω απ την ουρά.

Δεν πρόλαβα.
Στάσου, ρε φίλε! φώναξα. Στάσου, ρύγχος!

Τα διόρθωσα! ακούστηκε μακριά.

Γύρισα και είδα την Ελένη να στέκεται πίσω μου δακρυσμένη απ τη χαρά. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως όσα χωρατά κι αν σου επιφυλάξει η ζωή, εκεί που δεν το περιμένεις έρχεται η ευλογία κι αξίζει να συγχωρείς ακόμα και τον πιο αλλήθωρο πελαργό.

Oceń artykuł
Ο τύπος που προσφέρθηκε να με πάει μέχρι το πατρικό μου αποδείχτηκε φουλ στραβομάτης – με άφησε λάθος μπροστά στο ορφανατροφείο, σαν κακομαδημένη κότα.