Гάτα μου κοιμόταν με τη γυναίκα μου. Πάντα κόλλαγε την πλάτη της επάνω της κι έσπρωχνε εμένα μακριά με όλα της τα πόδια. Το πρωί μου χάριζε βλέμματα αυθάδειας, γεμάτα ειρωνεία. Γκρίνιαζα, αλλά ήξερα πως τίποτα δεν αλλάζει έτσι. Το καμάρι της, βλέπετε. Μικρό αστέρι, αγαπημένο πλασματάκι. Η Άννα γελούσε, μα σε μένα δεν φαινόταν για αστείο.
Σ αυτήν εδώ τη «λατρεία», τηγανίζαμε λαβράκι, ψαρεύαμε λεπτά οστά, και τη χρυσοψημένη πέτσα τη βάζαμε σε μια μικρή, τακτοποιημένη στοίβα δίπλα στα αχνιστά, ζουμερά κομμάτια του πιάτου της. Η γάτα με κοίταζε με μια στραβή γκριμάτσα που, λες και μου έλεγε:
«Εσύ είσαι ο άτυχος εγώ είμαι το αληθινό αφεντικό εδώ».
Εμένα πάντα μου δίνανε από τα ψάρια τα κομμάτια που περίσσευαν, δεν τα θελε η γάτα. Ας πούμε ότι με βασάνιζε όπως μπορούσε. Κι εγώ; Έπαιρνα την εκδίκησή μου, πότε την έσπρωχνα λίγο από το πιάτο της, πότε την κατέβαζα από τον καναπέ. Ένας ακήρυχτος πόλεμος.
Καμιά φορά, στα παπούτσια και τις σαγιονάρες μου, τοποθετούσε «νάρκες» με καθυστέρηση. Και η Άννα γελούσε και επέμενε:
Καλά να πάθεις, μην τον πειράζεις τον ήλιο μου.
Χάιδευε τον γκρίζο γάτο της, που με κοιτούσε αφ υψηλού, με βλέμμα όλο επιείκεια και υπεροψία. Αναστέναζα. Τι να έκανα; Μία γυναίκα έχω, δεν είχα λόγο. Υπέμενα.
Όμως, ένα παράξενο πρωινό
Καθώς ετοιμαζόμουν για δουλειά, άκουσα από το χολ της πολυκατοικίας την Άννα να φωνάζει απεγνωσμένα. Πετάχτηκα κι είδα μια σκηνή βγαλμένη από όνειρο παραλογισμού: Έξι κιλά γούνας και νύχια, μια κακή αύρα, και η γάτα μας λυσσασμένη να ορμά πάνω στη γυναίκα μου σαν ταύρος στο κόκκινο.
Μόλις με είδε το θεριό, όρμησε στο στήθος μου και με τέτοια δύναμη, που καταλήγω στο πάτωμα εκτός χολ. Πετάχτηκα όρθιος, άρπαξα μια καρέκλα για ασπίδα, και τραβώντας την Άννα από το χέρι, τη σύρα στο υπνοδωμάτιο. Η γάτα, πηδώντας, χτύπησε το πόδι της σε ένα πόδι της καρέκλας και τσίριξε άγρια στ αλήθεια, η φωνή της μάς πάγωσε.
Αλλά δεν σταμάτησε. Συνέχισε την επίθεση μέχρι που κλείσαμε την πόρτα πίσω μας. Στεκόμασταν, ακούγοντας το σφύριγμά της.
Ύστερα, αρχίσαμε να βάζουμε οινόπνευμα και ιώδιο στις πληγές μας. Η Άννα κάλεσε στο γραφείο εξηγώντας πως η γάτα μας τρελάθηκε και πρέπει τώρα να πάμε στο νοσοκομείο αντί για δουλειά. Μετά κάλεσα κι εγώ τον δικό μου διευθυντή, επαναλαμβάνοντας λέξη προς λέξη την ίδια σουρεαλιστική εξήγηση.
Και τότε
Η γη τρεμόπαιξε, σαν να αναστέναξε το σπίτι μας. Τζάμια της κουζίνας έσπασαν με κρότο, το παράθυρο του μπάνιου ράγισε. Άφησα το κινητό μου να πέσει. Μια εκκωφαντική σιγή πουθενά τίποτα. Ξεχάσαμε τη γάτα κι ορμήσαμε στην κουζίνα να κοιτάξουμε απ το παράθυρο.
