Μεσημεριανός ύπνος κι όμως καμιά ανακούφιση μόνο μια κολλώδης ανησυχία που έμεινε στο στόμα σαν ξερή τσίχλα. Ξύπνησα με εκείνο το παράξενο, σχεδόν χειροπιαστό αίσθημα κενού στα πόδια, λες και κάποιος είχε τραβήξει μακριά τη θερμοφόρα μου. Συνήθως εκεί κάτω κοιμόταν ο Αρίστος, ο λαμπερός μου γκόλντεν ριτρίβερ και το βαρύ, ήρεμο ροχαλητό του με κοίμιζε καλύτερα από κάθε χαμομήλι.
Τώρα, το κρεβάτι ήταν άδειο και τα σεντόνια μου πάγωναν το δέρμα.
Κάθησα στην άκρη, άφησα τα πόδια να χαμηλώσουν στο μωσαϊκό και ανατρίχιασα με το ρεύμα που διέτρεχε το σπίτι από άκρη σε άκρη. Επικρατούσε αυτή η διαπεραστική σιγή, τόσο απόλυτη που νόμιζες πως σου βούιζαν τα αυτιά. Ούτε πατούσες στο πάτωμα, ούτε ρουθούνισμα, ούτε ανακάτεμα γούνας τίποτα.
Αρίστο; φώναξα, μα η φωνή μου ξένη, σχεδόν σαν σπασμένη πορσελάνη.
Κανείς δεν απάντησε, και το δυάρι άρχισε ξάφνου να μοιάζει τεράστιο και αφιλόξενο, να έχει ρουφήξει όλη του τη ζεστασιά. Βγήκα από το υπνοδωμάτιο, χάιδεψα ασυναίσθητα τις ταπετσαρίες για να κρατήσω την ισορροπία η καρδιά μου χτυπούσε ακανόνιστα, με διακεκομμένες ριπές.
Στην κουζίνα με περίμενε η Αντιγόνη. Η νύφη μου 26 χρονών, μοιάζει να έχει βγει από διαφήμιση: τέλεια επιδερμίδα, μαλλιά κομμωτηρίου, βλέμμα που φιλτράρει από μέσα του κάθε συναίσθημα και το απορρίπτει. Κρατούσε ένα ποτήρι με ένα από εκείνα τα ακίνδυνα, νεόκοπα, πράσινα smoothies και χάζευε το κινητό της, χαμογελαστή λες και είχε μόλις κερδίσει το ΛΟΤΤΟ.
Αντιγόνη, πού είναι ο σκύλος; τη ρώτησα, κλείνοντας ξανά το σαγόνι για να μην τρέμει η φωνή μου.
Η Αντιγόνη γύρισε, βαριεστημένη, με εκείνο το γυαλιστερό, ήρεμο βλέμμα που εμφανίζουν οι ατλαζένιες γάτες στο μπαλκόνι σου όταν παίρνει φωτιά η κουζίνα σου. Έκανε μια γουλιά, άπλωσε το χείλος με λίγο πράσινο σαν μουστάκι chip&dip, και το έγλυψε με τρόπο επαγγελματικό.
Α, κυρία Παναγιώτα, ξυπνήσατε κιόλας; είπε, βγάζοντας μέλι από το στόμα. Ο Αρίστος ε, να δείτε, μού έκανε κάτι μανούβρες. Έκλαιγε, ανακατεύτηκε, όρμησε στην πόρτα, έξυνε, δεν ήξερα αν πονούσε ή τι. Ε, λέω, μήπως αναγκαίο του;
Σήκωσε τα χέρια φρέσκα βαμμένα με αυτό το κατακόκκινο που κυκλοφορεί στα περιοδικά μόδας.
Άνοιξα λοιπόν να του βάλω το λουρί, αλλά τσουπ! Όρμησε, με έριξε κάτω, τον φώναζα „Αρίστο έλα!”, τίποτα. Το έσκασε! Ε, ήθελε βόλτα ήρθε η άνοιξη, ξέρετε, ποιος ξέρει, τα αρώματα. Μην τον περιμένετε, κυρία Παναγιώτα. Έτσι λένε: άμα φύγει σκύλος μόνος του, πάει, μπαίνει στο μοιραίο του κρίσιμου γήρατος μακριά για να μην σας στεναχωρεί.
