Νυχτερινός συγγενής και το τίμημα της ηρεμίας
Όχι πάλι, ψιθύρισε η Ειρήνη, κοιτάζοντας τον νιπτήρα γεμάτο σαπουνόνερο.
Οι δείκτες του ρολογιού στην κουζίνα έδειχναν αμείλικτα «1:15». Το σπίτι είχε βυθιστεί στη σιωπή. Στο διπλανό δωμάτιο ακουγόταν το ήσυχο ροχαλητό της μικρής Ελενίτσας. Στην κρεβατοκάμαρα, σίγουρα είχε ήδη παραδοθεί στον ύπνο ο Πάνος. Η λάμπα με το γαλακτερό καπέλο ζωγράφιζε έναν χλωμό κύκλο πάνω στο τραπέζι, όπου στεκόταν παραπονετικά μια κούπα με χλιαρό χαμομήλι.
Το κουδούνι της πόρτας έσπασε τη νύχτα σαν μαχαίρι. Μακρόσυρτο, επίμονο, με μικρές παύσεις, που έδιναν χρόνο για μια αδύναμη ελπίδα: «Σε παρακαλώ, άλλη φορά».
Μέσα από την κρεβατοκάμαρα ακούστηκε νυσταγμένος αλλά αναγνωριστικός ψίθυρος του Πάνου:
Πάλι αυτός;
Η Ειρήνη σκούπισε τα χέρια της στο μπουρνούζι, συγκρατώντας ένα χασμουρητό το ίδιο που θα ήθελε να το μετατρέψει σε σήμα κινδύνου: «κοιμάμαι, άσε με». Προχωρούσε προς την πόρτα, με ένα μείγμα από ενόχληση, ελαφριά ντροπή γι αυτή την ενόχληση, και κούραση βαρύ σαν βρεγμένο πάπλωμα.
Στο ματάκι, γνώριμη φιγούρα. Ευρύστερνος, στη φθαρμένη δερμάτινη καπαρντίνα, με το κασκέτο ριγμένο προς τα πίσω. Ο πεθερός της, ο Μανώλης Παπαδόπουλος, όπως πάντα μισογυρισμένος προς την πόρτα. Με το ένα χέρι στηρίζεται στον τοίχο, το άλλο κρατούσε σφιχτά μία μεγάλη χαρτονένια κούτα στο πλάι του.
Στα πόδια του ένα πλαστικό σακούλι με πράσινο λογότυπο η Ειρήνη ήξερε ήδη: κουλουράκια. Πάντα τα ίδια.
Άνοιξε.
Ειρηνάκι μου! ο Μανώλης έλαμψε, λες κι ήταν μεσημέρι. Ακόμα ξυπνητοί; Τέλεια! Μόνο δέκα λεπτά θα κάτσω.
Καλησπέρα, κύριε Μανώλη, προσποιήθηκε χαμόγελο. Είναι νύχτα, ξέρετε.
Έλα τώρα, η νύχτα είναι ακόμα μικρή! απέκρουσε εκείνος. Και εγώ, όσο περπατάνε τα πόδια μου Να μην μπει ο παππούς; Έχω θησαυρό.
Σήκωσε την κούτα. Στην ετικέτα έγραφε ξεθωριασμένα «Φιλμ 8 χιλιοστών». Κάποια στιγμή, κάποιος είχε σημειώσει: «1978 Πρωτοχρονιά Σπίτι». Η κούτα μύριζε σκόνη, κλεισμένες ντουλάπες, και κάτι απ τη ζωή που η Ειρήνη είχε γνωρίσει μόνο από παλιές φωτογραφίες.
Τη βρήκα, φαντάζεσαι; ο Μανώλης ήδη έμπαινε χωρίς να περιμένει τυπικό «περάστε». Στον γείτονα ήταν καταχωνιασμένη. Του λέω: «Δική μου!» Δεν το πίστευε, μετά είδε τα γράμματα. Της Χαρούλας είναι, λέει.
Το όνομα της Χαρούλας, της γυναίκας του Μανώλη που είχε χαθεί πριν δέκα χρόνια, ήχησε στο στενό διάδρομο σαν σκιά.
Ο Πάνος βγήκε απ’ το υπνοδωμάτιο μισοζαλισμένος. Μπλούζα με ξεθωριασμένο logo, φόρμα.
Πατέρα βραχνά. Είναι μία και κάτι.
Βρε! φώτισε ο Μανώλης. Τώρα αρχίζουν τα καλύτερα. Τι παραπονιέσαι, αγόρι μου; Εμείς στην ηλικία σου τέτοια ώρα βγαίναμε στα μπουζούκια, χαχ!
Η Ειρήνη αισθανόταν κάθε ζωηρή του κουβέντα να χτυπά σαν βαρύ σφυρί στο κεφάλι. Όμως κάτι μέσα της μουρμούριζε: «Μόνος του είναι. Σκοτάδι. Θα φοβάται».
