Ο ΛΟΥΚΑΝΙΚΟΚΛΕΦΤΗΣ
Δεν μπορούσες να μην προσέξεις τον συγκεκριμένο γάτο. Κυρίως επειδή έκλεβε από το μικρό παντοπωλείο του. Κι αυτό το έκανε με τέτοιο τρόπο, που δύσκολα μπορούσες να θυμώσεις μαζί του. Το αντίθετο μάλιστα.
Ο κυρ-Δημήτρης, ο ιδιοκτήτης, πάντα ανυπομονούσε να παρακολουθήσει το σκηνικό. Τραβούσε τις στιγμές με το κινητό του κι έπειτα το βράδυ, τις έδειχνε στη γυναίκα του, τη Μαρία. Γελούσαν μαζί μέχρι δακρύων. Ένα βράδυ, μάλιστα, συμφώνησαν πως ο συγκεκριμένος γάτος είχε ταλέντο στον ρόλο του „κλέφτη”.
Ο γάτος καθόταν ατελείωτες ώρες μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του μαγαζιού, παριστάνοντας πως απλώς είχε κάτσει να ξεκουραστεί. Κοίταζε δεξιά, αριστερά, έλεγχε να μη βρίσκεται κανείς κοντά. Ο κυρ-Δημήτρης, όμως, κρυβόταν πάντα πίσω από το μεγάλο ψυγείο κι απολάμβανε το θέαμα.
Με προσοχή, ο γάτος χώνονταν μέσα, κατευθύνονταν αμέσως στον πάγκο με τα λουκάνικα κι εκεί, επιταχύνοντας ξαφνικά, άρπαζε ένα λουκάνικο ή καμιά χωριάτικη και, χωρίς δεύτερη σκέψη, δραπέτευε. Το ζήτημα ήταν ότι η πείνα δεν τον άφηνε να φύγει μακρυά. Μόλις λίγα μέτρα από το μαγαζί, σταματούσε και άρχιζε να τρώει.
Ο κυρ-Δημήτρης τότε έβγαινε και από απόσταση ρωτούσε:
Καλή η γεύση, παλικάρι;
Ο γάτος σήκωνε το κεφάλι και απαντούσε με ένα γουργούρισμα.
Μπράβο, να ξανάρθεις, του έλεγε χαμογελώντας.
Ίσως να απορείτε πώς και τα λουκάνικα ήταν πάντα έξω, σε συγκεκριμένο μέρος, χωριστά και εύκολα προσβάσιμα. Η απάντηση ήταν απλή: ο κυρ-Δημήτρης είχε καρδιά μεγάλη.
Όταν ο γάτος ήλθε για πρώτη φορά, ήταν αδυνατισμένος κι εξαθλιωμένος, αλλά αρνιόταν πεισματικά να πλησιάσει άνθρωπο ή να φάει οτιδήποτε του προσφερόταν στο χέρι. Έτσι, ο κυρ-Δημήτρης κατέληξε να βάζει λουκάνικα κοντά στην έξοδο. Ονόμασε τον γάτο Σήφη, αποδίδοντας το όνομα ενός παλιού ήρωα. Ο Σήφης μπορούσε έτσι, με τον δικό του τρόπο, να παίρνει φαγητό δήθεν κλεμμένο, αλλά ουσιαστικά προσφορά αγάπης.
Σιγά σιγά, ο κυρ-Δημήτρης απομάκρυνε τα λουκάνικα όλο και περισσότερο, μέχρι που τα έφτασε στον κάτω πάγκο, μια ανάσα από το πάτωμα, φτιάχνοντας εκεί σημείο σίτισης. Ο Σήφης, με τον καιρό, μπαινόβγαινε άνετα στο μαγαζί, αλλά συνέχιζε το „παιχνίδι” της κλοπής γιατί το απολάμβανε.
Σύντομα, έξω από το παντοπωλείο, εμφανίστηκε ένα μπλε μπολάκι με νερό, μια μεγάλη σακούλα με κορυφαία τροφή για γάτες και ένα πλαστικό κουτί με άμμο. Δίπλα-δίπλα, υπήρχε και ένα σπιτάκι σκύλου με ζεστή κουβέρτα. Ο Σήφης παρέμενε επιφυλακτικός, αλλά φλυαρούσε με τον κυρ-Δημήτρη κατά το γεύμα, απαντώντας πού και πού με γουργουρητά καθώς τον κοιτούσε στα μάτια.
Τον τελευταίο καιρό, όμως, ένα ερώτημα βασάνιζε τον κυρ-Δημήτρη. Ο Σήφης είχε παχύνει, έγινε όμορφος γάτος, δεν φαινόταν να πεινάει. Κι όμως, συνέχιζε να κλέβει λουκάνικα καθημερινά, τα οποία εξαφάνιζε πίσω από μια γωνιά.
