Ο Νικόλας ήρθε για το επείγον περιστατικό. Την πόρτα του άνοιξαν ένα αγόρι γύρω στα δέκα και ένα κορίτσι. – Η μαμά θα έρθει σύντομα, περάστε! Η βρύση στην κουζίνα στάζει, είπε το αγόρι.

Σταύρος έφτασε στο επόμενο του ραντεβού. Του άνοιξε την πόρτα ένα αγόρι γύρω στα δέκα και μια μικρότερη ξανθούλα.
Η μαμά θα έρθει σε λίγο, περάστε! Η βρύση στην κουζίνα στάζει, είπε ο μικρός.

Ο Σταύρος μπήκε μέσα κι επισκεύασε τη βρύση.
Ο μπαμπάς θα το έφτιαχνε μόνος του, αλλά είναι πιλότος, πάντα λείπει, εξήγησε το αγόρι.

Ήρθε η μητέρα, πλήρωσε τον Σταύρο με ευρώ, κι ο μικρός τον συνόδεψε στην πόρτα.
Δεν έχουμε κανέναν μπαμπά πιλότο! Η μαμά το έχει εφεύρει, μουρμούρισε ξαφνικά ο μικρός.

Ο Σταύρος είχε μόλις τελειώσει το προηγούμενο του μερεμέτι. Είχε αλλάξει τη βρύση στο μπάνιο μιας ηλικιωμένης κυρίας κι ετοιμαζόταν να φύγει για το σπίτι όταν ήρθε το επείγον τηλεφώνημα για άλλη μία δουλειά να δείξει μια βρύση στην κουζίνα, σε άλλη γειτονιά της Αθήνας.

Δούλευε εδώ και μισό χρόνο σε ένα μικρό συνεργείο που ειδικευόταν σε υδραυλικά και μικροεπισκευές.

Χτύπησε το κουδούνι και άνοιξε ένας σοβαρός πιτσιρίκος. Δίπλα του στεκόταν μια κοριτσούλα με χρυσά μαλλιά, ηλικία λίγο μικρότερη.
Δεν είναι κανένας μεγάλος στο σπίτι; ρώτησε έκπληκτος ο Σταύρος.

Στη δουλειά τούς είχαν πει να μην μπαίνουν σε σπίτια χωρίς την παρουσία ενηλίκου.
Η μαμά όπου να ναι έρχεται, σας παρακαλώ, μπειτε! Η βρύση στάζει και τραβάει νερό. Προσπάθησα να τη φτιάξω με σελοτέιπ, αλλά πάλι τρέχει. Μην ανησυχείτε, έχουμε λεφτά, είπε γρήγορα ο μικρός.

Ο Σταύρος τελικά μπήκε του φάνηκε αξιόπιστο ότι «η μαμά έρχεται σε λίγο». Άνοιξε τη βρύση, άλλαξε τον διακόπτη.

Έχω κι ένα τραπέζι που κουνιέται και ένα διακόπτη που δεν δουλεύει, είπε ξαφνικά η μικρή.

Ο μπαμπάς θα τα έφτιαχνε, αλλά ο μπαμπάς μας είναι πιλότος. Πετάει πολύ μακριά και δεν μπορεί να έρθει σπίτι, είπε η μικρή, προφανώς παπαγαλίζοντας τα λόγια της μαμάς.

Λίγο μετά, ήρθε η μητέρα. Ήταν γύρω στα τριανταπέντε, με ωραία χαρακτηριστικά και εμφανώς κουρασμένη, έτοιμη απλώς να αράξει.

Πόσο περιμένω να φωνάξω μάστορα, όλο το αναβάλω Να τος, εγώ τον κάλεσα, πετάχτηκε ο μικρός.

Η μητέρα πλήρωσε τον Σταύρο, και η κόρη υπενθύμισε για το τραπέζι και τον διακόπτη.

Έδωσαν ραντεβού για την επόμενη ημέρα, κι ο Σταύρος άφησε κάρτα του.

Ο μικρός, ο Σταύρος είχε καταλάβει πως τον έλεγαν Μανώλη, βγήκε μαζί του να πετάξει τα σκουπίδια.

Δεν έχουμε κανέναν μπαμπά πιλότο! Η μαμά μας κοροϊδεύει. Νομίζει ότι είμαστε παιδιά και δεν καταλαβαίνουμε. Άμα υπήρχε, θα είχε έρθει έστω και μια φορά. Κι αυτά τα δώρα τα αγοράζει μόνη της, αλλά λέει ότι είναι από τον μπαμπά. Εγώ την είδα να διαλέγει την κούκλα της Έλενας μόνη της στο μαγαζί και μετά μας είπε ότι την έστειλε ο μπαμπάς, είπε πικραμένα ο Μανώλης.

Δεν πρέπει να βάζεις και το χέρι στη φωτιά. Μπορεί να μην μπορεί να έρθει συμβαίνουν και αυτά στη ζωή, προσπάθησε να του πει ο Σταύρος.

Ο Μανώλης όμως απλώς τον κοίταξε θλιμμένα και δεν απάντησε.

Στο σπίτι ο Σταύρος δεν μπορούσε να ησυχάσει. Η λέξη «πιλότος» τον είχε ταράξει και ο ίδιος ήταν πιλότος κάποτε

Είχε ζήσει στην Αθήνα, πετώντας σε μακρινές χώρες. Είχε μια δήθεν ευτυχισμένη σύζυγο, που τον πίεζε να προσγειωθεί στη γη, κυριολεκτικά και μεταφορικά παιδιά δεν είχαν.

Εσύ θα πετάς στα σύννεφα κι εγώ θα φροντίζω τα μωρά; Όχι δα!

