Ο Ορέστης παντρεύτηκε τη Νάντια για να εκδικηθεί την πρώην αγαπημένη του. Ήθελε να της αποδείξει ότι δεν υποφέρει που εκείνη τον άφησε.

Αλέξανδρος παντρεύτηκε τη Δανάη μόνο και μόνο για να πεισμώσει την πρώην του αγαπημένη. Ήθελε να της αποδείξει ότι δεν υποφέρει που τον άφησε. Με τη Μαργαρίτα είχαν σχέση σχεδόν δύο χρόνια. Ο Αλέξανδρος την αγαπούσε με πάθος: ήταν πρόθυμος να της προσφέρει τα πάντα, να κινήσει γη και ουρανό για εκείνη τη Μαργαρίτα. Πίστευε πως όλα πήγαιναν προς τον γάμο. Μόνο που δεν του άρεσε και τόσο όταν εκείνη έλεγε:

Γιατί να παντρευτούμε τώρα; Ακόμα δεν τελείωσα το πανεπιστήμιο και στη δουλειά σου, στην επιχείρηση, τα πράγματα πάνε μέτρια. Ούτε αυτοκίνητο της προκοπής έχεις, ούτε δικό σου σπίτι. Η Μελίνα, εντάξει, είναι η καλύτερή μου φίλη, αλλά δε θέλω κάθε πρωί να τη συναντώ στην κουζίνα. Αν δεν είχες πουλήσει το σπίτι, εκεί θα μέναμε.

Αυτό κάπως στενοχωρούσε τον Αλέξανδρο. Όμως η Μαργαρίτα είχε το δίκιο της: ζούσαν με την αδερφή του, τη Μελίνα, στο διαμέρισμα που τους άφησαν οι γονείς τους, κι εκείνος μόλις είχε αρχίσει να μπαίνει στα πράγματα της οικογενειακής επιχείρησης. Ποιος να ήξερε ότι θα έπρεπε να πάρει τα ηνία τόσο νωρίς, προτού καν τελειώσει το πανεπιστήμιο; Ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να κρατήσει την επιχείρηση και ταυτόχρονα να πάρει το πτυχίο του.

Το σπίτι το πούλησαν παρέα με τη Μελίνα, μετά από συζήτηση. Είχαν κρίνει πως η επιβίωση της επιχείρησης ήταν πιο σημαντική. Μέσα σε μισό χρόνο, ώσπου να μπουν στην κληρονομιά, είχαν μαζευτεί χρέη, και οι δύο ήταν φοιτητές εκείνος στο τελευταίο έτος, η Μελίνα στο τρίτο. Το ποσό από την πώληση τους επέτρεψε να ξεπληρώσουν τα χρέη και να επενδύσουν ένα μέρος στο μαγαζί, με μικρό αποθεματικό.

Η Μαργαρίτα πάλι έβλεπε τα πράγματα αλλιώς: ζούσε ανέμελα, με τους δικούς της να τη στηρίζουν. Όταν, όμως, αναλαμβάνεις ξαφνικά μόνος σου την ευθύνη της οικογένειας, μαθαίνεις να προγραμματίζεις αλλιώς. «Θα τα φτιάξω όλα: θα πάρουμε και αυτοκίνητο και σπίτι, κι έναν όμορφο κήπο,» έλεγε ο Αλέξανδρος στον εαυτό του.

Κανένα σημάδι δεν προειδοποιούσε το κακό. Περίμενε τη Μαργαρίτα στο σταθμό έξω από το σινεμά είχαν κανονίσει να πάνε σε καινούργια ταινία. Εκείνη του είχε πει να μην περάσει να την πάρει. Ο Αλέξανδρος απόρησε, γιατί η Μαργαρίτα αντιπαθούσε τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Κοιτούσε να τη δει να φτάνει με λεωφορείο, αλλά εκείνη ήρθε με ακριβό αυτοκίνητο.

Συγγνώμη, δεν μπορούμε να είμαστε πια μαζί. Παντρεύομαι, του είπε και του έβαλε ένα βιβλίο στα χέρια, μετά γύρισε και μπήκε στο αυτοκίνητο.

Έμεινε να στέκεται, προσπαθώντας να χωνέψει αυτό που μόλις άκουσε. Τι μπορούσε να συνέβη σε τρεις μέρες που έλειπε στην Πάτρα για δουλειά;

Η Μελίνα κατάλαβε τα πάντα από το βλέμμα του:

Το έμαθες ήδη;

Έγνεψε σιωπηλά.

