Ο Σέργιος έφερε τη νύφη του, την Ειρήνη, να ζήσουν σε ένα χωριό· εκεί του είχε μείνει ως κληρονομιά το σπίτι της γιαγιάς του

19 Ιουνίου

Σήμερα έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο άλλαξε η ζωή μου αυτά τα τελευταία χρόνια. Πριν λίγους μήνες, πήρα την αγαπημένη μου Δήμητρα και ήρθαμε να ζήσουμε στο χωριό όπου μεγάλωσα, στα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας. Το παλιό σπίτι της γιαγιάς μου πέρασε πια στα χέρια μου, και ήξερα πως αν δεν το φροντίσουμε εμείς, θα το καταπιεί η εγκατάλειψη. Μπροστά μας υπήρχε η επιλογή να ξεκινήσουμε από την αρχή εδώ ή να πάμε να νοικιάσουμε μια μικρή γκαρσονιέρα κάπου στην Αθήνα; Ειλικρινά, η λύση δεν ήταν και τόσο δύσκολη. Τι να κάνεις στην πόλη αν δεν έχεις τίποτα; Ζούσα στην αδερφή μου, την Αναστασία, σε ένα τόσο δα δωμάτιο μαζί με τον ανιψιό μου. Εκείνη δεν έκρυβε ποτέ τη δυσαρέσκειά της με την παρουσία μου. Μόνο όταν της έδινα όλο το μισθό μου στο τέλος του μήνα έβλεπα λίγο χαμόγελο, μα και τότε έκανε υπομονή μέχρι να ξαναβρεί αφορμές για παρατηρήσεις.

Όλα, από το τίναγμα των χαλιών τα Σαββατοκύριακα, μέχρι το να βγαίνω βόλτα τα ανίψια ένα, τριών, και έξι ετών περνούσαν υποχρεωτικά σε μένα. Ο άντρας της πότε έλειπε για δουλειές, πότε «ξεκουραζόταν» στους δικούς του. Άφησε το ίδιο χάος και στη Δήμητρα, που με αγαπούσε αλλά ήξερε πολύ καλά ότι τα χρήματά μου έφευγαν όλα στην αδερφή. Όταν τελικά άρχισα να κρατάω για εμάς λίγα ευρώ απαραίτητα, εκείνη νευρίασε τόσο που σχεδόν με πέταξε έξω από το σπίτι. Το τελευταίο μου διάστημα στην Αθήνα ήταν γεμάτο γκρίνια, καβγάδες και ατελείωτα νεύρα.

Δεν άξιζε η ζωή εκεί. Πήρα τα πράγματά μου και μετακόμισα στη Δήμητρα, σε ένα μικροσκοπικό φοιτητικό δωμάτιο. Όμως, όταν τελικά ανοίξαμε το παλιό σπίτι στο χωριό, το υποδεχτήκαμε με ανακούφιση. Οι γείτονες μας δέχτηκαν ζεστά, παρόλο που δεν είχαμε συγγενείς. Άλλωστε, εδώ έζησα τα καλοκαίρια μου, κοντά στη γριά γιαγιά μου. Η μαμά μου μένει σε άλλο νομό, οι γονείς της Δήμητρας ακόμα πιο μακριά. Ήμασταν μόνοι, αλλά δε μας έλειπε τίποτα, πέρα από λίγη βοήθεια που, ούτως ή άλλως, δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Παντρευτήκαμε απλά και ήσυχα και βάλαμε μπρος τη ζωή μας. Εκείνη βρήκε δουλειά στον παιδικό σταθμό, εγώ στο τοπικό ξυλουργείο. Μία γλυκύτατη γιαγιά μας χάρισε τη γίδα της δεν άντεχε άλλο να τη φροντίζει. Της δίνουμε κάθε μέρα μισό λίτρο γάλα, κι αυτή μας ευχαριστεί κάθε τόσο με μια ευχή για υγεία. Σιγά σιγά γεμίσαμε με κοτόπουλα και δύο αρνάκια. Με τους μισθούς μας δεν βγαίναμε άνετα, αλλά το δικό μας νοικοκυριό και οι μικρές παραγγελίες η Δήμητρα φτιάχνει εξαίσια ρούχα μας κράτησαν.

