Ο γάμος ήταν σε μία βδομάδα όταν η Μαρίνα, με δάκρυα στα μάτια αλλά φωνή αποφασιστική, μου είπε πως δεν ήθελε να παντρευτούμε. Τα πάντα είχαν ήδη πληρωθεί ο χώρος, τα χαρτιά, οι βέρες, ακόμα και ένα μέρος της οικογενειακής δεξίωσης. Είχα οργανώσει τα πάντα μήνες τώρα, κομμάτι-κομμάτι, με την ελπίδα πως της ετοίμαζα κάτι σαν γιορτή της καρδιάς της.
Σε όλη μας τη σχέση πίστευα πως έκανα το σωστό. Δούλευα ασταμάτητα και κάθε μήνα έβαζα στην άκρη σχεδόν το 20% του μισθού μου για εκείνη για το κομμωτήριο, για τα νύχια της, ή ό,τι άλλο ήθελε. Όχι γιατί δεν είχε δικά της χρήματα είχε καλή δουλειά και ξόδευε όπως ήθελε. Αναλάμβανα τα έξοδα επειδή ήμουν ο άντρας της σχέσης, ο σύντροφος, και θεωρούσα πως αυτό μου ταίριαζε. Ποτέ δεν της ζήτησα λεφτά για τους λογαριασμούς σπίτι. Πλήρωνα τις εξόδους μας, τα εστιατόρια, το σινεμά, ακόμα και μικρές αποδράσεις. Τα πάντα.
Ένα χρόνο πριν το γάμο, ήθελα να κάνω κάτι μεγάλο της πρότεινα να πάρουμε όλη την οικογένειά της διακοπές στη Χαλκιδική. Όχι μόνο τους γονείς και τα αδέρφια της, αλλά και ανίψια, μέχρι και δύο ξαδέρφες της. Είμασταν μια τεράστια παρέα. Για να τα καταφέρω, δούλευα υπερωρίες, σταμάτησα να αγοράζω πράγματα για μένα, και μάζευα χρήματα μήνες ολόκληρους. Όταν τελικά ήρθε η στιγμή, πλήρωσα τη διαμονή, τα εισιτήρια, το φαγητό όλα. Εκείνη φαινόταν ευτυχισμένη, η οικογένειά της μου έδινε ευχές και χαμόγελα. Κανείς ούτε εγώ δεν ήξερε πως για εκείνη όλα αυτά δεν σήμαιναν τίποτα.
Όταν μου είπε ότι θέλει να χωρίσουμε, μου εξήγησε πως ήμουν «πολύ». Πως ήθελα υπερβολική αγάπη, προσοχή, τρυφερότητα. Ότι ήθελα να την αγκαλιάζω συχνά, να της στέλνω μηνύματα, να ξέρω πώς νιώθει. Ότι δεν είναι τέτοια, ότι πάντα ήταν πιο κλειστή και πως εγώ την έπνιγα. Πως περιμένω πράγματα που εκείνη δεν μπορεί να μου δώσει.
Μου είπε και κάτι που ποτέ ως τότε δεν είχε ξεστομίσει πως, στην πραγματικότητα, δεν ήθελε ποτέ να παντρευτεί. Είχε δεχτεί μόνο γιατί επέμενα. Την είχα βάλει μέσα στην πίεση των γονιών της, με πρόταση γάμου ένα βράδυ σε εστιατόριο μπροστά σε όλη την οικογένειά της. Για μένα, ήταν χειρονομία αγάπης· για εκείνη, παγίδα. Μου εκμυστηρεύτηκε πως μπροστά σε όλους δεν μπορούσε να πει όχι.
Πέντε μέρες πριν τον πολιτικό γάμο μας, με τα πάντα έτοιμα, βρήκε τη δύναμη να ξεστομίσει την αλήθεια. Μου εξήγησε πως ένιωθε πως της επιβάλλω μια ζωή που δεν θέλει. Πως έκανα υπερβολικά πολλά για εκείνη και την έκανα να αισθάνεται άβολα, υπόχρεη, εγκλωβισμένη. Προτιμούσε να φύγει, παρά να κάνει κάτι κόντρα στην ψυχή της.
Έφυγε ήσυχα, σαν σκιά που χάνεται στο φως του πρωινού. Δεν υπήρξαν φωνές, ούτε σπασμένες υποσχέσεις, ούτε δεύτερες ευκαιρίες. Μόνο ακυρωμένα συμβόλαια, πληρωμένοι λογαριασμοί, γκρεμισμένα σχέδια κι ένας γάμος που δεν έγινε ποτέ. Έμεινε αμετακίνητη στην απόφασή της. Εκεί τελείωσε ό,τι υπήρξε.
Αυτή ήταν η εβδομάδα που κατάλαβα πως το να είσαι ο άντρας που πληρώνει για όλα, που λύνει τα προβλήματα, που είναι πάντα εκεί, δεν είναι εγγύηση πως κάποιος θα θέλει τελικά να μείνει κοντά σου.





