Ο κυρ-Νίκος με κόπο σηκώνεται απ το κρεβάτι και, πιάνοντας τον τοίχο, προχωρά ως το διπλανό δωμάτιο. Κάτω απ το αχνό φως του νυχτερινού λαμπατέρ κοιτάζει με μισόκλειστα μάτια τη γυναίκα του που κοιμάται:
«Δεν κουνιέται! Μήπως πέθανε;» γονατίζει δίπλα της, «Σαν να αναπνέει».
Σηκώνεται, βαδίζει αργά μέχρι την κουζίνα. Πίνει λίγο κεφίρ, πάει στην τουαλέτα κι ύστερα γυρίζει στο δωμάτιό του.
Ξαπλώνει. Ο ύπνος δεν έρχεται.
«Εγώ κι η Ειρήνη, ενενήντα πια. Πόσα χρόνια τα καταφέραμε! Πλησιάζει το τέλος κι είμαστε μόνοι. Η κόρη μας, η Δανάη, έφυγε νωρίς, ούτε στα εξήντα δεν έφτασε. Ο Μάριος πέθανε στη φυλακή. Μόνο μια εγγονή, η Μαρίνα, μας έμεινε ζει στη Γερμανία πάνω από είκοσι χρόνια τώρα. Δεν θυμάται ούτε τη γιαγιά της ούτε τον παππού. Σίγουρα τα παιδιά της μεγάλωσαν κιόλας».
Χωρίς να το καταλάβει, τον παίρνει ο ύπνος.
Ξυπνά από ένα απαλό άγγιγμα:
Νίκο, ζεις; ψιθυρίζει μια φωνή.
Ανοίγει τα μάτια. Πάνω του σκύβει η γυναίκα του.
Τι έγινε, Ειρήνη;
Σε έβλεπα ακίνητο και τρόμαξα. Νόμισα πως έφυγες.
Ζωντανός είμαι! Πήγαινε κοιμήσου!
Ακούγονται σιγανά βήματα. Ανοίγει το φως της κουζίνας.
Η Ειρήνη Γεωργίου πίνει λίγο νερό, πηγαίνει στην τουαλέτα και ύστερα στο δικό της δωμάτιο. Ξαπλώνει:
„Έτσι θα είναι; Μια μέρα θα ξυπνήσω κι ο Νίκος θα χει φύγει. Τι θα κάνω μόνη μου; Ίσως φύγω και νωρίτερα εγώ. Ο Νίκος φρόντισε ακόμα και για την κηδεία μας. Δεν περίμενα ποτέ ότι μπορείς να οργανώσεις μόνος σου την κηδεία σου. Κι από την άλλη, καλό είναι. Ποιος θα μας θάψει; Η εγγονή τούς ξέχασε εντελώς. Μόνο η γειτόνισσα, η Πολίνα έρχεται. Έχει κλειδί του σπιτιού. Ο γέρος της δίνει εκατό ευρώ το μήνα απ τις συντάξεις μας. Μας παίρνει τα ψώνια, τα φάρμακα. Πού να τα ξοδέψουμε τα λεφτά; Και ποιος να κατέβει μόνος του απ τον τέταρτο;”
Ο Νίκος Γεωργίου ξυπνά με τον ήλιο να μπαίνει απ το παράθυρο. Βγαίνει στο μπαλκόνι. Μυρίζει η άνοιξη απ τη δάφνη απέναντι. Χαμογελά:
«Να που φτάσαμε και ως το καλοκαίρι!»
Πάει στη γυναίκα του. Κάθεται σκεφτική στο κρεβάτι.
Ειρηνάκι, φτάνει η στενοχώρια! Έλα να σου δείξω κάτι.
Ούτε δύναμη δεν έχω, Νίκο, τι είν αυτά που λες;
Έλα μαζί μου!
Τη στηρίζει απ τους ώμους, τη βγάζει στο μπαλκόνι.
Κοίτα, η δάφνη πρασίνισε! Είδες; Κι εσύ έλεγες δε θα βγάλουμε το καλοκαίρι.
Σωστά, κοίτα να δεις! Και τι λιακάδα
Κάθισαν στο παγκάκι του μπαλκονιού.
Θυμάσαι που σε είχα πάει σινεμά, τότε στο λύκειο; Εκείνη τη μέρα κιόλας η δάφνη είχε πρασινίσει.