Μέσα μου κάτι γύρισε, ένα σκουριασμένο, σιδερένιο κλειδί που ξύνει τα σωθικά.
Ποια άνοιξη, Αντιγόνη; Νοέμβρη έχουμε, μουρμούρισα, νιώθοντας τα δάχτυλά μου να ξεπαγιάζουν. Κι ο Αρίστος έχει στειρωθεί εδώ και πέντε χρόνια. Το ασανσέρ φοβάται, έξω από το πόδι μου δεν φεύγει βήμα.
Η Αντιγόνη σήκωσε τους ώμους. Μέσα σ εκείνη τη μικρή κίνηση, κατάλαβα ότι ήμουν για εκείνη διακόσμηση παλαιάς αισθητικής. Ανινότερα από ένα χαλασμένο ρολόι τοίχου.
Ε, δεν του άρεσε άλλο το τσιμεντένιο κουτί, ήθελε λίγη λευτεριά, πράσινο τι να πω, είναι ζώο, κ. Παναγιώτα.
Κοίταξα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, πεταμένα πρόχειρα πάνω στο τραπέζι. Κρεμόταν ένα άσπρο, πυκνό λαγουδάκι μπρελόκ ξαφνικά μου φάνηκε τόσο αρρωστημένο όσο ένα κρασί που έχει ξινίσει. Τα κλειδιά στη κουζίνα όχι στην κονσόλα της εισόδου. Δεν άνοιξε απλά την πόρτα. Οδήγησε το σκυλί μακριά, ενώ κοιμόμουν ανυπεράσπιστη.
Γύρισα αμίλητη και βγήκα, με μια παγωμένη, συμπαγή αποφασιστικότητα στην καρδιά να κάθομαι μέσα, κοιτάζοντας τη θριαμβευτική της φάτσα δεν το άντεχα ούτε λεπτό. Εκκαθάριση εδάφους πριν την αναχώρησή της: ξεμπερδεύει με τα ενοχλητικά στοιχεία.
Τα επόμενα τέσσερα ώρες ήταν ένα λαχταριστό, ατελείωτο εφιαλτικό βήξιμο στην πραγματικότητα.
Ξεψάχνισα όλη τη γειτονιά. Κάτω από κάθε αυτοκίνητο, κάθε γωνία, φώναζα ως να εξαντλήσω το λαρύγγι μου. Έπαιρνα τηλέφωνα από κατοίκους και χρειαζόμουν δύο χέρια να κρατήσω το κινητό, τόσο έτρεμαν τα δάχτυλά μου. Έγραψα σε όλα τα τοπικά chats, ανέβασα φωτογραφία του Αρίστου, να χαμογελάει με τη ροδαλή γλώσσα του έξω. «Χάθηκε σκύλος, ήρεμος, φιλικός, πλησιάζει τους πάντες»
Κανείς, τίποτα.
Επιστρέφοντας σπίτι, πήρα σταγόνες για την καρδιά η κάψα του φαρμάκου έκανε διπλάσια τη ναυτία. Το διαμέρισμα, αγορά του γιου μου, του Κώστα για όλους μας μαζί, έμοιαζε πια με παιδί που βγήκε η ψυχή του. Η Αντιγόνη κυκλοφορούσε σαν να ήμουν καρέκλα που είχαν ξεχάσει για πέταμα.
Στο χολ, δεσπόζει τώρα ανοιγμένη βαλίτσα τεράστια, ροζ, με το στόμα ανοιχτό σαν να καταπίνει πρωταθλήματα κι ελέφαντες. Μεθοδικά, τάραζε μέσα της μαγιό, παρεό και πανάκριβα αντηλιακά.
Μην κάνεις έτσι, μαμά, είπε, περνώντας με μια αγκαλιά μεταξωτά. Τι να το κάνεις το γέρικο ζώο; Βρωμίζει, γεμίζει μαλλιά, λερώνει το ξύλο Πάρε κάνα χρυσόψαρο, δεν γαυγίζει, δεν θέλει βόλτα στη βροχή. Ο Κώστας μου έκλεισε «θέρετρο all inclusive ultra», όχι καταθλιπτικές ατμόσφαιρες.
