Το πρωί ξεκίνησε όπως κάθε άλλο. Πίσω από το παράθυρο ο ουρανός δεν είχε ακόμη φωτίσει, όμως ήδη άκουγονταν τα αχνά ήχοι της Αθήνας που ξάπλωναν από το ύπνο τους. Άνοιξα τα μάτια, τεντωθήκα στις πλάτες και κοίταξα τον άντρα που κοιμόταν δίπλα μου τον Αλέξανδρο. Ήταν ξαπλωμένος στην πλάτη του, το χέρι κρεμιόμενο από το κρεβάτι, το πρόσωπό του ήρεμο σαν παιδί. Σε στιγμές σαν κι αυτές προσπαθούσα να μην σκεφτώ τις πρόσφατες διαφωνίες, τη μοναδική του απόσταση, το γεγονός ότι έρχεται αργά από τη δουλειά, λέγοντας πάντα «είναι όλα καλά, έχω πολλές δουλειές». Ήθελα να του πιστέψω. Ήθελα να είναι όλα όπως πριν.
Καλημέρα ψιθύρισα, αγγίζοντας τον ώμο του.
Αναστάθηκε, άνοιξε τα μάτια.
Ήδη; μουρμούρισε, κουνώντας τη μύτη. Ξυπνάς νωρίς.
Θέλω καφέ, χαμογέλασα. Και να πρωτοσυμπληρώσουμε μαζί;
Φυσικά απάντησε, σηκώνοντας το κεφάλι του. Θα τον φτιάξω εγώ.
Έξαπλα ένα σπάνιο φλέρ του. Τις τελευταίες μέρες ο Αλέξανδρος σχεδόν δεν συμμετείχε στις οικιακές δουλειές· άρχισα να πιστεύω πως ήταν απλώς κουρασμένος. Αλλά αυτή τη φορά φαινόταν διαφορετικός. Πιο προσεκτικός. Πιο επιμελής.
Πήγα στο ντουζ, και όταν επέστρεψα, η κουζίνα είχε ήδη γεμίσει με το άρωμα φρεσκοζυμωμένου εσπρέσσο. Ο Αλέξανδρος στεκόταν δίπλα στο τραπέζι, χύνοντας το σκούρο υγρό σε δύο φλυτζάνια. Στο πρώτο, το αγαπημένο μου κεραμικό με λουλούδια γαλάζια, έριχνε τον καφέ· στο δεύτερο, το φλιτζάνι με ρωγμάκια στο χερούλι το οποίο πάντα χρησιμοποίησε η μητέρα του σύζυγού το άφησε κενό.
Σου το έφτιαξα όπως το αρέσει, είπε, παραδίδοντας μου τη λαλιά. Λίγη κρέμα, μια πρέζα κανέλα, όπως σου αρέσει.
Ευχαριστώ χαμογέλασα, αλλά εκείνη τη στιγμή η μύτη μου κέρασε ένα παράξενο άρωμα. Δε ήταν καφές. Κάτι πικάντικο, χημικό με νότες αμυγδάλου.
Σήκωσα το φρύο.
Τι είναι αυτό το άρωμα; Από τον καφέ;
Ο Αλέξανδρος κοίταξε γρήγορα το φλιτζάνι.
Δεν ξέρω. Μήπως είναι ο νέος κόκκος; Ίσως το γάλα να μην είναι φρέσκο;
Ξαναμυρίθω το πικρό αμύγδαλο. Το θυμήθηκα από τη γιαγιά μου: «Αν μυρίζεις αμύγδαλο, σημαίνει κυανίδιο». Στο σχολείο είχα μάθει ότι το κυανίδιο έχει αυτό το χαρακτηριστικό άρωμα και είναι θανατηφόρο.
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
Λέμε, Αλέξανδρε, δεν μπέρδεψες κάτι; ρώτησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα. Έχω αλλεργία σε ορισμένα πρόσθετα. Μπορώ να πάρω ένα άλλο φλιτζάνι;
Ξαφνικά παύτησε, μετά χαμογέλασε.
