Γιάννης τηγάνισε λίγες πατάτες, άνοιξε και ένα βαζάκι με τουρσί αγγουράκια. Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από τότε που έφυγε η Ελένη του. Ξαφνικά ακούγεται ένα χτύπημα στην πόρτα. Ήρθες, χαμογέλασε ο Γιάννης μόλις είδε στο κατώφλι τη γειτόνισσα του, τη Βέρα, και την κάλεσε να καθίσει μαζί του. Κάθισαν, κράτησαν τη σιωπή, θύμισαν την Ελένη. Ξάφνου, ο Γιάννης έβγαλε έναν φάκελο απ την τσέπη του. Βέρα, αυτόν τον φάκελο μου τον έδωσε η Ελένη πριν φύγει, της εξήγησε και της τον έδωσε. Μα αυτόν έπρεπε να τον διαβάσεις εσύ!, παραξενεύτηκε εκείνη. Εσύ διαβασε και θα καταλάβεις, της απάντησε ήρεμα ο Γιάννης. Η Βέρα άνοιξε το φάκελο, διάβασε και έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Ο γαμπρός της είχε υποσχεθεί πως θα περνούσε να την πάρει το πρωί του Σαββάτου. Κρίμα που πρέπει να γυρίσει από το εξοχικό, αλλά φτάσαμε τέλη Οκτώβρη. Το νερό το έκοψαν, καιρός να μαζεύεται.
Βεράαα! Βέρα Ιωάννου, είσαι μέσα;, φώναξε απ έξω ο Γιάννης Παπαδόπουλος, ο γείτονας απ το διπλανό εξοχικό.
Έλα, Γιάννη, μέσα είμαι ακόμη. Μαζεύω πράγματα, ο γαμπρός είπε πως θα ρθει μεθαύριο. Πάλι θα με μαλώσει που φορτώνω τόσες σακούλες, αλλά τι να κάνω, τα δικά μου πράγματα μόνο λίγα και ο υπόλοιπος όγκος είναι προϊόντα. Μήλα στέγνωσα για το χειμώνα, φέτος είχε παραγωγή τρελή. Αγγουράκια, σάλτσες, μαρμελάδες. Δε γίνεται να τα αφήσω! Για ποιους τα έκανα; Για αυτούς, όχι για μένα. Εγώ μια μπουκιά χρειάζομαι.
Σωστά τα λες, Βέρα. Κι εγώ σπίτι σκέφτομαι να πάω, αλλά θα μείνω για λίγο ακόμα, εδώ μ αρέσει. Φθινόπωρο, ήσυχα. Η Ελένη αγαπούσε πολύ το φθινόπωρο. Λοιπόν γιατί πέρασα, Βέρα; Θυμάσαι τότε που κλείναμε όλοι μαζί τη σεζόν στα εξοχικά; Ο Στέλιος σου ακόμα ήταν μαζί μας, ήμασταν όλοι νέοι, τα παιδιά μικρά… Τώρα όλες οι αυλές άδειες, τότε όμως έλαμπαν. Τι ήθελα… Να, σήμερα κλείνει χρόνος από την Ελένη. Θα ήθελα να τη θυμηθούμε. Για παρέα κιόλας, καλύτερα μαζί. Τηγάνισα πατάτες, έχω φέρει τουρσιά, θ έρθεις ν ακουμπήσουμε πάνω σε παλιές μέρες; Έχω κάτι να σου πω επίσης, μια υπόθεση. Θα έρθεις;
Φυσικά, Γιάννη. Πάρε εδώ, εγώ έφτιαξα πιπεριές τουρσί, να τις δοκιμάσουμε μαζί. Σε μισή ωρίτσα έρχομαι, βάλε το κρασί.
Κάποτε οι οικογένειές τους ήταν δεμένες. Τα σπίτια τα έχτισαν παρέα, τους κήπους μαζί τους φρόντιζαν, γιορτάζανε μαζί τα γενέθλια το καλοκαίρι, ζωή ολόκληρη. Τώρα, τα καλοκαίρια η Βέρα φιλοξενεί τα εγγόνια της στο εξοχικό και την κρατούν χαρούμενη. Ο Στέλιος της έφυγε πριν εφτά χρόνια πια. Με τη σειρά της, η Ελένη και ο Γιάννης πάντα με τη Βέρα ήταν φίλοι. Τώρα πια η Ελένη έφυγε περασμένο φθινόπωρο. Μέχρι το τέλος φρόντιζε τον εαυτό της, είχε κομψέψει και καμάρωνε. Κι όμως, το καλοκαίρι αυτό ήταν βαρύ. Ο Γιάννης δεν είχε ησυχία, όλα του φαίνονταν άδεια, έσκαβε τις παλιές βραγιές, παλεύοντας να γεμίσει το κενό. Η Βέρα μόλις και μετά βίας έβλεπε τα εγγόνια της – πότε στη Χαλκιδική, πότε στην κατασκήνωση. Και της ίδιας δεν έμελε να χαρεί τους καρπούς τόσο που τους φρόντισε.
Η Βέρα έκανε τον κόπο και πήγε στο σπίτι του Γιάννη, όπως του υποσχέθηκε.
Ο Γιάννης την περίμενε. Είχε στρώσει το τραπέζι, πατάτες τηγανιτές, ντομάτες, τα αγγουράκια τουρσί της Βέρας τις άνοιξε κιόλας.