Πάμε κουζίνα, είπε, καταπίνοντας ένα βαρύ αναστεναγμό. Ήσυχα, κοιμάται η Ελενίτσα.
Όλα ήσυχα, σαν ποντικάκι, υποσχέθηκε ο Μανώλης, ξεκουμπώνοντας το μπουφάν.
Ποντικάκι που κάνει θόρυβο σαν σειρήνα, σκέφτηκε η Ειρήνη.
***
Στην κουζίνα, ο Μανώλης καθόταν πάντα σ εκείνη την καρέκλα δίπλα στο καλοριφέρ. «Η μέση μου δεν αντέχει ρεύμα», έλεγε. Η Ειρήνη του σέρβιρε το φλυτζάνι με αυτόματη κίνηση, λειτουργώντας σχεδόν μηχανικά.
Ο Πάνος, μισοκοιμισμένος, έκατσε απέναντι και κοίταξε την κούτα.
Τι είναι αυτό; ρώτησε.
Το οικιακό μας σινεμά! θριαμβευτικά ο Μανώλης. Ταινία. Εσύ, η μάνα σου, μικρός εσύ, το δέντρο, οι σαλάτες, το πρόσωπο της θείας Άρτεμης γέλια. Ολόκληρη ιστορία!
Η Ειρήνη ακούμπησε στο χέρι το κεφάλι. Το ρολόι έδειχνε «1:27», «1:28» Ο Μανώλης τώρα ξεκινούσε.
Θυμάμαι τότε άρχισε διηγούμενος. Μεσάνυχτα, να έρχονται φίλοι απ τα παλιά, εμείς πάντα ανοίγαμε: «Περάστε, το σπίτι ανοιχτό!» Η Χαρούλα είχε πει: σταμάτησε, πάσχιζε να θυμηθεί «Οι πόρτες τη νύχτα να μένουν ανοιχτές για όποιον έχει ανάγκη».
Η Ειρήνη ασυναίσθητα συμφώνησε. Τα λόγια κόλλησαν πάνω της.
Πατέρα, ο Πάνος τρίψιμο στα μάτια. Θα τη δούμε ποτέ την ταινία; Για αυτό την έφερες, σωστά;
Βέβαια, ενθουσιώδης. Απλά μηχανή εγώ δεν έχω πια. Λέω μήπως έχετε;
Σε διαμέρισμα στον έκτο και μηχανή 8mm; ειρωνεία η Ειρήνη. Στην αποθήκη, δίπλα στο αρμόνιο και το πιεστήριο.
Ο Μανώλης δεν κατάλαβε το ύφος.
Ε, κάτι θα βρούμε, αισιόδοξα. Ή θα την ψηφιοποιήσουμε. Ο Πάνος, προγραμματιστής δεν είσαι; Μέχρι τότε, εγώ θα διηγούμαι.
Και ξεκίνησε. Πρώτη μηχανή, πρώτες λήψεις στο χωριό, η Χαρούλα να γελά με το χιόνι που πέφτει στο σβέρκο. Τα λόγια κύλαγαν σαν τσάι από αστείρευνο μπρίκι. Δε λογάριαζε τη νύχτα. Σαν να ζούσε μόνο στις αναμνήσεις.
Η Ειρήνη άκουγε ημι-κοιμισμένη. «Αύριο στις εφτά ξύπνημα, Ελενίτσα παιδικό σταθμό, δουλειά τα μάτια κλείνουν»
***
Απαλό τρίξιμο την ξεσήκωσε.
Στην πόρτα της κουζίνας εμφανίστηκε φιγούρα μικρής σε πιτζάμες με ροζ άστρα. Η Ελενίτσα, με τα μαλλιά ορθά, τρίβοντας τα μάτια:
Μαμά σιγοψιθύρισε, σκαλώνοντας στο κατώφλι.
Τι έγινε, αγάπη μου; πετάχτηκε η Ειρήνη, την πήρε αγκαλιά μην χτυπήσει.
Διψάω, νυσταγμένα. Κι είδα πάλι τον παππού στον ύπνο μου.
Ο Μανώλης άστραψε ακούγοντας «παππού»:
Να το! Τα παιδιά νιώθουν το δέσιμο!
Η μικρή τον κοιτούσε θολά, μισοξύπνια.
Κάθε νύχτα έρχεσαι, του είπε σοβαρά. Χτυπάς-χτυπάς την πόρτα κι εγώ δε μπορώ να την κλείσω γιατί το χερούλι καίει.
Η Ειρήνη ένιωσε σφίξιμο στο στομάχι. Ο Πάνος συνοφρυώθηκε.
Τι όνειρα είναι αυτά; χαμηλόφωνα.
Όχι όνειρα σίγουρος ο Μανώλης. Η ψυχή του παιδιού αναζητά τον παππού.