Απλώς καφές, πιες το πριν κρυώσει.
Σύμφωνησα, όμως αφότου ακούστηκαν βήματα στο διάδρομο. Η μαμά του η Μαρία Παπαδοπούλου εμφανίστηκε από το δωμάτιό της. Ήταν γυναίκα άκαμπτη, με παγωρό βλέμμα και την τάση να παρατηρεί τα πάντα. Ποτέ δεν είχα συμβιβαστεί μαζί της. Θεωρούσε ότι δεν ήμουν «άρτια» για τον γιο της, ότι ήμουν «πολύ απλή», ότι «στην οικογένειά της δεν ταιριάζω».
Καλημέρα είπε ψυχρά, πλησιάζοντας το τραπέζι.
Μαμά, καλημέρα έδωσε το φιλί στον μάγου του Αλέξανδρου. Σου έφερα τον καφέ. Να πάρεις το φλιτζάνι σου.
Τράβηξε το κενό φλιτζάνι με το ρωγμάκι.
Πού είναι ο δικός μου καφές; ρώτησε, σφίγγοντας το φρύο.
Το ετοιμάζω τώρα απάντησε ο Αλέξανδρος, παίρνοντας το βραστήρα.
Τότε η Μαρία έκανε κάτι που με έσωσε.
Σήκωσε γρήγορα το φλιτζάνι μου, γεμάτο καφέ, και είπε:
Περίμενε.
Με βλέμμα γεμάτο μίσος, κοίταξε εμένα.
Ο Αλέξανδρος πάγωσε. Τα μάτια του άνοιξαν ελαφρώς. Με ένα βλέμμα που έβλεπα κάτι φρικτό. Δεν ήταν έκπληξη, ούτε θυμός. Ήταν απογοήτευση.
Τι λες να κάνεις; είπε η Μαρία, ρίχνοντας το φλιτζάνι μου. Γέμισε το καφέ και μην στέκεσαι σαν μπαμπάς.
Ο Αλέξανδρος έγλυψε αργά καφέ στο κενό φλιτζάνι.
Καθόμασα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελός. Δεν μπορούσα να γυρίσω το βλέμμα από το φλιτζάνι που είχε το άρωμα του πικρού αμυγδάλου.
Έτσι είναι, μουρμούρισε η Μαρία. Αλλά μπορείς να το πίνεις.
Κοίταξα τον Αλέξανδρο. Έκαθισε με τα μάτια χαμηλωμένα, τσιμπάει με πιρούνι το ομελέτα του. Καμία λέξη, κανένα βλέμμα, κανένα χαμόγελο.
Δέκα λεπτά αργότερα η Μαρία έσπασε το λαιμό της.
Κάτι δεν πάει καλά με το στομάχι ψιθύρισε. Ουρανός μου γυρίζει.
Σας πονάει; ρώτησα, προσπαθώντας να μην δείξω πανικό.
Λίγο… έβαλε το φλιτζάνι στην τράπεζα. Έχω την αίσθηση ότι πως λιγώ τη φάραγγα.
Σήκωσε, αλλά ξαφνικά τρέμοσε. Ο Αλέξανδρος έπιασε την κούνια.
Μαμά! Τι συμβαίνει;
Εσύ εσύ κοίταξε τον Αλέξανδρο, τα μάτια της ανοιγμένα. Εσύ ήθελες εμένα
Και έπεσε.
Κραυγάζω. Ο Αλέξανδρος τρέχει προς αυτήν, φωνάζει «ασθενοφόρο», τράβει τα χέρια της. Είμαι σαν στην ομίχλη. Τα πάντα συμβαίνουν πολύ γρήγορα. Αλλά καταλαβαίνω κάτι αστραπιαία: ήθελε να με σκοτώσει. Και η μαμά έγινε το θύμα αντί για μένα.
