14 Μαρτίου, Αθήνα
Σήμερα ξύπνησα με το θρόισμα του κλιματιστικού και το άσπρο φως που έφτασε από το παράθυρο του μικρού μου δωματίου. Η κλίνη του Ελένη ήταν αδειανή· το ξυπνητήριο της είχε κλειστεί πριν από μια εβδομάδα. Όσο προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, ακούστηκε το ψιθυρίσμα της μικρής Λίνας, έξι χρονών, που έπαιζε με το λούτρινο λιοντάρι της: «Κουμπί, ναι; λυπάμαι που το βλέπεις, κουμπί». Η φωνή της μού φαινόταν σαν θύελλα που κρύβεται μέσα σε ένα μικρό κουτί.
Ένας μήνας πριν, ο Ελένη και εγώ ήμασταν το ζευγάρι που όλοι θα έλεγαν ότι ζει «στο όνειρο». Εγώ, γραφίσταςελεύθερος, κέρδισα αρκετά ευρώ ώστε να ζούμε άνετα. Η Ελένη, που είχε κλείσει το μικρό της σαλόνι-κατάστημα με κοσμήματα, δεν έβλεπε πώς οι πελάτες έρχονταν σε ουρές. Μια νύχτα, όταν το τηλέφωνό μου «χάθηκε» στο καναπέ, άκουσα ένα μήνυμα από την Κατερίνα, μία κοπέλα που γνώρισα στο τσίρκο των φίλων: «Νίκο, σε περιμένω». Η ψυχή μου τράβηξε αλυσίδα από ψυχολογική αγωνία· ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το όνομά μου να βγάζει ηχητικό δάκρυ.
Μέρες αργά, ο Ελένη άρχισε να με παραπονιέται για τις ατέλειες μου, για το «απλό μου μυαλό» που, όπως έλεγε, «δεν μπορεί να φέρει το βάρος μιας γυναίκας». Ένα βράδυ, καθώς καθόμασταν στο σαλόνι μπροστά στον φούρνο με το ψωμί που έψηνε τακτοποιημένες φέτες πατάτας, έφτασε η κλήση του τηλεφώνου του Ελένη. Το όνομα που έδειχνε ήταν «Κυβισά». Ένα σύντομο μήνυμα: «Νίκο, είμαι τόσο τρελή να σε βλέπω». Η καρδιά μου έσπασε σαν φλας φωτιά που σπινθήρισε πάνω στο έλαιο.
Από τη στιγμή εκείνη, άφησα το γραφείο μου, έζησα μόνο με τις σκέψεις μου. Πήγα στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου μου είπαν ότι η παχυσαρκία και η αδυναμία του οργανισμού μπορεί να προξενήσει κρυσταλλική απώλεια. Η θεία μου κλήση, με φωνή που έμοιαζε με τον ήχο της θάλασσας, μου είπε ότι θα έρθει να με φτιάξει, αλλά το παρατήρησα μόνο όταν έφτασα στην κλινική.
Ο γιατρός, ένας ηλικιωμένος κύριος με παλιά φαρμακευτική ντουλάπα, μου είπε: «Ο Νίκος, η κατάσταση του συζύγου σου δεν είναι σοβαρή, είναι ένας ήπιος ύπνος των φαρμάκων. Μπορεί να ακούει, οπότε μίλα του». Έτσι, το βράδυ, αφού η Ελένη έφυγε για τα «φίλτρα» του Σπύρου το επόμενο προαπαιτούμενο στην καθημερινή της ρουτίνα άψαξα την κλινική και άπλωσα το χέρι μου πάνω στην κρύα παλάμη του Ελένη. «Συγγνώμη, ό,τι και αν συμβαίνει», ψιθύρισα, και τα δάκρυά μου έτρεξαν σαν ποτάμι στο λογοτεχνικό τραγούδι του Ανδρέα.