Τα έφτιαξε με έναν πλούσιο τεμπέλη. Στις 25 του μήνα παντρεύονται. Με κάλεσε για κουμπάρα, αρνήθηκα. Πολύ ύπουλη ήταν! Πίσω από την πλάτη σου έκανε τα δικά της, η Μελίνα ξέσπασε σε λυγμούς από το παράπονο για τον αδερφό της.

Ηρέμησε, της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Ας είναι καλά, εμείς θα γίνουμε καλύτερα.

Έμεινε κλεισμένος στο δωμάτιό του σχεδόν μια μέρα. Η Μελίνα έλεγε έξω από την πόρτα:

Τουλάχιστον φάε κάτι. Έφτιαξα λουκουμάδες.

Το βράδυ βγήκε με ένα παράξενο φως στα μάτια:

Ετοιμάσου, είπε στη Μελίνα.

Τι σκέφτηκες;

Θα παντρευτώ την πρώτη που θα δεχτεί. Αλέξανδρος δεν σήκωνε κουβέντα.

Δεν παίζεις μονάχα με τη δική σου ζωή, προσπάθησε να τον μεταπείσει η Μελίνα, μάταια.

Αν δε θες να έρθεις, πάω και μόνος.

Πήγαν βόλτα σε ένα πάρκο στη Γλυφάδα. Πολύς ο κόσμος. Την πρώτη κοπέλα που ρώτησε αν θέλει να τον παντρευτεί, αυτή τον πέρασε για τρελό. Η δεύτερη του είπε να φύγει. Η τρίτη όμως, κοιτώντας βαθιά στα μάτια του, δέχτηκε.

Πώς σε λένε, όμορφη;

Δανάη, του απάντησε.

Θα το γιορτάσουμε, είπε, και πήρε μαζί του και τη Δανάη και τη Μελίνα σε ένα καφέ.

Στο τραπέζι επικρατούσε αμηχανία. Ο Αλέξανδρος σκεφτόταν μόνο τη Μαργαρίτα και τη «ρεβάνς». Είχε ήδη σκεφτεί να κάνει και τη δική του τελετή γάμου στις 25 του μήνα.

Μάλλον υπάρχει σοβαρός λόγος που κάνατε πρόταση σε μια άγνωστη, ρώτησε ήρεμα η Δανάη. Αν ήταν αυθόρμητο, δεν θα παρεξηγηθώ, να φύγω.

Όχι. Δεσμεύτηκες. Αύριο πάμε στο ληξιαρχείο και μετά θα συστηθούμε στους δικούς σου.

Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε:

Και για αρχή, ας μιλάμε στον ενικό!

Κάθε μέρα, ένα μήνα πριν το γάμο, βρισκόντουσαν, μιλούσαν κι έβρισκαν κοινά σημεία.

Θα μου εξηγήσεις ποτέ το γιατί; ρώτησε μια μέρα η Δανάη.

Όλοι έχουμε τα μυστικά μας, απάντησε ο Αλέξανδρος.

Αρκεί να μην μας χαλούν τη ζωή.

Κι εσύ γιατί δέχτηκες;

Σκέφτηκα τον εαυτό μου σαν ηρωίδα παραμυθιού που ο βασιλιάς παντρεύει έναν άγνωστο. Κι αυτά τα παραμύθια συνήθως έχουν καλό τέλος: «Ζήσαν αυτοί καλά» Εγώ ήθελα να δω αν ισχύει!

Δεν ήταν όλα φόρμουλα. Η Δανάη είχε ήδη πληγωθεί από δικές της σχέσεις και είχε μάθει να αναγνωρίζει χαρακτήρες. Δεν αναζητούσε πια κάποιο ιδανικό, αλλά ήξερε, ήθελε έναν άντρα έξυπνο, ανεξάρτητο, που παίρνει πρωτοβουλίες. Στον Αλέξανδρο είδε αποφασιστικότητα και σοβαρότητα. Αν δεν ήταν με την αδερφή του, θα τον προσπερνούσε.

Και ποια ηρωίδα είσαι; της είπε με νόημα ο Αλέξανδρος, Άννα, Ελένη, ή Πηνελόπη;

Αν με φιλήσεις, θα μάθεις, απάντησε πειραχτικά η Δανάη.

Μα δεν αντάλλαξαν ούτε φιλί ούτε τίποτε παραπάνω εκείνο το διάστημα.