Πολλές φορές προσπάθησε ο κυρ-Δημήτρης να ακολουθήσει τον Σήφη, μα πάντα του ξέφευγε. Έτσι, αγόρασε μια μικρή κάμερα παρακολούθησης, που έστελνε σήμα στο υπολογιστή στο γραφείο.
Μια μέρα, είδε την αλήθεια. Ένα μικρό, κοκκινωπό γατάκι πεταγόταν από το υπόγειο παράθυρο του διπλανού σπιτιού και με λαχτάρα έπεφτε πάνω στο λουκάνικο που άφησε ο Σήφης.
Το ίδιο βράδυ, η Μαρία έσπασε σε κλάματα συγκίνησης, φωνάζοντας:
Αύριο κιόλας θα τους φέρεις σπίτι!
Όμως δεν ήταν τόσο απλό. Ο Σήφης είχε αρχίσει να μένει μες στο μαγαζί, αλλά το μικρό γατάκι παρέμενε αγρίμι κι απλησίαστο, το Οδυσσέα, όπως το ονόμαζε από μέσα του ο κυρ-Δημήτρης.
Οι μέρες περνούσαν. Από την κάμερα έβλεπε πως ο μικρός Οδυσσέας πλησίαζε, έπινε νερό από τη γατοποτίστρα, χουζούρευε στο σπιτάκι, μα στη θέα ανθρώπου, το έβαζε πάντα στα πόδια.
Όλα άλλαξαν όταν ένας παράξενος ήχος ακούστηκε στην πόρτα του μαγαζιού. Δεν υπήρχε κανένας πελάτης. Φτάνοντας, ο κυρ-Δημήτρης βρήκε τον μικρό Οδυσσέα να νιαουρίζει δυνατά, απελπισμένα. Προχώρησε προς αυτόν, και το γατάκι τον τράβηξε με το βλέμμα του μέχρι τη γωνιά.
Εκεί βρισκόταν ο Σήφης, πληγωμένος από δάγκωμα σκύλου στο πίσω πόδι. Αναστέναζε από τον πόνο. Ο μικρός Οδυσσέας άρχισε να σπρώχνει τον Σήφη με το κεφαλάκι του και να κλαίει πιο δυνατά.
Παναγία μου, ψιθύρισε ο κυρ-Δημήτρης.
Έβγαλε το μπουφάν, τύλιξε τον πληγωμένο Σήφη κι έβαλε τον μικρό Οδυσσέα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού. Κλείδωσε το μαγαζί, μπήκε στο αμάξι και έτρεξε στον κτηνίατρο.
Πέντε ώρες έκατσαν στην κλινική, όσο ο κτηνίατρος έραβε και φρόντιζε τον Σήφη. Στο διάστημα αυτό, ο μικρός Οδυσσέας, παιχνιδιάρης και ζωηρός, κατάφερε να κλέψει την καρδιά του κυρ-Δημήτρη.
Το ίδιο βράδυ, όλοι μαζί βρέθηκαν στο σπίτι. Η Μαρία ευτυχισμένη τηλεφωνούσε στις φίλες της, να τις πει τα ευχάριστα, συζητώντας και εξηγώντας τα πάντα με πάθος.
Όταν τελείωσε τις συζητήσεις, βρήκε δυο γάτους και τον άντρα της να έχουν απλωθεί στο κρεβάτι.
Εξαιρετικά. Και πού να κοιμηθώ εγώ;
Ο μικρός Οδυσσέας, όμως, πρόθυμα έκανε χώρο και έχωσε τη μουσούδα του στην αγκαλιά της, τεντώνοντας τα πατουσάκια του.
Έτσι απέκτησαν σπίτι. Τώρα δύο καλοθρεμμένοι γάτοι δεν θύμιζαν με τίποτα τα πεινασμένα αδέσποτα του δρόμου. Ο Σήφης, από συνήθεια, γλυκογλείφει τον Οδυσσέα και εκείνος δεν έχει αντίρρηση.
Απέναντι, δίπλα στο κατάστημα υποδημάτων, είχε βρει καταφύγιο μια μικρή γκρι γατούλα. Η κυρία Ελένη, η πωλήτρια, κάθε τόσο περνούσε από το παντοπωλείο να πάρει φαγητό και για εκείνη.
Ίσως μια μέρα τη μαζέψει κι εκείνη στο σπίτι της.
Ίσως, κάποτε, όλοι οι δρόμοι κατοικούν μόνο από καλοταϊσμένα, αγαπημένα ζώα.
Κι οι αδέσποτες γάτες να είναι τόσο σπάνιες, που να παίρνει κανείς σειρά για να υιοθετήσει μία, σαν πολυπόθητο θησαυρό!
Ποιος ξέρει; Ίσως, αν ανοίξουμε τις καρδιές μας, να αλλάξουμε τον κόσμο λίγο λίγο με καλοσύνη. Γιατί, στον τελικό λογαριασμό, οι απλές πράξεις αγάπης είναι που κάνουν τη διαφορά.