«Ή ίσως αναζητά ησυχία», έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται η Ειρήνη, αλλά δυνατά είπε:
Έλα, πάμε στο κρεβατάκι. Ο παππούς θα έρθει κι άλλη φορά, ε;
Τη νύχτα; ανησύχησε η μικρή.
Η Ειρήνη κοίταξε τον Μανώλη. Εκείνος με βλέμμα απορίας, σχεδόν παιδικό.
Και μέρα επιτρέπεται, γλυκά η Ειρήνη. Και ίσως να είναι και καλύτερα.
Το παιδί αναστέναξε και χώθηκε στον ώμο της.
Η Ειρήνη την πήγε πίσω, αφουγκραζόμενη ψηλομύτες κουβέντες στην κουζίνα.
Σκεπάσματα, χάδι στο κεφάλι. Και μέσα της, μονότονο: «Πάντα „μόνο δέκα λεπτά” καταλήγουν σε ώρα συζήτησης με κουλουράκια, τσάι, βαριά βλέφαρα και το πρόγραμμά μας κουρέλια»
Το ρολόι στον διάδρομο πλησίαζε δύο. Η Ειρήνη πήρε βαθιά ανάσα. Η υπομονή της, σαν ξυπνητήρι, μετρούσε τα τελευταία λεπτά.
***
Και πάλι μιάμιση τη νύχτα, διαμαρτυρόταν η Ειρήνη στην κολλητή της στο τηλέφωνο, Ολυμπία τη λέγανε. Ούτε ντροπή, ούτε συνείδηση. Λες και το σπίτι μας είναι 24ωρο καφενείο «Ο Γιος».
Η Ολυμπία αναστέναζε και γελούσε.
Ειρήνη μου, σοβαρά, τα συλλυπητήριά μου. Το σπίτι σου κυριεύτηκε από το νυχτερινό πνεύμα της προηγούμενης γενιάς.
Πολύ αστεία, μισογελώντας η Ειρήνη. Μιλάω σοβαρά. Δεν μπορώ να κοιμηθώ πια ήσυχη, όλο σκέφτομαι αν θα ξαναχτυπήσει. Και πάντα χτυπάει! Στις μία, στη μία παρά, στη μιάμιση Και πάντα «για δέκα λεπτά».
Σκέψου το σαν αποστολή είπε η Ολυμπία. Νυχτερινό hard-mode: ξύπνα, βράσε τσάι, άκου μονόλογο. Το βραβείο; Τα κουλουράκια.
Η Ειρήνη αθέλητα χαμογέλασε.
Πάντα τα ίδια φέρνει, είπε. Οβάλ βουτήματα σε πράσινο περιτύλιγμα. Δεν τα αντέχω πια.
Είναι, βλέπεις, το έμβλημα! συλλογίστηκε η Ολυμπία. Να του βάλεις ξυπνητήρι-φιλοξενίας.
Δηλαδή;
Ε! Πάρε εσύ τηλέφωνο στη μία τη νύχτα.
Αποκλείεται, γέλασε η Ειρήνη.
Συγγνώμη, είπε γελώντας η Ολυμπία. Αλλά σοβαρά τώρα, όρια χρειάζονται. Αλλιώς, το θεωρεί φυσιολογικό. Εφόσον ανοίγεις.
Είναι ο πεθερός, Ολύμπια. σιγανά. Μόνος, η Χαρούλα χάθηκε, ο Πάνος μοναχογιός. Πώς να του πω να μην έρχεται νύχτα; Έχει τα προβλήματά του, την πίεση, τις αναμνήσεις
Έχεις όμως κι εσύ παιδί, δουλειά, καρδιά, πίεση. Όρια δεν σημαίνει αδιαφορία, φροντίδα σημαίνει και γι τον εαυτό σου που ενίοτε ωφελεί και τους άλλους, είπε ήσυχα η Ολυμπία.
Η Ειρήνη δεν μίλησε. Η λέξη «όρια» στριφογύριζε σαν δάγκωμα. Είχε μάθει πως «καλή νύφη» είναι αυτή που αντέχει.
***
Η πρώτη νυχτερινή επίσκεψη του Μανώλη έγινε έξι μήνες μετά το χαμό της συζύγου του.
Η Ειρήνη πίστευε πως ήταν «μία φορά», μια από τις νύχτες που η θλίψη σκάει αβίαστα.
Ήταν ήδη ξαπλωμένοι με τον Πάνο. Σκοτάδι, μοναχικά μόνο λίγο φως φιλτράριζε στο πάτωμα. Ήσυχα, ώσπου η πόρτα του διαδρόμου τραντάχτηκε.
Ποιος είναι τέτοια ώρα; πετάχτηκε η Ειρήνη.
Το κουδούνι, ανυπόμονο, σχεδόν απεγνωσμένο. Ο Πάνος σηκώθηκε πρόχειρα, όπως-όπως.
