Νίκος πέταξε τη τσάντα της Κατερίνας κατευθείαν στην είσοδο. Από μέσα σκόρπισαν χάπια η Κατερίνα δούλευε νοσηλεύτρια, πάντα κουβαλούσε μαζί της απόθεμα.
Ως εδώ, είπε κοφτά. Μάζεψέ τα και φύγε.
Έστεκε στην είσοδο ακόμη με το μαύρο φόρεμα από το μνημόσυνο, ανήμπορη να πάρει ανάσα.
Νίκο, περίμενε…
Δώδεκα χρόνια, Κατερίνα. Δώδεκα χρόνια περίμενα. Νόμιζα ότι η γιαγιά σου κάτι θα σου άφηνε για να ξεφύγουμε απ αυτή τη τρώγλη. Και τι έκανε; Στον Δημήτρη, τον αδερφό σου, άφησε το διαμέρισμα στο Κολωνάκι, εβδομήντα δύο τετραγωνικά. Κι εσύ; Μια παράγκα στην ερημιά που ούτε αδέσποτοι δεν θέλουν!
Η γιαγιά ήξερε…
Τι ήξερε, μωρέ; χτύπησε τη γροθιά του στον τοίχο και έπεσε μια κορνίζα με τη φωτογραφία του γάμου τους από το ράφι. Ο ήχος του σπασμένου γυαλιού ακούστηκε δυνατά. Σε κορόιδευε!
Δυο φορές ήρθε ο Δημήτρης σε δέκα χρόνια, εσύ έβγαινες κάθε Σάββατο να τη φροντίσεις, να καθαρίσεις. Να τα αποτελέσματα!
Η Κατερίνα σήκωσε τη φωτογραφία, τους κοιτούσε χαζούς κι ευτυχισμένους. Είκοσι έξι και εικοσιτεσσάρων χρονών, νέα και αφελής.
Θα κάνω αίτηση διαζυγίου, είπε χαμηλόφωνα ο Νίκος. Δεν χρειάζομαι άχρηστη γυναίκα. Πάρε την κληρονομιά σου και πήγαινε εκεί.
Πήρε την τσάντα και βγήκε. Οι πόρτες έσπασαν τη σιωπή βίαια, χτυπώντας τα αυτιά της.
Το πρωί αγόρασε εισιτήριο για λεωφορείο προς το χωριό, το Φιλιατρό. Η φίλη της, η Ελένη, προσπάθησε να τη μεταπείσει:
Άσε αυτό το σπίτι, βρε κορίτσι μου! Άσ το στα ποντίκια! Μείνε λίγο μαζί μου, θα σου βρούμε δωμάτιο να νοικιάσεις
Κι όμως, τα λόγια της γιαγιάς Αικατερίνης ηχούσαν στ αυτιά της: «Μη βιάζεσαι, Κατερινάκι. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται».
Το λεωφορείο πήγαινε πέντε ώρες. Έξω περνούσαν χωριά, ελαιώνες, στάρια. Την άφησαν στο μισογκρεμισμένο σταματάκι δίπλα σε ένα σκουριασμένο στύλο της ΔΕΗ. Μύριζε χορτάρι και υγρασία.
Της Αικατερίνης η εγγονή; φώναξε ένας άντρας με λερωμένο μπουφάν, βγαίνοντας από ένα παλιό αγροτικό. Λέγομαι Μιχάλης. Θα σε πάω μέχρι το σπίτι.
Στο δρόμο είπε σιγά:
Η γιαγιά σου έσωσε τη ζωή του παιδιού μου. Οι γιατροί είχαν σηκώσει τα χέρια, και εκείνη τον σήκωσε απ’ τον άλλο κόσμο. Τρεις εβδομάδες τον φρόντιζε.
Το σπίτι ήταν στην άκρη του χωριού, τελευταίο πριν το πευκοδάσος. Γκρίζο, φαγωμένο, με κατεστραμμένη βεράντα.
Η Κατερίνα έσπρωξε το παλιό συρματόπλεγμα, περπάτησε στο μονοπάτι με τα αγριόχορτα. Το κλειδί γύριζε δύσκολα στη σκουριασμένη κλειδαριά.
Μύριζε μούχλα και σκονισμένο ξύλο. Στο σαλόνι, παντού σκόνη, τα κουρτινάκια μες στη βρωμιά. Καμία μαγεία, μόνο ερείπιο.