Ο Κώστας το ξέρει; ρώτησα με σβησμένη φωνή.
Πως έσκασε ο σκύλος; Όχι ακόμα. Γιατί να τον ενοχλήσω με χαζά εν ώρα δουλειάς; Θα του πούμε όταν επιστρέψει. Ή εσύ, μια καλή πρόφαση τα χρόνια, η αφηρημάδα, «Ξέμεινε η πόρτα ανοιχτή!» Συμβαίνει
Δεν ξεφορτώθηκε μόνο τον σκύλο το είχε σχεδιάσει να φανώ εγώ υπεύθυνη. Ενώ ο γλυκός, καλόψυχος Κώστας θα το πίστευε: η Αντιγόνη ξέρει να κλαίει με χάρη, χωρίς να κοκκινίζει, χωρίς υπόνοιες φτηνής υποκρισίας. Κι εγώ θα σώπαινα, κρατώντας τον εαυτό μου στης λογικής το όριο.
Κάρφωσα το βλέμμα σ ένα μασημένο λαστιχένιο μπαλάκι το τελευταίο κομμάτι πραγματικότητας που μου θύμιζε έναν ζωντανό Αρίστο.
Έξω, νωρίς-νωρίς το βράδυ φθινοπώρου είχε αρχίσει. Σκιάσεις μωβ και ψυχρές γλίστραγαν στις γωνιές. Τ άνεμο τίναζε τη παλιά μου πασχαλιά στο παράθυρο ο ήχος όλο κι έφτανε πιο σκληρός.
Και ξαφνικά ο ήχος άλλαξε. Δεν ήταν το δέντρο. Ήταν ήσυχο, δειλό ξύσιμο στην πόρτα. Και ένα σιγανό, παραπονιάρικο γκρίνιασμα.
Τινάχτηκα όρθια, το αίμα ήρθε στα μάγουλα. Δεν θυμάμαι καν πώς άνοιξα τη σιδερένια πόρτα. Τη βρόντηξα και…
Στο χαλάκι, μια γκρίζα, τρεμάμενη μπαλίτσα ο Αρίστος μου! Μύριζε υγρή γη, βενζίνη, σκόνη δρόμου, ζωικό, άγριο φόβο.
Αρίστο! ψιθύρισα, σωριζόμενη στα γόνατα στο κρύο μωσαϊκό.
Με κόπο σήκωσε κεφάλι το χρυσό αγόρι μου. Η γούνα του κομπιά, μπουρδουκλωμένη, με ξερά κλαδιά και βάτους. Τα μάτια του με εκλιπαρούσαν. Το δεξί πόδι στον αέρα, λες και είχε λαστιχένια άρθρωση.
Μα κάτι κρατούσε στα δόντια. Κόκκινο, σκληρό, κάτι σαν βιβλιαράκι.
Ζωντανός… καλό μου παιδί… γύρισες τραγουδούσε η φωνή μου, τον χάιδευα, φτυάριζα τα δάκρυα. Δείξε το εδώ, τι κρατάς;
Με έναν βαρύ, βογκητό εκτονώνεται η σαγόνια του. Το κόκκινο βιβλιαράκι έπεσε πασαλειμμένο στο χέρι μου.
Σκούπισα εξ αντανακλαστικού το εξώφυλλο στα μανίκια μου. Φωτεινό, χρυσό εθνόσημο της Ελλάδας έλαμψε. Διαβατήριο. Το άνοιξα με μουδιασμένα δάχτυλα εκεί κοίταζε η Αντιγόνη, άψογη, με αυτό το βλέμμα περνώ-από-τον-έλεγχο-κι-όλα-γύρω-μου-είναι-λίγα. Ανάμεσα στις σελίδες, κάρτα επιβίβασης business class. Πτήση αύριο στις έξι.
Το πάζλ ολοκληρώθηκε στιγμιαία στο μυαλό μου. Τον πήγε μακριά, κάπου στη βουνίσια εξοχή της Πεντέλης ή πίσω απ τον Υμηττό. Άρπαξε το διαβατήριο βιαστικά, της έπεσε μέσα στη λάσπη ο Αρίστος το βρήκε, το πήρε, το κουβάλησε με τα τρία του πόδια, διασχίζοντας απίστευτες αποστάσεις επειδή μύριζε «σπίτι» κι αυτήν.