Ε, πώς να τα ξεχάσω αυτά; Πόσα χρόνια πάνε από τότε;
Εβδομήντα πέντε πάνω κάτω.
Έμειναν ώρα πολλή να θυμούνται τα νιάτα τους. Όλα ξεχνιούνται στα γηρατειά, κι όσα έκανες χθες μπορεί να τα ξεχάσεις. Μα τα χρόνια της νιότης ποτέ.
Πιάσαμε την κουβέντα! τινάζεται η Ειρήνη. Κι ούτε πρωινού δεν φάγαμε ακόμα.
Ειρήνη, φτιάξε εκείνο το καλό τσάι! Κουράστηκα μ αυτή τη „χλόη”.
Αχ, δεν πρέπει.
Έλα, βάλε το πιο αραιό, και λίγη ζάχαρη.
Ο Νίκος πίνει το αραιό τσαγάκι, συνοδεία μιας φέτας ψωμί με φέτα γραβιέρα, και θυμάται τον παλιό καιρό, που το πρωινό είχε δυνατά, γλυκά τσάγια, πίτες, λουκουμάδες.
Μπαίνει η γειτόνισσα. Χαμογελάει εγκριτικά.
Πώς πάτε;
Τι νέα να χουμε στα ενενήντα; απαντά γελώντας ο Νίκος.
Αφού κάνεις χιούμορ, καλά είστε. Τι να σας φέρω σήμερα;
Πολίνα, φέρε λίγο κοτόπουλο! ζητάει ο κύριος Νίκος.
Μα εσάς, γιατρέ μου, σας απαγόρεψαν τα κρέατα.
Κοτόπουλο επιτρέπεται.
Εντάξει, θα σας κάνω σούπα με φιδέ!
Πολίνα, πάρε και κάτι για την καρδιά, λέει η Ειρήνη.
Κυρία Ειρήνη, μόλις σας πήρα.
Τελείωσαν ήδη.
Να καλέσω γιατρό;
Όχι, δεν χρειάζεται.
Η Πολίνα συμμαζεύει το τραπέζι, πλένει τα πιάτα και φεύγει.
Ειρήνη, πάμε στο μπαλκόνι! Να ζεσταθούμε στον ήλιο.
Πάμε, τι να καθόμαστε μες στην αποπνικτική ζέστη;
Η Πολίνα επιστρέφει με μπολ με πλιγούρι και αρχίζει να ετοιμάζει τη σούπα για το μεσημεριανό.
Καλά δεν περνάμε στην ηλιόλουστη Αθήνα, Πολίνα! χαμογελά η Ειρήνη.
Σε λίγο θα σας φέρω τη σούπα. Εσείς ξεκουραστείτε.
Καλή γυναίκα, λέει ο Νίκος μόλις φεύγει. Τι θα κάναμε χωρίς αυτήν;
Και της δίνεις μόνο εκατό ευρώ το μήνα;
Της γράψαμε το σπίτι και το κάναμε συμβολαιογραφικά.
Εκείνη δεν το ξέρει.
Έμειναν στο μπαλκόνι ως το μεσημέρι. Έφαγαν κοτόσουπα με ζυμαρικά, καλοκομμένο κοτόπουλο και λιωμένη πατάτα.
Έτσι έφτιαχνα και στα παιδιά μου, τη Δανάη και τον Μάριο, όταν ήταν μικρά, θυμάται η Ειρήνη.
Κι εμάς ξένοι μας μαγειρεύουν στα γεράματα, βαριανασαίνει ο Νίκος.
Νίκο, αυτή είναι η μοίρα μας. Θα πεθάνουμε και δε θα κλάψει άνθρωπος.
Αρκετά, Ειρήνη, ας μην τα σκεφτόμαστε αυτά Πάμε για έναν υπνάκο!
Νίκο, δεν λένε τυχαία: «Γέρος και παιδί το ίδιο είναι». Όλα μας παιδικά: σουπίτσα, μεσημεριανός ύπνος, απογευματινό.
Ο Νίκος ξαπλώνει λίγο, μα ο ύπνος δεν τον πιάνει. Η αλλαγή του καιρού, ίσως Πάει στην κουζίνα. Βρίσκει δύο ποτήρια με χυμό προσεκτικά τοποθετημένα από την Πολίνα.