Κάθισε στο παλιό παγκάκι κοιτώντας το δάπεδο, το μυαλό της κενό. Ο Νίκος είχε δίκιο. Η γιαγιά της, τελικά, της άφησε ένα ρημάδι.
Ο αδερφός της, ο Δημήτρης, πήρε το διαμέρισμα, ήδη σκεφτόταν πώς να παρακάμψει την απαγόρευση πώλησης.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα.
Εσύ είσαι η Κατερίνα; μια μικροκαμωμένη γυναίκα με μαντίλα στεκόταν στο κατώφλι. Λέγομαι Λίτσα, μένω δύο σπίτια παρακάτω.
Είχα τα κλειδιά, αλλά δεν πρόλαβα να καθαρίσω πριν έρθεις. Νόμιζα θα ερχόσουν αύριο.
Δεν πειράζει, σκούπισε τα μάτια της η Κατερίνα. Ευχαριστώ που το πρόσεξες τουλάχιστον.
Η Αικατερίνη μου το ζήτησε. Έναν μήνα πριν φύγει, ήρθε μου έδωσε τα κλειδιά και είπε: «Θα ρθει η Κατερίνα μου. Να θυμηθείς, Λίτσα, να της πεις: Μη βιαστεί καθόλου. Να πάει πίσω στην αποθήκη, πίσω απ το τζάκι. Εκεί έχει κάτι για εκείνη». Τη ρώτησα τι, μόνο χαμογέλασε η γιαγιά σου. Παράξενη, αλλά καλή.
Όταν η Λίτσα έφυγε, η Κατερίνα σηκώθηκε και βρήκε την απόκρυφη πόρτα, πίσω από το παλιό τζάκι, σα να ήταν μυστική είσοδος. Έσπρωξε κόλλησε, μετά με λίγο σπρώξιμο άνοιξε.
Μικρή, σκοτεινή αποθήκη. Άναψε το φως του κινητού. Στα ράφια υπήρχαν βάζα με γλυκό, σακιά, κουρέλια. Μετακίνησε μερικά κι ανακάλυψε ένα μεταλλικό κουτί μπισκότων.
Το άνοιξε. Έγγραφα. Τίτλοι ιδιοκτησίας. Δώδεκα στρέμματα γης, όχι μόνο το σπίτι.
Ξανά και ξανά διάβαζε. Δώδεκα στρέμματα που απλώνονταν εκατέρωθεν του σπιτιού. Παρακάτω συμβόλαιο μίσθωσης: ο Αγροτικός Συνεταιρισμός «Σιτάρι» μισθώνει τη γη για δεκαπέντε χρόνια. Η ετήσια απολαβή δεν το πίστευε. Περισσότερα από όσα έβγαζε σε τρία χρόνια στο νοσοκομείο.
Στο κουτί, κι ένα σημείωμα, γραμμένο με εκείνη τη γνωστή λεπτή γραφή.
«Κατερινάκι μου, το διαμέρισμα είναι παγίδα. Ο Δημήτρης ή θα το πουλήσει ή θα το πιει όλο, κι η γυναίκα του η Αλεξάνδρα, ήδη έβαλε δικηγόρους να βρουν παραθυράκια. Άσ’ τους. Αυτοί θέλουν γρήγορο χρήμα, σε σένα άφησα το μακρινό. Αυτή η γη είναι απ τον παππού μου, από παλιά δική μας. Οι αγρότες πληρώνουν στην ώρα τους κάθε χρόνο. Θα φτάνει για όλα. Μη βιαστείς να πουλήσεις και μη φύγεις βιαστικά. Το σπίτι θα σε κρατήσει αν θέλεις. Αλλιώς, κάν το ό,τι θες. Τη γη, όμως, φύλαξέ την».
Η Κατερίνα έκλαιγε ήσυχα μέσα στην αποθήκη. Όχι από χαρά αλλά επειδή η γιαγιά της ήξερε τα πάντα.
Ο Νίκος την πέταξε έξω για λευκά ευρώ, που τελικά ήταν εκεί μόνο που εκείνη δεν το ήξερε.
Ένας χρόνος πέρασε. Η Κατερίνα καθάρισε το σπίτι, έβαλε καινούρια τζάμια, έπλυνε τα πάντα, έφτιαξε τις τρύπες στη σκεπή.
Η Λίτσα ερχόταν καθημερινά φέρνοντας γάλα, ψωμί. Μιλούσε για το πώς η Αικατερίνη θεράπευε με βότανα, και πώς όλο το χωριό έτρεχε σ εκείνη.