Ο Μανώλης στην πόρτα τσαλακωμένος, χωρίς σακάκι, με μια παλιά πλεκτή ζακέτα και χωρίς κασκέτο. Τα μάτια του γεμάτα υγρασία.
Συγγνώμη, ψέλλισε, είχε μπει πριν του πουν καν «περάστε». Δεν άντεχα άλλο μόνος. Κρύο. Άδειο.
Μύριζε καπνό και νύχτα. Κρατούσε σακούλι με τα ίδια κουλουράκια.
Πατέρα, έπαθες κάτι; ο Πάνος ανήσυχος.
Όχι, απάντησε, μα το βλέμμα του χαμένο. Ήθελα μόνο να σας δω.
Η Ειρήνη θυμήθηκε την κηδεία, την εικόνα του κρατώντας το καπέλο με τρεμάμενα χέρια. Έναν άνθρωπο που του πήραν τις συντεταγμένες.
Καθισμένος στην κουζίνα δεν έλεγε αστεία. Μόνο φράσεις:
Εκείνη αγαπούσε να πίνει τσάι νύχτα
Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έσπαγε τα κουλουράκια.
Στο μανάβικο σήμερα είδα το ίδιο, χαμηλόφωνα. Εκεί γνωριστήκαμε. Πιάσαμε μαζί το πακέτο. Μου είπε: «Πάρτε το, εγώ προσέχω τη σιλουέτα». Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως θα την παντρευτώ.
Η Ειρήνη τότε λυπήθηκε πραγματικά. Δεν ένιωσε ενόχληση.
Ελάτε όποτε θέλετε, κύριε Μανώλη, του είπε την αυγή. Είμαστε εδώ.
Κι αυτό έγινε κυριολεκτικό. Όποτε «έπρεπε», εκείνος ερχόταν. Και ιδίως, μετά τα μεσάνυχτα.
Όχι πολύ καιρό μετά, έγινε δεύτερη επίσκεψη. Ύστερα τρίτη. Μετά, η Ειρήνη δεν θυμόταν πλέον πόσο διάστημα μεσολαβούσε χωρίς τέτοιες βραδινές παρουσίες.
***
Ο Πάνος, όταν του άρχισε τη συζήτηση, μόνο σήκωσε τους ώμους.
Ξέρεις, παλιά ήταν πάντα της νύχτας, της είπε. Όλη του τη ζωή δούλευε αργά, διάβαζε ξενύχτια. Κι όταν ήμουν παιδί, τον έβρισκα δύο το πρωί να πίνει καφέ.
Ναι, αλλά τότε ήταν στο δικό του σπίτι, απαλά αντιτείνει εκείνη. Τώρα έρχεται εδώ.
Το σπίτι μας είναι συνέχεια του δικού του, δικαιολόγησε. Είμαστε οι δικοί του.
Κι εγώ φοβάμαι, ομολόγησε η Ειρήνη. Γιατί δεν κοιμάμαι ποτέ σωστά. Γιατί η Ελενίτσα ξυπνάει. Γιατί ακούω το κουδούνι σαν φωτιά.
Ο Πάνος έμεινε ήσυχος. Κάτι άρρητο ή παλιό τους βάραινε. Τα λόγια «είναι πατέρας», πάντα σαν τοίχος ανάμεσα στην Ειρήνη κι ένα ανοιχτό παράπονο.
Μια νύχτα η Ειρήνη απλά δεν σηκώθηκε.
Έμεινε στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά, παριστάνοντας πως κοιμάται. Ο Πάνος πήγε. Η πόρτα άνοιξε-έκλεισε, ψίθυροι.
Μετά από κάμποση ώρα, τη ζάλισε κρύο μουρμουρητό. Από περιέργεια πήγε αθόρυβα προς την κουζίνα.
Ο Μανώλης καθόταν μόνος, ο Πάνος είχε επιστρέψει στο δωμάτιο. Μπροστά του, μια στοίβα παλιές φωτογραφίες. Φως μόνο απ το πορτατίφ· τον έκανε σκηνή σε μικρό θέατρο.
Χαρούλα, αυτή είσαι μουρμούριζε. Μου έλεγες πως αν παχύνεις θα σε παρατήσω. Κι εγώ δεν απάντησα ποτέ, ανοησία μου
Άλλαξε φωτογραφία.
Ο Πάνος μικρός, εδώ τρέχει γύρω απ την τηλεόραση. Σε αυτή είχαμε δει τότε την ταινία… Θυμάσαι, Χαρούλα, που μας επισκέφθηκε ο Στέλιος στη 1 τη νύχτα και μέχρι τις 3 γελούσαμε; Εσύ έλεγες „Ας έρχονται όσο αντέχουν. Κλειδαριά βάζουμε μόνο μόλις φύγουμε εμείς…”
Μονόλογοι μνήμης, καμουφλαρισμένη ικεσία: «Ας μείνει έστω ένα σπίτι ανοιχτό τη νύχτα για μένα»
Η Ειρήνη πικραίνονταν. Δεν ήταν τέρας ο πεθερός. Ήταν μόνος, σαν χαμένο αγόρι μες στη νύχτα.