Ο μικρός μας, ο Παναγής, είχε ήδη φτάσει τα τρία. Κι εκεί που αρχίσαμε να βρίσκουμε σταθερότητα, ξάφνου εμφανίστηκε στο κατώφλι μας η Αναστασία. Είχε μαζί της τα τρία παιδιά και τόνους αποσκευές. «Και πού να ξέρετε, εδώ έζησα κι εγώ όταν ήμουν μικρή, ερχόμουν στη γιαγιά. Αλλά τώρα είπα να ξεσκάσω στη θάλασσα! Θα σας αφήσω τα μικρά στο χωριό». Έπαθα σοκ «Κι εμείς ποιος θα τα προσέχει; Δουλεύουμε και οι δύο… Μπορεί και να λείπω μέρες». «Χαλάρωσε, αδερφέ, τι θα πάθουν στο χωριό; Μέχρι και θα φροντίσουν ο ένας τον άλλον!» Επέμεινα να μείνει μαζί, αλλά εκείνη δεν άλλαζε γνώμη. «Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις τη γυναίκα σου. Είσαι ο αδερφός μου!»

Όσο μιλούσαμε, τα παιδιά της άρχισαν να ξεσηκώνουν το σπίτι. Ξαφνικά, ακούστηκε φασαρία έξω. Κοιτάω από το παράθυρο και τι να δω: το μικρό γουρουνάκι που είχαμε ξεφύγει και άρχισε να τρέχει πανικόβλητο γύρω από το μποστάνι. Τα ανίψια είχαν ανοίξει το πορτάκι και κυνηγούσαν το ζώο. Ο μπαξές καταστράφηκε, οι κολοκυθιές ποδοπατήθηκαν, και όταν μπήκαν στην αυλή, ακολούθησαν η γίδα με το κατσικάκι. Αντίο μισά λάχανα!

Κατσάδιασα τα παιδιά, η Δήμητρα έτρεμε από την αγωνία. «Σιγά, στο χωριό είμαστε! Τι παθαίνουν αν παίζουν με τα ζώα;» έλεγε η Αναστασία. «Ο δικός μου ο Παναγής δεν το κάνει αυτό», της απάντησα. «Θα προλάβει κι αυτός…»

Ξαφνικά, ακόμα περισσότερος θόρυβος από τα κλουβιά. Τα παιδιά είχαν βάλει στο μάτι τις όμορφες κότες μας. Άνοιξαν την πόρτα και ο πετεινός όρμησε να τα κυνηγήσει. «Τα ζώα στο χωριό, αδερφέ, δεν τα προσέχετε καθόλου!» μου είπε η Αναστασία. «Πες στα παιδιά να μην τα πειράζουν, αλλιώς θα έχουμε θέματα», της απάντησα.

Η Δήμητρα ήταν εξαντλημένη. «Πάρ τα μαζί στη θάλασσα», ξαναείπα. «Θέλεις να με φάνε τα παιδιά σου; Να προσέχεις επίσης, γιατί έχουμε γείτονες με αγριόσκυλα, και το βράδυ οι χήνες τους είναι χειρότερες από τον δικό μας τον πετεινό!»

Και πριν προλάβουμε να συνέλθουμε, ο γείτονας έφερε πίσω τον μεγάλο ανιψιό, που είχε βάλει φωτιά πίσω από το στάβλο για να καπνίσει στα κρυφά! «Τι θα γίνει αν πιάσει φωτιά;» αγρίεψε. Η αδερφή μου θύμωσε. «Δεν σε νοιάζει που σε τάιζα και σε στέγαζα;» φώναξε.

«Μόλις έναν χρόνο έμεινα στα χέρια σου, και σου έδινα ό,τι είχα και δεν είχα. Όμως ως εδώ, Αναστασία!» Κάλεσε τα παιδιά και ετοιμάστηκαν για το επόμενο ταξίδι: «Πάμε στη γιαγιά και στον παππού!» Τα μικρά ήθελαν να μείνουν, αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση για συζητήσεις.

Το πρωί, ξεκίνησαν για τον δρόμο του γυρισμού. Εγώ και η Δήμητρα καθίσαμε ύστερα στην αυλή, πίνωντας τον καφέ μας, και σκεφτόμασταν πώς μια επίσκεψη μπορεί να φέρει τόση αναστάτωση… Αυτή ήταν η Αναστασία: πάντα ήθελε κάτι, πάντα άφηνε πίσω της ανακατωσούρα. Τουλάχιστον, τώρα ξέρουμε ότι η ησυχία μας αξίζει περισσότερο από κάθε άλλο αντάλλαγμα.

Oceń artykuł
Ο Σέργιος έφερε τη νύφη του, την Ειρήνη, να ζήσουν σε ένα χωριό· εκεί του είχε μείνει ως κληρονομιά το σπίτι της γιαγιάς του