Ο Αλέξανδρος ασχολήθηκε ο ίδιος με όλη τη διοργάνωση του γάμου. Την άφηνε να διαλέγει μονάχα ανάμεσα σε επιλογές που της πρότεινε. Ακόμα και το νυφικό το πήρε ο ίδιος, δεν άφησε σε κανέναν άλλον.

Θα είσαι η πιο όμορφη, της έλεγε συνέχεια.

Στο ληξιαρχείο, περιμένοντας την τελετή, έπεσαν πάνω στη Μαργαρίτα με τον μέλλοντα σύζυγό της. Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε επιτηδευμένα:

Επιτρέπεις να σε συγχαρώ; της έδωσε φιλί στο μάγουλο. Να είσαι ευτυχισμένη με τον άνθρωπό σου!

Μη μου κάνεις σκηνές, απάντησε νευρικά η Μαργαρίτα.

Κοίταξε εξεταστικά τη Δανάη. Ψηλή, επιβλητική, γοητευτική, με αέρα αριστοκρατίας. Η Μαργαρίτα αισθάνθηκε μειονεκτικά. Μέσα της λυπόταν και βράζε από ζήλια. Καμία αίσθηση ευτυχίας αντίθετα, μια διαρκής αμφιβολία ότι έκανε λάθος.

Ο Αλέξανδρος γύρισε στη Δανάη:

Όλα καλά, της είπε προσποιητά.

Δεν είναι αργά να το αλλάξουμε, του ψιθύρισε εκείνη.

Όχι, θα το πάμε μέχρι τέλους.

Μονάχα μέσα στην αίθουσα του Δημαρχείου, βλέποντας τα λυπημένα μάτια της πια γυναίκας του, κατάλαβε τι έκανε.

Θα σε κάνω ευτυχισμένη, είπε. Και το πίστευε.

Ξεκίνησε η καθημερινότητα. Η Μελίνα και η Δανάη έγιναν φίλες, δέθηκαν, συμπληρώνονταν. Η ευέξαπτη Μελίνα έμαθε να κρατιέται, η οργανωτική και πρακτική Δανάη φρόντιζε για όλα στο σπίτι, αλλά και στην επιχείρηση.

Η Δανάη, ως οικονομολόγος και άψογη στη λογιστική, τακτοποίησε αμέσως τα οικονομικά. Σε έξι μήνες άνοιξαν δεύτερο κατάστημα. Έπειτα οργάνωσαν συνεργεία πλέον δεν πωλούσαν μόνο υλικά, αναλάμβαναν και ανακαινίσεις σπιτιών. Τα κέρδη πολλαπλασιάστηκαν.

Είχε το μυαλό και τη σοφία της Πηνελόπης: ήξερε να παρουσιάζει τις ιδέες της με τρόπο που ο Αλέξανδρος να νιώθει ότι είναι δικές του. Ζούσαν ήσυχα, τακτοποιημένα αλλά χωρίς το πάθος που είχε ζήσει με τη Μαργαρίτα. «Όλα ρουτίνα,» σκεφτόταν. «Δεν την αγαπάω, αυτό τα λέει όλα.»

Χάρη στη Δανάη, μπήκαν δυναμικά στις κατασκευές έχτισαν το πρώτο τους σπίτι. Όσο καλύτερα πήγαιναν τα πράγματα, τόσο συχνότερα θυμόταν τη Μαργαρίτα: «Δεν άντεξε λίγο Να με δει τώρα, με τι αυτοκίνητο κυκλοφορώ, μέσα σε τι σπίτι μένω!» Του ερχόταν στο μυαλό: «Κι αν;»

Η Δανάη έβλεπε πως ο άντρας της δεν είναι ήρεμος. Ήθελε να της δοθεί με την καρδιά, μα ήξερε πως το συναίσθημα δεν διατάζεται. «Δεν έχουν όλα τα παραμύθια ευτυχισμένο τέλος,» σκεφτόταν με πίκρα, μα δεν έχανε την ελπίδα της. Αλήθεια, το όνομα τη δεσμεύει.

Η Μελίνα κατάλαβε τι συμβαίνει.

Θα χάσεις περισσότερα απ όσα θα βρεις, του είπε, τον είδε να χαζεύει το προφίλ της Μαργαρίτας στα social media.

Μείνε έξω από αυτό, της απάντησε κοφτά.