Ένα τεράστιο χάος από μπροστά. Στο έδαφος, μια βαθιά τρύπα άνοιγε το δόστρωμα. Κομμάτια αυτοκινήτου σκόρπια. Του γείτονα του Μπάμπη ήταν, ένα μικρό φορτηγάκι με φιάλες υγραερίου έσκασε και διαλύθηκε. Στο parking, αναποδογυρισμένα αμάξια κουνιόντουσαν σαστισμένα, σαν χελώνες στο κενό, ενώ από μακριά οι σειρήνες της αστυνομίας και του ασθενοφόρου ουρλιάζανε με το άρωμα του ονείρου.
Σοκαρισμένοι, γυρίσαμε μαζί προς τη γάτα.
Καθόταν κουλουριασμένη, κρατώντας τη σπασμένη δεξιά μπροστινή πατούσα κοντά στο στήθος, νιαουρίζοντας αδύναμα.
Η Άννα φώναξε, έτρεξε να την αγκαλιάσει. Άρπαξα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, και κατεβήκαμε σφαίρα απ τις σκάλες, επτά ορόφους παρακάμπτοντας το ασανσέρ δίχως να μιλάμε.
Συγγνώμη στους τραυματίες της έκρηξης, αλλά εμείς είχαμε τον δικό μας πληγωμένο.
Ευτυχώς, το αυτοκίνητό μας ήταν πίσω από το κτήριο. Μπήκαμε μέσα και φύγαμε αμέσως προς τον φίλο μας, τον κτηνίατρο.
Στην ψυχή μου νύχτωνε, μες στη μουσική του Μιχάλη Χατζιδάκι, «Δύο σε ένα καφενείο», που βασάνιζε το ραδιόφωνο σαν έπαιζε επίτηδες.
Μια ώρα μετά, η Άννα κρατούσε το θησαυρό της στην αγκαλιά, εκείνος με τυλιγμένο ποδαράκι, και όλο το ιατρείο να χαϊδεύουν τον γάτο μας μόλις μάθαν το σουρεαλιστικό γεγονός.
Στο σπίτι, η Άννα ξανά τηγανίζει ψαράκι για τη γάτα. Βγάζει τα κόκκαλα και μαζεύει τραγανή πέτσα στη γωνία του πιάτου με φροντίδα. Εμένα μου βάζει τα απομεινάρια.
Η γάτα, κουτσαίνοντας στις τρεις πατούσες, πλησίασε το πιατάκι και, δαγκώνοντας, με κοίταζε πονεμένα. Ήθελε να δείξει περιφρόνηση, αλλά το πρόσωπό της ήταν άχαρο, γεμάτο πόνο.
Ήμουν απασχολημένος, αλλά στο τέλος πλησίασα, καθάρισα το ψαράκι μου και το έβαλα ολόκληρο στο πιάτο της.
Η γάτα με κοίταξε με σιωπηλή απορία, σήκωσε το πατούσα στην αγκαλιά της και νιαούρισε ερωτηματικά. Την πήρα στην αγκαλιά, στο πρόσωπό μου και της είπα:
Ίσως να είμαι γκαντέμης, αλλά με τέτοια γυναίκα και τέτοια γάτα, είμαι ο πιο ευτυχισμένος γκαντέμης στον κόσμο.
Της έδωσα ένα φιλί στη μουσούδα. Μουρμούρισε, με χτύπησε στη μάγουλα με το κεφάλι της. Την άφησα στο πάτωμα, και με πόνο άρχισε να τρώει το ψάρι της, κι εμείς με την Άννα, αγκαλιασμένοι, απλώς τη χαζεύαμε και γελούσαμε.
Από τότε η γάτα κοιμάται μόνο μαζί μου. Με κοιτάζει στο πρόσωπο, κι εγώ μονάχα ένα πράγμα να ζητώ από τον Θεό.
Να μας χαρίζει όσο περισσότερα χρόνια γίνεται να τον βλέπω, δίπλα στη γυναίκα μου.
Κι ας μην χρειάζομαι τίποτα άλλο.
Στο ορκίζομαι.
Γιατί αυτή είναι η αληθινή, απλή ευτυχία.