***
Μια φορά το γύρισε στην πλάκα.
Ήταν αρχές καλοκαιριού, παράθυρο μισάνοιχτο, νύχτα ζεστή. Το κουδούνι, σχεδόν μηχανικά. Η Ειρήνη, πριν βγει, φόρεσε εντυπωσιακό μπουρνούζι με ρόδα, μάσκα ύπνου στο κεφάλι (δώρο της Ολυμπίας).
Διάσημη του σινεμά, σχολίασε ο Πάνος.
Απόψε, στο νυχτερινό σινεμά „Παππούς Μανώλης”.
Με θεατρικότητα άνοιξε την πόρτα.
Καλησπέρα σας! Καλωσήρθατε στην αποκλειστική νυχτερινή ζώνη! Πρόγραμμα: τσάι, κουλουράκια και χρόνια αϋπνίας!
Μπράβο σας! ο Μανώλης γέλασε. Αντέχετε ακόμα, νόμιζα κοιμάστε σαν συνταξιούχοι από τις δέκα!
Στην κουζίνα, έβγαλε καινούργιο βαζάκι ελληνικό καφέ, χτύπησε αστειευόμενη στο ξυπνητήρι πάνω στο ψυγείο.
Μπορούμε να κάνουμε έθιμο: „Μεσάνυχτα α λα ελληνικά”. Τσάι, κουλουράκια, μπουζούκι μόνο που το ξυπνητήρι στις έξι δυστυχώς δεν αλλάζει.
Ε, μα έτσι είναι οι καλύτερες αναμνήσεις! ο Μανώλης. Ταξίδια με τα νυχτερινά τρένα, τσάι στα ποτήρια με καραβάνα, η νύχτα πάντα φέρνει ευκαιρίες
Ξάφνου λέει:
Στη ζωή υπάρχουν πόρτες που πρέπει να μένουν ανοιχτές. Ποιος ξέρει, μπορεί κάποιος να το έχει ανάγκη.
Η φράση κάρφωσε την Ειρήνη. Κι όμως, σκέφτηκε, «κάποιοι ξεχνάνε πως μέσα μένουν άνθρωποι».
Δυνατά μουρμούρισε:
Υπάρχουν και παράθυρα που πρέπει να μένουν κλειστά γιατί θα κρυολογήσουμε…
Ο Μανώλης δεν κατάλαβε το δεύτερο νόημα. Ακούραστος, συνέχισε ιστορίες.
***
Μια φορά δεν άνοιξε.
Η Ελενίτσα άρρωστη, πυρετός, βαριά νύχτα. Επιτέλους κοιμιζόταν. Τότε όπως πάντα κουδούνι.
Όχι τώρα, ψιθύρισε.
Ο Πάνος σε βάρδια μόνες τους. Η Ειρήνη δεν κουνήθηκε. Το κουδούνι ξαναχτύπησε. Ύστερα δεύτερη και τρίτη φορά. Έπειτα, ησυχία.
Κάθισε, μέτρησε εκατό, διακόσια. Καρδιά σφυροκοπούσε. «Νάτο, μια φορά δεν άνοιξες. Ο κόσμος δεν καταστράφηκε».
Το πρωί, βγάζοντας σκουπίδια, βλέπει μια σακούλα στα σκαλιά. Τα κουλουράκια, λίγο υγρά. Μια μικρή καρτούλα: «Κοιμόσασταν. Δεν ήθελα να σας ξυπνήσω. Μ.»
Τίποτα άλλο. Ούτε παράπονο, ούτε γκρίνια, μόνο το κουλούρι.
Η Ειρήνη ένιωσε ταυτόχρονα ενοχή και θυμό: «Γιατί να νιώθω εγώ άσχημα που απλώς θέλω ύπνο;»
***
Σε μια τέτοια νύχτα, το σπίτι έμοιαζε βαρύ, κρύο, σαν βρεγμένη κουβέρτα.
Η Ελενίτσα αρρώστησε δυο φορές πάτησε στην κουζίνα ξυπόλητη όσο ο Μανώλης έλεγε ανέκδοτα. Ο πυρετός της έφτασε ψηλά, βράδυ-βράδυ. Υπόνοιες μαύρων κύκλων κάτω από τα μάτια της Ειρήνης στο γραφείο με το ζόρι στεκόταν, με άπειρες κούπες ελληνικό καφέ.
Το βράδυ, φτιάχνοντας σούπα, κοίταξε τον Πάνο στα μάτια κι ένιωσε να σπάνε όλα μέσα της.