Τι φασαρία είναι αυτή; ακούστηκε νευρική φωνή. Κυρία Παναγιώτα, πάλι αφήσατε το παράθυρο ανοιχτό; Μπαίνει ρεύμα!
Η Αντιγόνη τσουλάει στο χολ, διορθώνοντας τη μάσκα προσώπου. Το μεταξωτό μπουρνούζι της η στολή για ένα άλλο σπίτι, άλλη σκηνή. Βλέπει τον σκύλο στο χαλάκι και μένει μισή.
Ε-εσύ;… ψελλίζει, ξεσπώντας σε στριγκιά. Αποκλείεται! Σε πέταξα πίσω απ τον Διόνυσο! Μέσα στο δάσος! Δεν… ε-είναι δυνατόν!
Ο Αρίστος για πρώτη (και τελευταία) φορά στη ζωή του γρύλισε βαθιά, μέσα απ το στομάχι. Κουρνιασμένος επάνω μου, έψαχνε προστασία ή προστάτευε εμένα.
Σηκώθηκα αργά, κρατώντας το διαβατήριο με δύο δάχτυλα, σα να ήταν μεταχειρισμένη τσάντα.
Δηλαδή το έσκασε; είπα ήσυχα, Κάλεσμα φύσης, λες; Πίσω απ τον Διόνυσο;
Τα μάτια της Άνοιξαν διάπλατα. Είδε το βιβλιαράκι.
Δώστε το! Είναι δικό μου! Πώς βρέθηκε στα χέρια σας; Φέρτο εδώ!
Έκανα βήμα πίσω, το χέρι μου πίσω απ την πλάτη. Ο Αρίστος γαύγισε προστατευτικά. Η Αντιγόνη στάθηκε σαν να την κόλλησε το ρεύμα.
Έχω πτήση στις έξι το πρωί! Ο Κώστας πλήρωσε έναν σκασμό ευρώ για το ταξίδι! Δώστε το τώρα, εσείς… εσείς…
Πες το, είπα ήρεμα. Η „γριά μάγισσα”; Ή „χαζή”, όπως με λες στις φίλες σου όταν νομίζεις ότι δεν ακούω;
Στα παλιά μου τα παπούτσια! Διάβατήριο θέλω! Είναι δικό μου!
Μα, του σκύλου πόνεσε το ποδαράκι του, είπα σα να μιλούσα σε νηπιαγωγό. Χρειάζεται γιατρό, ακτινογραφία, ΜRΙ… τα έξοδα, Αντιγόνη, είναι πια… βουνό.
Θα σου δώσω όσες χιλιάδες ευρώ θέλεις! Πάρ τα! Μόνο δώστο μου!
Όχι, Αντιγόνη, έγνεψα νωχελικά. Εδώ το ζήτημα είναι αρχής. Έστειλες πλάσμα του σπιτιού στο βουνό να ψοφήσει μόνο του.
Είναι απλώς σκύλος! ούρλιαξε, κατακοκκινίζοντας, Και εμένα με περιμένει Μύκονος! Έχω ψυχολογικό ράκος! Κουράστηκα!
Δεν έχεις νεύρα, της απάντησα, έχεις αριθμομηχανή στη θέση της ψυχής.
Άνοιξα το διαβατήριο: σελίδες νωπές, δαγκωμένες.
Ουπς, να δεις που χάλασε κι οιστο διαβατήριος! Την έφερε ο σκύλος στο στόμα, δρόμοι, σάλια, λάσπες, ταλαίπωρο χαρτί. Μπα, δεν βλέπω να περνάς απ τα σύνορα!
Θα το στεγνώσω με το πιστολάκι! Θα το σιδερώσω! Δώσ το!
Και να στεγνώσει… πήγα ήρεμα στο ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας.
Μένουμε ισόγειο. Κάτω από το παράθυρο θάμνοι, αγριοβατόμουρα, χόρτα: ολόκληρο φρούριο με αγκάθια κανείς ποτέ δεν καθάρισε. Έξω σκοτεινά, αέρας, κλαδιά λυγίζουν.