Τα παίρνει και πάει στη γυναίκα του, που κάθεται σιωπηλή μπρος στο παράθυρο.
Τι σκέφτεσαι, Ειρήνη; της χαμογελά. Πιες λίγο χυμό!
Παίρνει ένα γουλιά.
Ούτε εσύ δεν μπορείς να κοιμηθείς;
Η πίεση ανεβοκατεβαίνει.
Κι εγώ δεν αισθάνομαι καλά σήμερα, Νίκο, προσθέτει σιγανά η Ειρήνη. Νιώθω πως δεν μου μένουν πολλά Πες μου πως με αγαπάς και θάψε με όπως πρέπει.
Ειρήνη, σοβαρολογείς; Εγώ χωρίς εσένα
Κάποιος θα φύγει πρώτος, θέλουμε δε θέλουμε.
Άντε, πάμε έξω, άλλαξε κουβέντα.
Έμειναν ως το βράδυ. Η Πολίνα έφτιαξε τυροπιτάκια. Έφαγαν κι έκατσαν να δουν τηλεόραση. Τα καινούρια έργα τα μπερδεύουν πια. Βλέπουν παλιές ελληνικές ταινίες και κινούμενα σχέδια.
Σήμερα είδαν μόνο ένα καρτούν. Σηκώνεται η Ειρήνη:
Πάω για ύπνο, κουράστηκα πολύ.
Τότε κι εγώ.
Άσε με να σε καμαρώσω λίγο! ζητά ξαφνικά η Ειρήνη.
Γιατί;
Έτσι, να σε χαρώ.
Κοιτάζονται ώρα πολλή. Ίσως θυμούνται τη νιότη, τότε που όλα ήταν μπροστά τους ακόμα.
Έλα, να σε πάω στο κρεβάτι σου.
Η Ειρήνη πιάνει το Νίκο αγκαζέ και βαδίζουν αργά μαζί.
Εκείνος τη σκεπάζει προσεκτικά και πάει στο δωμάτιό του.
Μια δυσβάσταχτη μελαγχολία τον κυριεύει. Αργεί να κοιμηθεί.
Του φαίνεται ότι δεν έκλεισε μάτι, μα το ηλεκτρονικό ρολόι δείχνει δύο τη νύχτα. Σηκώνεται και πηγαίνει στο δωμάτιο της γυναίκας του.
Εκείνη είναι ξαπλωμένη, τα μάτια της ανοιχτά, κοιτάζει το ταβάνι.
Ειρήνη!
Της πιάνει το χέρι. Είναι παγωμένο.
Ειρήνη, τι έπαθες; Ει-ρη-νη!
Ξαφνικά ο ίδιος δυσκολεύεται να ανασάνει. Με κόπο επιστρέφει στο δωμάτιό του. Βγάζει τα χαρτιά που είχε έτοιμα, τα βάζει πάνω στο τραπέζι.
Γυρίζει στη γυναίκα του. Τη χαζεύει ώρα πολλή. Ύστερα ξαπλώνει δίπλα της και κλείνει τα μάτια. Τη βλέπει πάλι, νέα και όμορφη, όπως πριν εβδομήντα πέντε χρόνια. Περπατά προς το φως που φαίνεται στο βάθος. Τρέχει κοντά της, την προλαβαίνει, της πιάνει το χέρι
Το πρωί η Πολίνα μπαίνει στο δωμάτιο. Βρίσκει το ζευγάρι δίπλα-δίπλα. Στα πρόσωπά τους το ίδιο γαλήνιο, ευτυχισμένο χαμόγελο.
Μετά από λίγη ώρα, παίρνει τηλέφωνο το ΕΚΑΒ.
Ο γιατρός που φτάνει μένει έκπληκτος.
Μαζί έφυγαν. Φαίνεται αγαπήθηκαν πολύ.
Τους παίρνουν μαζί. Η Πολίνα πέφτει εξουθενωμένη στην καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. Εκεί, το μάτι της πέφτει στη σύμβαση για την κηδεία και στη διαθήκη, γραμμένη στο δικό της όνομα.
Ακουμπάει το κεφάλι της στα χέρια και βάζει τα κλάματα.