Δεν αντέχω άλλο, είπε, χωρίς να τον κοιτά.
Τι εννοείς; κούμπωνε το βραστήρα.
Ότι δεν μπορώ να ζω με το ωράριο του, γύρισε απότομα. Δεν είμαστε „βάρδια φιλοξενίας”. Έχουμε παιδί, εγώ δουλειά, αυτό δεν το βιώνεις;
Ο Πάνος πήγε να πεταχτεί με το συνήθη «είναι πατέρας», μα εκείνη ύψωσε χέρι.
Στοπ. Όλο ακούω: «είναι πατέρας», «μόνος του», «είναι βαρύ». Κι εγώ τι είμαι; Γυναίκα, μάνα, άνθρωπος. Με σώμα, νεύρα, όρια. Κανείς δεν ρώτησε πραγματικά ποτέ πώς είμαι εγώ.
Ο Πάνος έσκυψε το βλέμμα.
Κοίτα το βράδυ, όταν έρθει, θα πούμε τα πράγματα ευθέως. Τρεις μαζί. Όχι αστεία, όχι „δέκα λεπτά”. Θα του πω ότι χρειάζομαι νύχτα. Πραγματική, χωρίς χτυπήματα.
Θες να του απαγορεύσεις; διστακτικός.
Θέλω τόνισε η Ειρήνη να έρχεται μέρα. Ή τουλάχιστον πριν τις δέκα. Δε διώχνω τον άνθρωπο, διώχνω τη συνήθεια της νύχτας.
Βαρύς αναστεναγμός απ τον Πάνο.
Μπορεί να το πάρει βαριά, μουρμούρισε.
Εγώ ήδη το έχω πάρει βαριά, ήσυχα. Γιατί έναν χρόνο παριστάνω ότι δεν έγινε τίποτα. Όλα τα „ναι” μου είναι μικρές ήττες.
Η αλήθεια, ειπωμένη δυνατά, φάνηκε καθαρή, αέρας στο σπίτι.
Εντάξει, είπε εκείνος, απόψε θα δοκιμάσουμε. Θα είμαι κι εγώ εκεί.
***
Βλέποντας το κουτί με το φιλμ εκείνη τη νύχτα, η Ειρήνη τα κατάλαβε όλα.
«Οικογενειακές Γιορτές 1979», έγραφε. Ο Μανώλης, με περηφάνια, τ άφησε στο τραπέζι.
Δείτε! Θησαυρό βρήκα! Ολόκληρη η ζωή μας!
Να μιλήσουμε πρώτα; ξεκίνησε απαλά η Ειρήνη, όσο ο Πάνος σέρβιρε τσάι.
Για τι; ειλικρινά απορημένος.
Για τις νύχτες μας, σοβαρά.
Ο Μανώλης σταμάτησε να χαμογελά.
Ακούω, λιγότερο άνετα.
Έρχεστε συχνά αργά, απαλά η Ειρήνη. Για σας η νύχτα είναι χρόνο αναμνήσεων. Για μας, ύπνος. Εγώ αύριο δουλεύω, ο Πάνος επίσης. Η Ελενίτσα παιδικό. Εξαντλούμαστε όταν κάθε βράδυ ξυπνάμε.
Ο Μανώλης συνοφρυώθηκε.
Δηλαδή σας ενοχλώ; η φωνή του μαλάκωσε.
Ο Πάνος παρενέβη:
Πατέρα, δεν μας ενοχλείς. Χαιρόμαστε που έρχεσαι. Μόνο δεν αντέχουμε τη νύχτα. Κυρίως η Ειρήνη. Και η μικρή.
Η Ειρήνη έγνεψε.
Πλέον φοβάμαι κάθε χτύπημα μετά τις δέκα παραδέχτηκε. Πετάγεται η καρδιά μου. Δεν μπορώ να χαλαρώσω. Κι η Ελενίτσα κάθε νύχτα λέει ότι βλέπει κάποιον να χτυπάει. «Το χερούλι καίει».
Ο Μανώλης κοίταξε και τους δυο. Και το κουτί.
Νόμιζα έτσι ήταν πάντα. Με τη Χαρούλα ξενυχτούσαμε με τσάι, ανοιχτές οι πόρτες. Λέγαμε πάντα: «Αν κάποιος έρθει νύχτα, σημαίνει το χρειάζεται».
Κι εμείς τη νύχτα χρειαζόμαστε ύπνο, απαλά η Ειρήνη. Όχι γιατί δεν σας αγαπάμε, αλλά γιατί αγαπάμε κι εμάς και το παιδί μας.
Σιωπή.
Ο Μανώλης κύλησε τα δάχτυλα στο τραπέζι.
