Ο Λουκάνικος Κλέφτης

ΛΗΣΤΗΣ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑΝΙΚΟΥ

Ήταν αδύνατο να μην προσέξεις εκείνη τη γάτα. Γιατί έμπαινε στο μικρό μπακάλικο και έκλεβε κάθε φορά, με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία κανείς. Το αντίθετο, μάλιστα.

Ο Γιάννης, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, περίμενε με αγωνία την εμφάνιση της γάτας κι είχε πάντα έτοιμο το κινητό του για να τραβήξει το σκηνικό βίντεο. Το βράδυ, το έδειχνε στη γυναίκα του, τη Δέσποινα, κι έσκαγαν στα γέλια μαζί.

Η γάτα, που τη φώναζε Ποσειδώνα, καθόταν ώρα μπροστά από τις ανοιχτές πόρτες και έκανε πως απλώς ξεκουραζόταν, τάχα δήθεν δεν ενδιαφερόταν για τίποτα. Πάντα κοιτούσε γύρω διακριτικά, σιγουρευόταν πως δεν ήταν κανείς εκεί. Ο Γιάννης κρυβόταν πίσω από το μεγάλο ψυγείο για να παρακολουθήσει το θέαμα.

Ο Ποσειδώνας δειλά-δειλά τρύπωνε μέσα, κατευθυνόταν κατευθείαν στην προθήκη με τα λουκάνικα, επιτάχυνε απότομα, άρπαζε μία χωριάτικη ή ένα σουτζούκι και το βαζε στα πόδια. Μόνο που η πείνα δεν τον άφηνε να πάει μακριά. Σε δυο τρία μέτρα από το μαγαζί, σταματούσε και άρχιζε το φαγοπότι του.

Ο Γιάννης έβγαινε απ έξω και φώναζε:
Είναι νόστιμο;
Η γάτα σήκωνε το βλέμμα της και νιαούριζε επιδοκιμαστικά.
Μπράβο σου, μικρέ, έλα όποτε θες!
έλεγε ο Γιάννης και γελούσε μόνος του.

Θα σας κάνει εντύπωση ίσως που τα λουκάνικα ήταν εκεί, κάτω από τον πάγκο, κομμένα ειδικά σε κομμάτια, έξω από το ψυγείο, σαν να τα περίμενε. Αλλά ήταν η μεγάλη καρδιά του μαγαζάτορα. Ο Ποσειδώνας είχε εμφανιστεί κάποτε πολύ αδύνατος, ταλαιπωρημένος, αλλά αρνιόταν επίμονα να πλησιάσει άνθρωπο ή να φάει ό,τι του έδινε ο Γιάννης στο χέρι.

Έτσι ο Γιάννης βρήκε τη λύση: Άφηνε τα λουκανικάκια όλο και πιο κοντά στην πόρτα. Ο Ποσειδώνας πρέπει να μπορούσε να «κερδίσει» το φαγητό του να το κλέψει, να το δουλέψει! Αυτό λειτούργησε καλά. Σιγά σιγά τα τοποθετούσε ολοένα και πιο βαθιά μέσα, ώσπου τα έβαλε χαμηλά στην άκρη της βιτρίνας, δημιουργώντας έναν επίσημο σταθμό σίτισης.

Ο Ποσειδώνας πια μπορούσε να μπει, να πάρει ό,τι ήθελε, να φύγει άφοβα. Μα η χαρά του δεν ήταν το λουκάνικο ήταν η τελετή, η σκανταλιά! Το κλεμμένο τρώγεται καλύτερα.

Ο Γιάννης είδε ακόμη και ποτιστράκι έβαλε δίπλα στο μαγαζί, μεγάλη γατότροφή, μέχρι και κουτί με άμμο και μια ξύλινη σπιταρόνα με fleece κουβέρτα. Ο Ποσειδώνας έμεινε δύσπιστος, δεν πλησίαζε πολύ, όμως του άρεσε η κουβέντα: Ο Γιάννης έβγαινε προς το λουκάνικο και του μιλούσε, κι ο Ποσειδώνας ανταποκρινόταν με ένα χαρακτηριστικό νιαούρισμα, τρώγοντας.

Τον τελευταίο καιρό, όμως, ο Γιάννης έβλεπε κάτι περίεργο: ο Ποσειδώνας είχε παχύνει, ήταν λαμπερός, δεν είχε ανάγκη να κλέβει λουκάνικα. Κι όμως, εξακολουθούσε καθημερινά δυο φορές τη μέρα να τσιμπάει δυό κομμάτια και να φεύγει γρήγορα πίσω από τη γωνία.

Ο Γιάννης προσπάθησε πολλές φορές να τον ακολουθήσει μα εκείνος γλιστρούσε αστραπιαία. Τότε αγόρασε μια μικρή κάμερα με ευρεία γωνία, την έβαλε έξω και σύνδεσε την οθόνη με το λάπτοπ του στο πίσω δωμάτιο. Ένα απόγευμα ανακάλυψε το μυστήριο.

Από το υπόγειο παράθυρο του διπλανού σπιτιού ξεπετάχτηκε μια μικρή ξανθιά γατούλα. Έτρεμε από προσμονή κι άρπαξε τη φρεσκοφερμένη λουκανικούλα απ τα δόντια του Ποσειδώνα.

Αύριο κιόλας να μας τους φέρεις σπίτι! άρχισε να φωνάζει το βράδυ η Δέσποινα, σκουπίζοντας τα δάκρυά της. Αλλά αυτό ήταν αδύνατο πράγμα: να πιάσεις τον Ποσειδώνα δεν ήταν πια δύσκολο, κοιμόταν και μέσα στο μαγαζί. Αλλά τη μικρή γάτα; Ακατόρθωτο!