Είσαι ανόητος, η Δανάη σε αγαπάει αληθινά κι εσύ συνεχίζεις τα παιχνίδια, του πέταξε η Μελίνα.

«Έλεος, δε θα μου κάνει κουμάντο το μικρό!» θύμωσε. Η επιθυμία του για τη Μαργαρίτα τον κυρίευε. Κι έτσι της έγραψε ένα μήνυμα.

Η Μαργαρίτα παραπονιόταν ότι δεν της πήγαν καλά τα πράγματα. Ο άντρας της την παράτησε. Το πανεπιστήμιο δεν το τελείωσε ποτέ. Δουλειά της προκοπής δεν βρήκε, γύρισε στην Αθήνα σε νοικιασμένο. Ο Αλέξανδρος δίσταζε μέρες: «Να πάω; Να μην πάω;» Και τότε, έμεινε μόνος η Δανάη έλειψε μια εβδομάδα στο πατρικό της στη Λάρισα για να φροντίσει την άρρωστη γιαγιά.

Πήρε την απόφαση, κανόνισε ραντεβού. Οδηγούσε με φτερά στα πόδια, δεν κοιτούσε καν τα φανάρια. Στο μυαλό του, σενάρια και φαντασίες.

Ήρθε η ώρα της αλήθειας.

Τι κούκλος που είσαι! όρμησε πάνω του η Μαργαρίτα.

Η μυρωδιά ακάθαρτου κορμιού τον ξένισε. Απομακρύνθηκε διακριτικά:

Μας κοιτάνε.

Χα! Αδιαφορώ! γέλασε τραχιά εκείνη.

Μίνι φούστα, φτηνό μακιγιάζ, αμφιλεγόμενο άρωμα Δίπλα στη Δανάη του, τίποτα. «Ήταν πάντα έτσι; Πως δεν το έβλεπα;» αναρωτήθηκε πικραμένος βλέποντάς την να αδειάζει το ποτήρι με τη μπύρα.

Δώσε μου λίγα ευρώ, θα σου το ξεπληρώσω χαμογέλασε λάγνα η Μαργαρίτα.

Ο Αλέξανδρος απελπίστηκε. Πώς να απαλλαγεί απ αυτή τη γυναίκα;

Συγγνώμη, έχω δουλειά, σηκώθηκε.

Θα τα ξαναπούμε;

Δεν νομίζω, είπε καλώντας τον σερβιτόρο. Μπορείτε να την εξυπηρετήσετε με αυτά; άφησε αρκετά ευρώ.

Ο σερβιτόρος γνέφει καταφατικά.

Οδήγησε σπίτι τρέχοντας.

Είσαι όντως ανόητος, ψιθύριζε στον εαυτό του, η Μελίνα είχε δίκιο. Γιατί τα έκανα όλα αυτά; Ή μήπως έπρεπε να το ζήσω;

«Ποτέ δεν αποκάλεσα την γυναίκα μου Δανάη μου. Και δεν έχω δίπλα μου άλλον άνθρωπο πιο κοντινό και δικό μου απ αυτήν,» σταματάει απότομα. Κάθεται πέντε λεπτά και σκέφτεται ξανά όσα χρόνια έχουν περάσει από τον γάμο.

Βλέπει μπροστά του το πρόσωπο της γυναίκας του, τα ζωηρά, βαθιά μπλε μάτια της, θυμάται το χαμόγελό της, πώς του χαϊδεύει τα μαλλιά με τα όμορφα, λεπτά δάχτυλά της.

«Της υποσχέθηκα να την κάνω ευτυχισμένη», σκέφτηκε. Ξανάβαλε μπρος το αυτοκίνητο, έστριψε για τον επαρχιακό δρόμο.

Μια βδομάδα είναι πολύ. Δεν άντεξα ούτε δύο μέρες μακριά σου, της είπε, μόλις βγήκε η Δανάη να τον προϋπαντήσει στο σπίτι της γιαγιάς.

Είσαι τρελός! χαμογελούσε, με δάκρυα στα μάτια.

Δανάη μου, αγάπη μου ψιθύρισε ο Αλέξανδρος στ αυτί της, και οι δυο ζαλισμένοι από χαρά.

Oceń artykuł
Ο Ορέστης παντρεύτηκε τη Νάντια για να εκδικηθεί την πρώην αγαπημένη του. Ήθελε να της αποδείξει ότι δεν υποφέρει που εκείνη τον άφησε.