Δηλαδή να μην έρχομαι;
Να έρχεστε, αμέσως η Ειρήνη. Μα όχι μετά τα μεσάνυχτα. Στο φως, πρωί, απόγευμα, το αργότερο μέχρι δέκα. Πάντα καλωσορίσατε, αρκεί ένα τηλέφωνο.
Ο Πάνος συνέχισε:
Πατέρα, χαιρόμαστε να πίνουμε τσάι μαζί. Όσο αντέχουμε.
Κρατώντας ερμητικά το συναίσθημα, ο Μανώλης μουρμούρισε:
Δεν ήξερα πως σας δυσκολεύω τόσο. Νόμιζα, αν εγώ δεν κοιμάμαι, ούτε εσείς
Η Ειρήνη χαλάρωσε εσωτερικά.
Δεν ήταν κακόβουλος. Είχε απλώς χάσει την αίσθηση του χρόνου, σα να πάγωσε η ζωή του εκείνη τη νύχτα που χάθηκε η Χαρούλα.
Να κάνουμε το εξής, πρότεινε απαλά. Θέλω κι εγώ να δούμε την ταινία. Αλλά ημέρα, Σάββατο. Μαζί εσείς, εμείς, η μικρή. Σαν πρωτοχρονιά του 79.
Ο Μανώλης κοίταξε το κουτί, μετά εκείνη.
Κι αν τη νύχτα πάλι θελήσω ξεκίνησε.
Αν κάτι σοβαρό, ήρεμα η Ειρήνη, τηλεφώνησε. Θα σηκώσουμε. Αλλά όχι κάθε νύχτα. Για μια απλή κουβέντα, μέρα.
Ο Πάνος έγνεψε.
Πατέρα, θέλω να είμαι μαζί σου μέρα, όχι ξημερώματα χωρίς να έχω μυαλό. Τώρα δεν θυμάμαι καν τι συζητούσες
Ο Μανώλης χαμογέλασε πικρά.
Παλιόπαιδο, ψέλλισε. Τα «δέκα λεπτά» μου ίσως έγιναν ένας χρόνος.
Συμφώνησαν.
Το φιλμ, Σάββατο. Τώρα, φεύγω.
Θα σας συνοδεύσω, η Ειρήνη.
Στον διάδρομο, παλεύοντας με το παλτό, ρώτησε:
Αν τυχόν ξανατηλεφωνήσω αργά
Θα σκεφτώ πως δεν είστε καλά, απάντησε ήρεμα. Αλλά δεν θα ανοίγω πάντα. Είμαι κι εγώ άνθρωπος.
Στα μάτια του φάνηκε αναγνώριση.
***
Το υποσχόμενο Σάββατο ήρθε σύντομα.
Στο τραπέζι, δανεικός παλιός προτζέκτορας (εύρημα φίλου), το σαλόνι έγινε αίθουσα προβολής, κουρτίνες τραβηγμένες, λευκό σεντόνι τεντωμένο στον τοίχο.
Ο Μανώλης πρώτος μπροστά, αγκαλιά το κουτί με το φιλμ. Η Ελενίτσα στα γόνατα της Ειρήνης, κρατώντας έναν λούτρινο λαγό. Ο Πάνος να προσπαθεί με τα καλώδια.
Ο προτζέκτορας ξεκίνησε, δέσμη φως έκοψε το σκοτάδι, και στους τοίχους ζωντάνεψαν ξεθωριασμένες φιγούρες.
Μια νεαρή γυναίκα με φόρεμα λουλουδάτο χαμόγελο σαν ήλιος. Κοντά της, νέος Μανώλης, χωρίς γκρίζα, χαμογελαστός. Το μικρό αγόρι ανάμεσά τους.
Στην οθόνη, πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, μανταρίνια, σαλάτες, γιρλάντες. Κάπου φαίνεται ταμπελάκι στην πόρτα: «Το σπίτι μας πάντα ανοιχτό. Ακόμα και τη νύχτα. Για τους δικούς!»
Η Ειρήνη ένιωσε αυτή τη φράση να την τρυπά.
Ο Μανώλης λυγίζει.
Εκείνη το έγραψε, ψιθυρίζει. Η Χαρούλα. Για να ξέρουν όλοι.
Στο φιλμ, η Χαρούλα γελά, ανοίγει πόρτα στον άγνωστο, του γνέφει: «Περάστε!». Φως, χαμόγελα, αναβρασμός. Το ρολόι γράφει «1:05». Σημείωμα στο κάτω μέρος: «Το σπίτι πάντα ανοιχτό, πάντα χαρούμενο».
Ο Μανώλης δάκρυσε σιωπηλά, ταρακουνήθηκε.
Η Ελενίτσα αποκοιμιέται στην αγκαλιά της μαμάς της, ζεστή απ το σκοτάδι.
Ο προτζέκτορας έτρεχε, χίλιες εικόνες η Χαρούλα να σκουπίζει πιάτα, ο Μανώλης να τη φιλά, ο μικρός Πάνος να τρέχει γύρω απ’ το δέντρο.