Οι μέρες περνούσαν. Στην κάμερα, ο Γιάννης παρακολουθούσε τη μικρή ξανθιά να πίνει νερό, να κοιμάται στο σπιτάκι, αλλά αν πλησίαζες, γινόταν φλόγα και έφευγε απ τη γειτονιά.

Όλα άλλαξαν ξαφνικά. Μια μέρα ακούστηκε ένας αλλόκοτος ήχος από την είσοδο του μαγαζιού. Δεν υπήρχαν πελάτες. Βγήκε ο Γιάννης και τι να δει: Στο κατώφλι, καθόταν η μικρή ξανθιά, φώναζε δυνατά.

Τι συμβαίνει, μικρούλι; Θαύμασε ο Γιάννης.
Η γάτα τον πλησίασε, τον κοίταξε στα μάτια κι έτρεξε προς το πλάι του σπιτιού. Ο Γιάννης την ακολούθησε. Εκεί, πίσω απ τη γωνία, βρήκε τον Ποσειδώνα ξαπλωμένο, να γρυλλίζει. Τον είχε δαγκώσει σκύλος στο πίσω πόδι είχε ξεφύγει, αλλά η πληγή βαθιά.

Η μικρή ξανθιά έσπρωξε τον Ποσειδώνα με το κεφάλι της και φώναξε ξανά.
Παναγία μου, είπε ο Γιάννης.

Έβγαλε το μπουφάν του, τύλιξε μέσα τον Ποσειδώνα, πήρε αγκαλιά τη μικρή γατούλα και τη βολεύτηκε στη δεξιά τσέπη του σακακιού του και τράβηξε για τον κτηνίατρο.

Πέντε ώρες κάθισαν στο ιατρείο. Γνώρισαν καλά ο ένας τον άλλον. O Γιάννης ονόμασε τη μικρούλα Ηλέκτρα. Ήταν παιχνιδιάρα κι επικοινωνιακή.

Το βράδυ, έφτασαν σπίτι με τον μισοναρκωμένο Ποσειδώνα και την Ηλέκτρα στα χέρια. Η Δέσποινα ήταν πανευτυχής. Κι όταν μια γυναίκα χαίρεται, τι κάνει; Σηκώνει το τηλέφωνο: συζητήσεις, εξηγήσεις, συμβουλές. Όταν τελείωσε, ο Γιάννης, ο Ποσειδώνας κι η Ηλέκτρα κοιμόντουσαν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι.

Καλή δουλειά, είπε η Δέσποινα, και τώρα εγώ πού θα κοιμηθώ;
Η Ηλέκτρα ετοιμάστηκε να στριμωχτεί για να χωρέσει η Δέσποινα στο κρεβάτι, ρίχνοντας πάνω της τα μικρά της πατουσάκια.

Έτσι βρήκαν το σπιτικό τους. Τα δυο μεγαλόσωμα, ανάλαφρα γατιά πια δεν θυμίζουν σε τίποτα τους πεινασμένους αδέσποτους του παρελθόντος.

Καμιά φορά ο Ποσειδώνας, από συνήθεια, γλείφει τρυφερά την Ηλέκτρα κι εκείνη δεν παραπονιέται καθόλου.

Απέναντι, δίπλα στο μαγαζί με τα παπούτσια, μια μικρή γκρι γατούλα έχει βρει καταφύγιο, και η πωλήτρια τρέχει συχνά στον Γιάννη να της πάρει φαγητό.

Ίσως την πάρει κι εκείνη μια μέρα στο σπίτι της. Ίσως, κάποτε, μαζευτούν όλες οι γάτες στα σπίτια και να γίνουν σπάνιες, να παίρνει κανείς σειρά και να περνά μαθήματα για να τις υιοθετήσει;

Τι λέτε; Μπορεί να γίνει κι αυτό;Μια νύχτα με βροχή, η Ηλέκτρα κάθισε στο παράθυρο και παρακολουθούσε τη γκρι γατούλα να τριγυρίζει διστακτικά στη γωνία. Ο Ποσειδώνας σηκώθηκε, τεντώθηκε δίπλα της και χτύπησε με το κεφάλι του το τζάμι, σαν να της έλεγε: «Ήρθε η ώρα». Η Δέσποινα άνοιξε απαλά την πόρτα και στάθηκε σιωπηλή, αφήνοντας τη γάτα να πλησιάσει μόνη της.

Η γκρι γατούλα μπήκε μουσκεμένη, αναστατωμένη από το νέο περιβάλλον, όμως μόλις είδε τα άλλα δύο ζώα, τα μάτια της μαλάκωσαν. Βρήκε μια γωνιά δίπλα στη σόμπα κι έκλεισε τα μάτια. Η Δέσποινα της άφησε ένα κομμάτι λουκάνικο, και ο Ποσειδώνας με την Ηλέκτρα, σαν να την υποδέχονταν σε μυστική τελετή, μοιράστηκαν μαζί της το πρώτο τους γεύμα.

Το πρωί, ο Γιάννης βρήκε τις τρεις γάτες κουλουριασμένες σ ένα κουβάρι γούνινο και ήσυχο, κι όπως άνοιξε το μαγαζί, ηλιοφώτιστη πια η μέρα, πέρασε από το νου του η σκέψη πως τα λουκάνικα ποτέ δεν είχαν τόσο νόημα όσο τώρα. Γιατί μερικές φορές, το μόνο που χρειάζεται κάποιος για να βρει το σπίτι του, είναι ένα κομμάτι λουκάνικο, μια ζεστή καρδιά και λίγο χώρο στην αγκαλιά. Και τότε, ολόκληρη η γειτονιά γίνεται οικογένεια.

Oceń artykuł
Ο Λουκάνικος Κλέφτης