Καθώς περάσανε οι μέρες, άκουσα ξανά τη φωνή της Λίνας στο δωμάτιο, ψιθυρίζοντας πως «ο θάνατος είναι σαν το ψωμί που δεν ψήνεται». Απλώθηκε η αλήθεια: η Κατερίνα είναι στο σπίτι, γελάει, τρώει και μιλάει για τα «αγαθά» του Χριστιανού, του φαρμακοποιού, που του έδωσε το σπρέι για το δέρμα του.
Την τρίτη ημέρα, ο Ελένη μου τηλεφώνησε από το καφετέρια που έτρεφε η μητέρα του. «Νίκο, έχω βρει τα μηνύματά σου», μου είπε. Τα sms ήταν γεμάτα λέξεις: «γλυκιά μου», «σε χρειάζομαι», «πότε θα μιλήσουμε με την Ελένη». Με τα δάχτυλα να τρέμουν, πρόβλεψα την εικόνα ενός άνδρα που γελάει στη σκιά μιας παλιάς ελιάς, με το πρόσωπο του κρυμμένο από το φάκελο της αλήθειας.
Απ’ εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα ότι ήμουν ο πρωταγωνιστής σε ένα δράμα που έγραψε η ίδια η ζωή. Η Ελένη, με την αίσθηση ότι ήταν «πιο καλή από όλες», έφυγε για το γραφείο με ένα σακίδιο γεμάτο υποσχέσεις. Μετά, όταν άναψα το φως σε ένα μικρό σαλόνι, είδα μια φωτογραφία της Κατερίνας με το τεντωμένο μανίκι, το γέλιο της να καταπραΰνει το σκοτάδι.
Την επόμενη μέρα, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Ήταν η Διονίκη, μια φίλη που δούλευε στο τμήμα του νοσοκομείου. «Ο Νίκος, ο Ελένης» είπε, «είναι στην κλινική με κρίση αρτηριακής πίεσης». Η καρδιά μου έσπασε σαν κρόκος· η ευθύνη ήρθε ξαφνικά, σαν άγριος αετός που πειράζει το κεφάλι. Έτρεξα στο νοσοκομείο, έβαλα το φόρεμα του Ελένης στο χέρι, και του είπα: «Συγγνώμη, πατέρα μου. Ίσως η αδυναμία μου ήταν το κλειδί».
Καθώς η εβδομάδα κυλούσε, έπαψα την δουλειά μου, έβαλα ένα μήνυμα στον τράπεζα να μπλοκάρουν όλες μου τις κάρτες. Πήγα στο γραφείο της Διονίκης να ζητήσω την άδεια των αρχείων, όμως η δικηγόρος μου, η Μαρία, μου είπε: «Ο Νίκος, η αλήθεια είναι το πιο σκληρό φάρμακο».
Μέσα σε δύο εβδομάδες, η διαζυγική δικαστική απόφαση ήρθε. Η Κατερίνα και η Ελένη έφυγαν χωρίς τίποτα. Η δικαστική κύβεια, με φωνή σκληρή σαν μπαχαρικό, έλεγε: «Ο κ. Παπαδόπουλος, προκάλεσες σοβαρή ψευδαίσθηση, δεν μπορεις να παραμείνεις.»
Μετά το διάλυμα, βρέθηκα στο σπίτι με την Λίνα, η οποία έπαιζε με το χορό του Απριλίου. Έπρεπε να σκεφτώ πως οι μικρές ψυχές βλέπουν καθαρά η αλήθεια δεν κρύβεται ποτέ.
Τελειώνοντας, καταλαβαίνω πως η ζωή είναι σαν το καφενείο της γειτονιάς: γεμάτη αχνά φως, καημένα ψωμιά και εσπεριδοειδή. Ο Ελένης ψέματα ήταν σαν ένας χυμός που παθαίνει όταν το ζεσταίνεις πολύ. Η αλήθεια είναι το μόνο πράσινο ελαιόδεντρο που αντέχει σε κάθε καταιγίδα.
Μαθήμα μου: η αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι, είναι το μόνο πράσινο που δεν ξαναβγαίνει από τη γη. Συνεχίζω, με ελπίδα, να ζήσω την επόμενη μέρα με ένα απλό φλιτζάνι καφέ και μια καρδιά που δεν κρύβει πια.