Η Ειρήνη συνειδητοποίησε: οι νυχτερινές επισκέψεις του ήταν απόπειρα επιστροφής σε μια εποχή που οι πόρτες άνοιγαν για γέλια, όχι για εισβολές στα όρια.
***
Η προβολή τελείωσε, στο σαλόνι κυρίευσε η ηρεμία. Η μικρή, αγκαλιά στη μαμά.
Ο Μανώλης σκούπισε το πρόσωπο.
Συγγνώμη, είπε χαμηλόφωνα. Νόμιζα πως κάνω κάτι καλό. Πως έτσι δεν νιώθω μόνος.
Η Ειρήνη απάντησε ήσυχα:
Ακόμη και χωρίς νυχτερινές επισκέψεις, δεν είστε μόνος. Απ εδώ και μπρος τις πόρτες τις ανοίγουμε μέρα.
Μετά από λίγες μέρες η Ειρήνη πήγε στο παντοπωλείο. Πήρε όχι μόνο τα γνωστά κουλουράκια σε πράσινο περιτύλιγμα, αλλά κι ένα θερμός ασημί, με σχέδιο βουνό. «Κρατάει το ρόφημα ζεστό ως 8 ώρες», υποσχόταν το καρτελάκι.
Το έβαλε σε κουτί, δίπλα τα κουλουράκια, κι ένα κλειδί με μπρελόκ.
Έγραψε σε καρτούλα: «Κύριε Μανώλη, σας περιμένουμε πάντα με χαρά και πρωινά. Το θερμός κρατάει το τσάι σας ζεστό. Το κλειδί, για να έρχεστε τη μέρα. Πείτε μας πριν έρθετε. Σας αγαπάμε Ειρήνη, Πάνος, Ελενίτσα».
Πήρε τηλέφωνο μέρα πρώτη φορά με δική της πρωτοβουλία.
Κύριε Μανώλη, είπε, αύριο το πρωί έχουμε τσάι. Ό,τι βολεύει. Αρκεί πριν τις δώδεκα.
Ο Μανώλης γέλασε μα φαινόταν ανακουφισμένος.
Μας καλείτε επίσημα; πειράγματα.
Πάμε για νέα παράδοση, απάντησε. Άνευ βραδινής βάρδιας.
Την άλλη μέρα έφτασε στις δέκα ακριβώς. Είχε πάρει τηλέφωνο πριν: «Σε λίγο φτάνω». Στο χέρι, μπουκέτο μαργαρίτες.
Για σένα, Ειρηνάκι, ντροπιασμένα. Για την υπομονή σου.
Κάτω απ’ τη μασχάλη, ένα αρκουδάκι με υπνόσακο.
Για την Ελενίτσα μας, είπε. Φύλακας νυχτερινός, να τη συναντάει ο παππούς στα όνειρα μόνο για παραμύθια.
Η Ειρήνη χαμογέλασε ανυπόκριτα.
Περάστε, το τσάι έτοιμο.
Ο ήλιος ζωγράφιζε τετράγωνα στο τραπέζι. Το τσάι αχνιστό, τα κουλουράκια τραγανά. Η μικρή χαμογελαστή με το καινούργιο της αρκουδάκι. Ο Πάνος μιλούσε για τη δουλειά, ο Μανώλης του ανταπέδωσε ιστορία με νυχτερινό τρένο που το χε μπερδέψει με το πρωινό.
Ήταν ο ίδιος Μανώλης, με τις ίδιες ιστορίες. Μόνο που τώρα η ώρα άλλαξε. Πρωί, όχι νύχτα. Επίσκεψη προσκαλεσμένη, όχι εισβολή.
Το βράδυ, καθώς η Ειρήνη έβαζε την Ελενίτσα για ύπνο, άκουσε:
Μαμά, απόψε ο παππούς δεν ήρθε στο όνειρό μου.
Και σου άρεσε; ρώτησε.
Ναι, αφαιρεμένη. Γιατί απλά κοιμήθηκα. Κι ήρθε το πρωί, αληθινός.
Η Ειρήνη χαμογέλασε στο σκοτάδι.
Έτσι να μείνει, ψιθύρισε.
Τη νύχτα, στο «1:15», το σπίτι σιωπηλό. Το κουδούνι δεν χτύπησε. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ξύπνησε η ίδια μόνη της χορτάτη ύπνου.
Κατάλαβε πως έμαθε να βάζει όρια. Όχι με φωνές ή ντροπή, αλλά με λόγια. Και ο κόσμος δεν χάλασε. Ο πεθερός δε χάθηκε. Απλά, σταμάτησε να έρχεται στις μία τα ξημερώματα.
Κι αυτή ήταν μια μικρή νίκη και δική της και όλης της οικογένειάς της.