Ώσπου μια μέρα οι γονείς της αποφάσισαν να φύγουν για το εξωτερικό, όπου είχαν συγγενείς. Πήγαν, τακτοποιήθηκαν, φώναξαν και το ζευγάρι, αλλά ο Σταύρος αρνήθηκε. Η γυναίκα του τον χώρισε και έφυγε μόνη της.

Ο Σταύρος συνέχισε να πετάει, ώσπου αρρώστησε τόσο βαριά που βγήκε στη σύνταξη. Είχε πολλά χρόνια πτήσης πίσω του, καλό βιογραφικό

Έγινε συνταξιούχος.

Μετά πήγε να μείνει με τη μητέρα του, σε μια μικρή πόλη της Πελοποννήσου.
Σε έξι μήνες, έφυγε ξαφνικά κι εκείνη από τη ζωή…

Ο Σταύρος παρασύρθηκε για λίγο δεν ήταν ποτές του φίλος ούτε του αλκοόλ ούτε των ξενυχτιών, αλλά εκείνη την περίοδο όλα ήρθαν μαζί Βρήκε δήθεν φίλους που απλώς εκμεταλλεύονταν τη μοναξιά του.

Κράτησε ένα μήνα αυτό, μετά είδε τη μητέρα του στον ύπνο του. Του μιλούσε με πόνο κι απογοήτευση

Το πρωί, πέταξε έξω όλη αυτή την «παρέα», συμμαζεύτηκε, ανακαίνισε το σπίτι και πάλι ένιωσε το κενό.

Διαβάζοντας μια μέρα την τοπική εφημερίδα, είδε αγγελία συνεργείου που ζητούσε μάστορες με δικό τους αυτοκίνητο. Είπε να δοκιμάσει κι ένα χαρτζιλίκι χρήσιμο θα ήταν.

Του άρεσε το ελαστικό ωράριο και το γεγονός ότι μπορούσε να διαλέγει τα ρεπό του.

Την επόμενη μέρα, τελευταίο στη λίστα του ήταν το σπίτι που ήδη του ήταν γνώριμο. Περίμενε πως η μαμά του Μανώλη και της Έλενας θα επέστρεφε κι αυτή αργά από τη δουλειά, μα τώρα τον περίμενε ήδη.

Έφτιαξε το πόδι του τραπεζιού και τον διακόπτη, στήριξε το ραφάκι στο διάδρομο, ίσιωσε τα φύλλα της κουζίνας.

Τότε κοίταξε το μπάνιο και ξαφνιάστηκε:
Εδώ θέλετε γενικό ρεκτιφιέ, δήλωσε.
Εφόσον το αναλάβετε εσείς, είμαι σύμφωνη, απάντησε η Λυδία έτσι τη λέγανε. Κάτι λεφτά έχουμε στην άκρη, πιστεύω θα φτάσουν.

Καθώς δούλευε, γνωρίστηκαν καλύτερα. Η Λυδία ήταν παιδαγωγός σε παιδικό σταθμό.

Μείνετε να φάτε μαζί μας, σίγουρα πεινάσατε τόσες ώρες δουλειάς, του πρότεινε διστακτικά η Λυδία.

Και τα παιδιά άρχισαν να τον τραβούν στο τραπέζι.

Ο Σταύρος δέχτηκε.

Το δείπνο κράτησε ως αργά. Τα παιδιά είχαν ήδη κοιμηθεί και οι δυο τους έμειναν να συζητούν.

Ο Σταύρος δεν είχε ξαναμιλήσει ποτέ τόσο ανοιχτά για τη ζωή του. Η Λυδία ήξερε να ακούει· είχε στα μάτια της τη γυναικεία εκείνη σοφία και συμπόνια

Κι όσο για άντρα, δεν είχε κανέναν. Δύο αποτυχημένες σχέσεις, δύο παιδιά με διαφορά τριών χρόνων. Τον «μπαμπά πιλότο» τον είχε πλάσει θα τους εξηγούσε όταν μεγάλωναν.

Ο Σταύρος έφυγε μεσάνυχτα, υποσχόμενος ότι την επόμενη βραδιά θα ξαναπήγαινε η δουλειά δεν είχε τελειώσει ακόμη.

Το επόμενο βράδυ η Λυδία άνοιξε την πόρτα κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μπροστά της ο Σταύρος, ντυμένος με τη στολή του πιλότου, μ ένα μπουκέτο λουλούδια κι ένα κουτί γλυκά.

Ο μπαμπάς, ο μπαμπάς πιλότος επέστρεψε! φώναξε η Έλενα και έτρεξε στην αγκαλιά του.

Γύρισα, απλώς αργήσαμε να αναγνωριστούμε έτσι δεν είναι, Λυδία; είπε ο Σταύρος, κοιτάζοντάς τη με ελπίδα.

Έτσι, η οικογένεια της Λυδίας έγινε επιτέλους ολοκληρωμένη και ευτυχισμένη.

Ο Μανώλης δύσκολα πείστηκε στην αρχή, αλλά τελικά αγκάλιασε την επιστροφή του πατέρα.

Ο Σταύρος υιοθέτησε τον Μανώλη και την Έλενα, κι ενάμιση χρόνο αργότερα γεννήθηκε και ο μικρός τους Νίκος

Η ζωή, όσο μπερδεμένη κι αν φαίνεται, πάντα βρίσκει τρόπο να γεμίσει ό,τι λείπει, όταν έχουμε ανοιχτή την καρδιά μας.

Oceń artykuł
Ο Νικόλας ήρθε για το επείγον περιστατικό. Την πόρτα του άνοιξαν ένα αγόρι γύρω στα δέκα και ένα κορίτσι. – Η μαμά θα έρθει σύντομα, περάστε! Η βρύση στην κουζίνα στάζει, είπε το αγόρι.