Οι επτάλεβοι έφτασαν μέσα σε είκοσι λεπτά. Οι γιατροί την έβαλαν σε κλίμακα, ένας από αυτούς μύρισε το φλιτζάνι.
Έχει δηλητηρίαση από κυανίδιο, είπε. Πολύ υψηλή συγκέντρωση. Σε κώμα. Μικρές πιθανότητες επιβίωσης.
Ο Αλέξανδρος, άσπρος και τρέμοντας, φώναξε:
Δεν ξέρω πώς έσπασε Σας έφτιαξα καφέ
Πού κρύβετε τον καφέ; ρώτησε ο γιατρός.
Στο ντουλάπι είναι καινούργιος, αγόρασα χθες
Δείξτε.
Πηγαίναμε στην κουζίνα. Ο γιατρός άνοιξε το αμυγδαλωτό δοχείο. Μύρισε.
Εδώ δεν υπάρχει κυανίδιο. Άρα κάποιος το έβαλε στο φλιτζάνι ή στο νερό.
Η αστυνομία ήρθε μισή ώρα αργότερα. Ξεκίνησαν τα ερωτήματα.
Εσείς ήσασταν ο τελευταίος που άγγιξε το φλιτζάνι; είπε ο ντετέκτιβ, κοιτάζοντας τον Αλέξανδρο. Εσείς έριξατε τον καφέ.
Δεν έκανα τίποτα κακό! φώναξε. Λατρεύω τη μητέρα μου!
Και τη σύζυγό σου; ρώτησε ο ντετέκτιβ, γυρίζοντας το βλέμμα του σε εμένα.
Παρέμεινα σιωπηλή.
Αργότερα, όταν ο Αλέξανδρος μεταφέρθηκε για ανάκριση, απομένουν μόνο εγώ στο σπίτι. Στο τραπέζι το ίδιο φλιτζάνι. Πήγα στο χέρι, το άγγισα. Στο κάτω μέρος υπήρχε μια λεπτή λευκή μεμβράνη. Δεν το έπλυσα. Το έβαλα σε σακούλα και το κρύβω στο ντουλάπι.
Τρεις μέρες αργότερα η Μαρία πέθανε. Οι γιατροί είπαν: «απόγονος του κυανιδίου». Το κύτταρο του εγκεφάλου της καταστράφηκε σε λεπτά.
Στην κηδεία ο Αλέξανδρος ήταν αχνός, με φουστέμφυτες ματιές. Κρατούσε τα χέρια του σφιχτά, σαν να ήταν υπεύθυνος για όλα. Αλλά στα μάτια του δεν έβλεπα θλίψη. Έβλεπα ανακούφιση.
Μετά το κηδεμονικό, με πλησίασε.
Άκου είπε ξέρω τι σκέφτεσαι. Δεν σκότωσα τη μητέρα. Ήθελα στάθηκε, ψιθυρίζοντας: Ήθελα να σε σκοτώσω.
Δεν σοκ. Κούνησα το κεφάλι.
Γιατί;
Επειδή ξέρεις τα πάντα απάντησε. Τις χρηματικές υποχρεώσεις, το ασφάλιστρο, ότι είμαι σε χρέος. Παίζω στο καζίνο, έχασα τα πάντα. Αν φύγεις, θα πάρεις το μισό του διαμερίσματος. Αν πεθάνω, θα πάρω 500000 ευρώ από την ασφάλεια. Θα ξεκινήσω από το μηδέν.
Η μητέρα;
Άρχισε να με περιπλανά. Διάβαζε τα μηνύματά μου, ήθελε να μου αποκαλύψει τα πάντα. Πήρατο δεν ήθελα να τη χάσω, αλλά δεν σκεφτόμουν ότι η μητέρα θα πιει τον καφέ μου.
Κοίταξα τον Αλέξανδρο, τον άνθρωπο που πέρασα πέντε χρόνια μαζί του. Τον άνθρωπο που αγάπησα, που μου έδινε όνειρα, ελπίδες.
Θα με σκότωνες είπα.
