ΘΕΣΣΑΛΊΑ, 2020.
Σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα ανάμεσα σε ελαιώνες και ξερές πλαγιές, ζούσε ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ένας συνταξιούχος αγρότης 71 χρονών που προτιμούσε την παρέα των ζώων από τον θόρυβο των πόλεων. Η γυναίκα του είχε φύγει απ τη ζωή δέκα χρόνια νωρίτερα, και από τότε ο κόσμος του περιοριζόταν στο σπίτι του, τον κήπο του, και έναν ορφανό καγκουρό που είχε σώσει όταν ήταν στο μέγεθος μιας μπουκάλας γάλα.
Τον έλεγα Μίλτο.
«Δεν είναι κατοικίδιο», έλεγε ο Γιάννης. «Είναι σύντροφος ζωής.»
Ο Μίλτος μεγάλωνε γρήγορα. Πήδαε ελεύθερα στ αγροτεμάχια, αλλά κοιμόταν πάντα κοντά στο αϊθούσι. Όταν ο Γιάννης άκουγε ραδιόφωνο, ο Μίλτος ξαπλώνε δίπλα του. Όταν ο Γιάννης έσκαβε τη γη ή έφτιαχνε το φράχτη, ο καγκουρός τον ακολουθούσε σαν μια σιωπηλή σκιά.
Ένα πρωί, ενώ δούλευε στο παράγκα, ο Γιάννης γλίστρησε σε μια χαλασμένη σανίδα. Έπεσε άσχημα. Πολύ άσχημα. Το χτύπημα στην πλάτη τον άφησε ακίνητο. Το παλιό Nokia που χρησιμοποιούσε ήταν μέσα στο σπίτι, και κανείς δεν θα πέρναγε πριν από δύο μέρες.
«Μίλτο», ψιθύρισε, με σφιγμένα δόντια. «Βοήθησέ με, αγόρι μου.»
Ο καγκουρός πλησίασε, του μύρισε το πρόσωπο. Ο Γιάννης του άρπαξε το πόδι όπως μπορούσε, και του έδειξε προς το σπίτι.
«Πήγαινε. Φέρε βοήθεια πήγαινε.»
Φαινόταν γελοίο. Πώς θα καταλάβαινε ένας καγκουρός κάτι τέτοιο;
Αλλά ο Μίλτος έφυγε. Πήδηξε προς το σπίτι. Ο Γιάννης νόμιζε ότι απλώς τράπηκε σε φυγή.
Μέχρι που, δεκαπέντε λεπτά αργότερα, άκουσε έναν γνωστό ήχο.
«Κύριε Παπαδόπουλε! Είστε εντάξει;»
Ήταν η Μαρία, η νεαρή κτηνίατρος που πέρναγε μερικές φορές να δει τα άγρια ζώα που φρόντιζε ο Γιάννης. Ο Μίλτος είχε τρέξει στον δρόμο, όπου ήταν το φορτηγό της Μαρίας, και είχε αρχίσει να χτυπάει το έδαφος με τα πόδια του, κάνοντας περίεργους θορύβους, κοιτάζοντάς την, τρέχοντας και γυρνώντας. Τόσο επέμενε, που αυτή τον ακολούθησε.
«Δεν τον είχα δει ποτέ έτσι», είπε αργότερα. «Ήταν σαν να μου φώναζε χωρίς φωνή.»
Ο Γιάννης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Είχε τρία σπασμένα πλευρά και ένα τραυματισ