Εσύ πέταξες τον φίλο μου. Εγώ θα πετάξω τα διακοπές σου.
Όχι! Μην τολμήσεις! ούρλιαξε.
Και… πλάτσ το διαβατήριο διέγραψε μια χαριτωμένη καμπύλη και χάθηκε στο σκοτάδι, στην καρδιά του θάμνου.
Ψάξε! διέταξα με ψυχρό τόνο. Μπορεί να το βρεις ως το πρωί. Αν προσπαθήσεις πολύ.
Έβγαλε κραυγή χήνας, τινάχτηκε στο παράθυρο και σχεδόν βγήκε έξω έξω όμως είναι μόνο σκοτάδι, αγκάθια, αέρας και παγωνιά.
Με κοίταξε με μίσος καθαρού, απόσταγμα και βγήκε από το σπίτι σαν τρελή, με το μπουρνούζι και παντόφλες. Άκουσα την εξώπορτα να γκρεμίζεται μαζί της.
Έκλεισα αργά το παράθυρο. Κάνει κρύο απόψε. Απαγορεύεται να γίνει ρεύμα, ο Αρίστος έχει ήδη παγώσει.
Τον βρήκα ξαπλωμένο στη μοκέτα, να γλείφει την πατούσα του. Κάθισα κάτω μαζί του και τράβηξα το μικρό φαρμακείο. Τα χέρια μου δεν έτρεμαν πια νιώθω ένα πρωτόγνωρο φως σαν να πέταξα σακί με πέτρες. Τι ήρωας είσαι εσύ, του ψιθύρισα, ανάβοντας ένα φωτιστικό.
Εξέτασα την πατούσα: δε φαίνεται κάταγμα, απλά πρησμένο. Μέσα στη βούρτσα της γούνας, τρύπωσαν αγκάθια ένα μεγάλο, βαθιά μέσα στη σάρκα. Μία κίνηση, πονάει, αλλά ο Αρίστος με εμπιστεύεται απόλυτα. Με το τσιμπιδάκι το βγάζω. Απολύμανση, γάζα, τέλος πόνου. Ο Αρίστος ανασαίνει και αφήνει το κεφάλι στα πόδια μου.
Ήταν σπίτι του.
Απέξω, παρά τα κουφώματα, ακουγόταν μια υστερική φωνή.
Πού είναι; Να πάρει η ευχή, αυτά τα βάτα! Οϊ, πονάω! Σας μισώ όλους!
Η Αντιγόνη ήταν εκεί έξω στη νύχτα, γρατζουνισμένη και παρατημένη, κι εγώ άκουγα δικαιοσύνη. Εισαγωγή στο επόμενο κεφάλαιο της ζωής της, χωρίς παρέα.
Γυρνάει το κλειδί στην πόρτα ήσυχα.
Δεν τρομάζω· δεν είναι η Αντιγόνη, ξέφυγε χωρίς κλειδιά. Μπαίνει ο Κώστας. Ο γιος μου. Ταλαιπωρημένος, αξύριστος, με τσάντα στον ώμο. Επέστρεψε νωρίτερα για έκπληξη.
Στέκεται στην πόρτα, βλέπει τον Αρίστο βρώμικο, με γάζες· κοίτα το χαλί, κοίτα εμένα. Καταλαβαίνει.
Μαμά; Τι γίνεται εδώ; Γιατί η Αντιγόνη σκάβει τα βάτα με το κινητό και βρίζει κανονικά στο πεζοδρόμιο;
Χαμογελώ ήρεμα και φωτεινά, όπως όσοι περάσαν αντάρα και βγήκαν αλώβητοι.
Προπόνηση για «Survivor» κάνει, παιδί μου. Μαθήματα επιβίωσης στη φύση.
Βγάζει παπούτσια, κάθεται δίπλα μας. Κοιτάζει τον Αρίστο που αναγνωρίζει τον αφεντικό του και σκούζει ευγενικά με την ουρά. Κοιτάει την ανοιχτή γάζα, την αιματηρή αγκάθα.
Τον πέταξε, έτσι; ρωτά ήσυχα. Όχι χάθηκε, όχι ξεχάστηκε. Τα ήξερε όλα. Οι άντρες, βλέπεις, συνήθως ελπίζουν πως όλα θα διορθωθούν με το χρόνο, μέχρι που η αλήθεια τους χτυπά.