Ναι απάντησε. Θα σε σκότωνε. Αλλά δεν ήθελα να πεθάνει η μητέρα
Φύγε είπα. Φύγε από το σπίτι μου. Μην ξαναέρθεις.
Έφυγε. Κλείσαμε την πόρτα. Τηλέφωνα τον δικηγόρο μου. Υποβλήθηκα σε διαζύγιο. Έδωσα το φλιτζάνι στην αρχή. Η ανάλυση επιβεβαίωσε: ίχνη κυανιδίου, αποτυπώματα δακτυλικών μόνο του Αλέξανδρου.
Μια εβδομάδα μετά τον σύλληψή του, η δίκη κράτησε τρεις εβδομάδες. Δεν άρνευσε ότι ήθελε να με σκοτώσει, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν είχε σκοπό τη θάνατο της μητέρας. Η δικαστική χρονολογία το έβαλε σε ελαφρά ποινή. Καταδικάστηκε σε 15 χρόνια αυστηρής φυλάκισης.
Μετακόμισα σε μια μικρή πόλη κοντά στη Λίμνη Διόνυσο. Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα, αγόρασα μηχανή εσπρέσσο. Τώρα φτιάχνω μόνοι μου τον καφέ. Φυσικό, χωρίς κανέλα, χωρίς κρέμα. Κάθε φορά που τον πίνω, νιώθω το άρωμα με προσοχή.
Διότι το πικρό αμύγδαλο δεν είναι απλώς άρωμα· είναι προειδοποίηση. Η φωνή του ένστικτου που λέει: «Πρόσεχε, εδώ κρύβεται θάνατος».
Δεν φοβάμαι πια. Απλώς είμαι πιο προσεκτική.
Μερικές νύχτες ονειρεύομαι τη Μαρία, στέκεται στη σκάλη, κρατώντας φλιτζάνι, κοιτάζοντάς με με λυπημένο βλέμμα. Στέλνει ήσυχη φωνή:
Θα έπρεπε να φύγεις νωρίτερα.
Ξυπνώ ιδρωμένη. Σηκώνομαι, πηγαίνω στην κουζίνα, γεμίζω το ποτήρι με νερό, το πίνω. Κοιτάζω έξω· η νύχτα είναι σκοτεινή, το σιγή γεμίζει τον αέρα.
Ξέρω όμως κι άλλο: πίσω από τη σιγή, υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται στο τραπέζι, λένε «σ αγαπώ» και σκέφτονται: «Αν φύγεις, θα μείνω μόνος».
Δεν πιστεύω πια στην τυχαία μοίρα. Στον καφέ που μυρίζει. Στην αγάπη που κάνει κρύο. Στους άντρες που ξαπλώνουν νύχτα-πρωί το καφές.
Ζω. Αναπνέω. Κοιτάω μπροστά.
Αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το πρωί, όταν το άρωμα του πικρού αμυγδάλου με έσωσε.
**Επόπτε**
Δυο χρόνια πέρασαν. Άνοιξα ένα μικρό καφέ δίπλα στη λίμνη, το ονόμασα «Αμύγδαλος». Πίσω από την πόρτα ένα πινακίδα: «Καφές με ψυχή. Χωρίς πικρία».
Οι πελάτες ρωτούν γιατί το όνομα.
Χαμογελώ.
Μου αρέσει ο αμύγδαλος λέω.
Σέρνω σε αυτούς φλιτζάνια φρεσκοζυμωμένου καφέ.
Χωρίς άρωμα.
Χωρίς φόβο.
Με ελπίδα.
Αλλά αν κάποιος προσφέρει καφέ που δεν είναι δικό μου, πάντα το αρνούμαι.
Γιατί μια φορά διάλεξα έναΚάθε πρωί, όταν το φλιτζάνι αγγίζει τα χέρια μου, νιώθω πως η ζωή μου ξαναγεννιέται, πιο σίγουρη και αθόρυβη από ποτέ.