Κάτσε, Βερενίκη μου! Αύριο θα ρθουν τα δικά μου παιδιά, σήμερα όμως θέλω να θυμηθούμε μαζί την Ελένη. Κοίτα, κάτι φωτογραφίες βρήκα. Εδώ ο Στέλιος φυτεύει κερασιά μαζί σου. Εδώ γυρνάμε όλοι απ το βουνό με μανιτάρια. Και μπάρμπεκιου στη βεράντα, η Ελένη στραβογελάει στον ήλιο. Ο Γιάννης σέρβιρε δυο ποτηράκια κρασί στην υγειά μας, στη μνήμη της Ελένης και του Στέλιου!. Κρατήσαν τη σιωπή, δοκιμάσαν τα τουρσιά. Μετά ο Γιάννης της δίνει έναν φάκελο.
Βέρα, να μην ξαφνιαστείς. Η Ελένη, πριν φύγουμε πέρυσι απ το εξοχικό, μου είπε να σου δώσω κάτι αυτό. Να το προσέχεις, μου είπε. Όταν καταλάβαμε ότι τελειώνει, θυμόμασταν μαζί όλη μας τη ζωή, βλέπαμε ταινίες, κουβεντιάζαμε… Και μετά μου ζητά να της υποσχεθώ κάτι. Γιάννη, υποσχέσου μου αυτό που θα σου ζητήσω, δεν είναι παρακαλετό, είναι διαθήκη. Μου το έδωσε. Στο δίνω, Βέρα.
Μα για σένα γράφτηκε!
Διάβασε, διάβασε και θα καταλάβεις.
Η Βέρα άνοιξε τον φάκελο και βρήκε ένα γράμμα, με τα γράμματα της Ελένης:
Γιάννη μου αγαπημένε, τι να πω, φεύγω λίγο πιο νωρίς. Η ζωή, όμως, συνεχίζεται. Να ζήσεις και για μένα! Σου αφήνω ως διαθήκη να είσαι ευτυχισμένος. Αυτό δε σημαίνει να με ξεχάσεις. Δε θέλω να σε βλέπω από εκεί πάνω μελαγχολικό. Να μη σε τρομάζει η ευτυχία, αγαπήσαμε τόσο πολυ τη ζωή μαζί. Να ξέρεις πως αν ποτέ ξανασυναντήσεις κάποιον, εγώ δεν θα στεναχωρηθώ, το αντίθετο. Με τη Βέρα πάντα πίστευα πως σου ταιριάζει είναι υπέροχη γυναίκα, ξέρει και καταλαβαίνει. Να της προτείνεις να μείνετε μαζί, θα είναι ευλογία για όλους. Ποτέ δεν τα παρατήσαμε, μην το κάνεις τώρα. Να ζήσεις με χαρά, ό,τι κι αν γίνει. Η Ελένη σου.
Η Βέρα το διάβασε δυο φορές, σήκωσε το βλέμμα της στον Γιάννη.
Υποσχέθηκα να κάνω αυτό που αιτήθηκε η Ελένη. Σ το λέω, εσύ αποφασίζεις, είπε ο Γιάννης συγκινημένος. Βέρα, ας το προσπαθήσουμε. Έχουμε μια ζεστή φιλία, δεν μας λείπει καλή πρόθεση. Δεν έχουμε να ντραπούμε σε κανέναν. Η ζωή είναι ωραία όταν τη μοιράζεσαι. Δέξου να γίνεις η σύντροφός μου, και σου το υπόσχομαι, δεν θα το μετανιώσεις.
Η Βέρα δεν ήξερε τί να απαντήσει, ήταν όλα έτσι ξαφνικά. Κοίταξε τον Γιάννη, ύστερα αποφάσισε πως στα λόγια του υπήρχε αλήθεια.
Γιάννη, εντάξει, θα το σκεφτώ. Θα πω στο γαμπρό μου ότι θα αργήσω καμιά βδομάδα, δεν πρόλαβα να ετοιμαστώ…
Έτσι αποφάσισαν και ο Γιάννης την πήγε μέχρι την εξώπορτά της.
Εκείνο το βράδυ η Βέρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δύσκολη απόφαση, έβλεπε όλη της τη ζωή σαν μια ταινία μπροστά της. Ξημερώματα, είδε στον ύπνο της τον Στέλιο, γελαστό, να της λέει: Άντε, τι σκέφτεσαι Βέρα; Όλα είναι πιο εύκολα όταν είστε δύο. Ν’ ανοίξεις την καρδιά σου στον Γιάννη, αυτό είναι το σωστό. Δεν έχω παράπονο να χαίρομαι που δεν θα μείνεις μόνη.
Το επόμενο καλοκαίρι η Βέρα και ο Γιάννης ξήλωσαν τον φράχτη ανάμεσα στα οικόπεδά τους. Τα εγγόνια τους διπλασιάστηκαν, να τρέχουν, να χαίρονται. Ο Γιάννης έφτιαξε κούνιες, η Βέρα φύτεψε κάθε λογής φυτά να τα μοιράζονται όλοι. Τα παιδιά τους έρχονται τα Σαββατοκύριακα, βοηθάνε, χαμογελούν που δεν έμειναν μόνοι.
Σίγουρα μπορεί να βρεθούν κάποιοι να πουν το παραμικρό, αλλά Ελένη και Στέλιος από ψηλά τούς κοιτούν και χαμογελούν. Η διαθήκη της ευτυχίας πραγματοποιήθηκε. Κι η ζωή, όπως και να χει, συνεχίζεται.