Τον πέταξε, επιβεβαίωσα. Στα βουνά της Αττικής. Όσο κοιμόμουν. Είπε πως έφυγε για… έρωτες. Ο Αρίστος όμως γύρισε.
Ο Κώστας πλησίασε το παράθυρο. Κοίταξε κάτω, φως από φακό, αγκαθωτά βάτα, μια φιγούρα να σέρνεται και να βρίζει.
Και το διαβατήριο; Κάτι ουρλιάζει εκείνη κάτω…
Το βρήκε ο Αρίστος, λέω. Της έπεσε εκεί που το 'βγαλε έξω απ το αυτοκίνητο. Λίγο χαλασμένο πια. Και μετά μου 'φυγε. Το πήρε ο αέρας. Κάνει ρεύμα εδώ, Κώστα.
Σιωπά βλέπω τις γνάθους να σφίγγονται. Την Αντιγόνη την αγάπησε, ίσως μόνο τη λάμψη της. Τον Αρίστο όμως τού τον έφερα σπίτι μωρό. Ήταν κομμάτι του, αυτό που θυμόταν τον πατέρα του και τα καλοκαίρια μαζί. Προδοσία δεν συγχωρεί ποτέ. Εδώ τελειώνει η ψεύτικη αγάπη.
Εντάξει, λέει και βγάζει το σακάκι. Δεν πάει στην Τουρκία λοιπόν.
Δεν πάει, συμφωνώ, βάζοντας γέμιση στο μπολ του Αρίστου. Ο πιο όμορφος ήχος φαγητό για σκύλο. Εδώ είναι οικογένεια.
Ο Κώστας κάθεται με τον Αρίστο στο πάτωμα σπρώχνει το πρόσωπο του σκύλου στη γούνα, ο σκύλος τον γλείφει τρυφερά.
Ε, καλά, λέει. Εγώ πάντως θα ταξιδέψω. Με εσένα, μαμά. Και τον Αρίστο. Θα βρούμε ξενοδοχείο με ζώα. Το έχει ανάγκη ο μικρός μετά από τέτοια ταλαιπωρία. Κι εσύ.
Έξω, ακούγεται ξανά η κραυγή πρώτα χαρά, μετά απόγνωση.
Το βρήκα! Το βρήκα! Α, Θεέ μου, τι είναι αυτό; Τι του κάνατε;
Βρήκε το διαβατήριο. Και, όπως πρόλαβα να παρατηρήσω πριν το πετάξω, ο κυνόδοντας του Αρίστου είχε ανοίξει τρύπα επιδεικτική κατευθείαν στη βίζα. Μονοκόμματη, βαθιά, μοιραία.
Ο Κώστας σηκώνεται, πηγαίνει στο βραστήρα και πατάει το κουμπί.
Θέλεις τσάι, μαμά; Με μέντα; Δυνατό;
Φέρτο. Θα πιω, παιδί μου. Θα πιω.
Το σπίτι σιγά σιγά ζεσταίνει. Η παγωμάρα έχει χαθεί. Μες στους ήχους της βραστήρας και του σκύλου που μασάει χαρούμενος, είμαστε σπίτι και πάλι. Είμαστε οικογένεια.
Η Αντιγόνη εκεί που ανήκει. Στο σκοτάδι, μόνη της, με τα νεύρα, τα βάτα, το σκισμένο διαβατήριο.
Μια βδομάδα μετά όντως ταξιδέψαμε. Σ’ ένα λευκό σπιτάκι στη Νάξο, όπου οι ιδιοκτήτες αγαπούσαν ριτρίβερ και το θαλασσινό αλάτι γιατρεύει τα πάντα. Ο Αρίστος κούτσαινε δυο μέρες, μετά το αμμουδερό ελληνικό καλοκαίρι έκανε το θαύμα του. Για την Αντιγόνη λένε ότι μένει πια με τη μαμά της, φτιάχνοντας μανικιούρ και αναλύοντας το μίσος της για τα αγκάθια, μα τα σημάδια αυτά μένουν. Στο δέρμα και στην καρδιά.