Σαν εκείνη είσαι, της είπε μια φορά. Ήσυχη, ίδια. Μόνο που εκείνη είχε σίδερο μέσα της, εσύ ακόμα έχεις βαμβάκι.
Η Κατερίνα χαμογέλασε. Βαμβάκι. Ακριβώς.
Στην όγδοη μέρα τηλεφώνησε ο Δημήτρης.
Άκου, χρειάζομαι λεφτά άμεσα, είπε τόσο θρασύτατα όπως πάντα. Η Αλεξάνδρα θέλει να πουλήσει το διαμέρισμα, αλλά ο συμβολαιογράφος λέει πως δεν γίνεται χωρίς να παραιτηθείς εσύ από τη δική σου κληρονομιά! Δέχεσαι;
Όχι, απάντησε ήρεμα η Κατερίνα.
Τι θα το κάνεις εκεί; Σκουλήκια είναι όλα!
Καλά είμαι εδώ.
Εσύ έχεις τρελαθεί, ε; γέλασε κοροϊδευτικά. Καθόσουν στα χωράφια σου, νοσοκόμα! Εγώ και η Αλεξάνδρα θα βρούμε τρόπο, έχω γνωριμίες!
Το έκλεισε. Η Κατερίνα άφησε το τηλέφωνο και συνέχισε το σκούπισμα.
Σε ένα μήνα ήρθε ο Νίκος. Τον είδε απ το παράθυρο να σταματάει με το αυτοκίνητο, να κοιτάει γύρω.
Βγήκε στη βεράντα. Εκείνος στάθηκε στη σιδερένια καγκελόπορτα.
Θέλω να μιλήσω, Κατερίνα.
Πες.
Έκανα λάθος. Συγχώρεσέ με. Η δουλειά μου χάλασε, οι οικοδομές καταστράφηκαν, πνίγομαι στα δάνεια. Η Βίκυ μου είπε ότι πήρες χρήματα τώρα
Η Κατερίνα σταύρωσε τα χέρια και έμεινε σιωπηλή.
Να κοιτάξουμε απ την αρχή, όπως παλιά; Έκανε διστακτικό βήμα. Κατάλαβα το λάθος μου. Μπορούμε να προσπαθήσουμε ξανά. Να φτιάξουμε το σπίτι, να μείνουμε εδώ…
Όχι, απάντησε χαμηλόφωνα.
Τι πάει να πει «όχι»; άρχισε να θυμώνει. Δώδεκα χρόνια τα πετάς έτσι; Απλώς έκανα λάθος, εσύ δεν θυμώνεις!
Δεν θυμώνω πια, έκανε βήμα μπρος και ο Νίκος αυθόρμητα απομακρύνθηκε. Απλώς δεν είμαι πια αφελής.
Δηλαδή;
Με πέταξες έξω, Νίκο. Την μέρα του μνημοσύνου. Πέταξες την τσάντα μου στο πάτωμα. Είπες ότι δεν ενδιαφέρεσαι για άχρηστη γυναίκα. Δεν θα το ξεχάσω.
Άσπρισε από το σοκ.
Ήμουν έξαλλος εκείνη τη μέρα…
Κι εγώ ήμουν με το μαύρο φόρεμα και πνιγόμουν στον πόνο, είπε ήρεμα πια. Θα φύγεις και δεν θα γυρίσεις.
Θα το μετανιώσεις! στράφηκε απότομα προς το αμάξι. Θα σαπίσεις εδώ μόνη σου σ αυτή την ερημιά!
Η μηχανή έσκισε τη σκόνη στο δρόμο κι η Λίτσα που πότιζε απέναντι, έκανε θετικό νεύμα.
Σωστά έκανες, Κατερίνα. Αυτούς δεν τους βάζεις ξανά στη ζωή σου.
Πέρασε μισός χρόνος. Η Κατερίνα πούλησε το διαμέρισμα της πόλης που έμενε με τον Νίκο τα πράγματά του του τα έστειλε ταχυδρομικά. Το διαζύγιο βγήκε αθόρυβα.
Τα ενοίκια της γης έπεφταν στην ώρα τους. Επισκεύασε σκεπή, έβαλε καινούριες πόρτες, σύνδεσε νερό. Ζούσε ήσυχα, δίχως άγχος.
Σύντομα άρχισαν να έρχονται άνθρωποι, πρώτα η Λίτσα με μια γειτόνισσα με άρρωστα γόνατα. Η Κατερίνα της έφτιαξε βοτανικό μείγμα απ της γιαγιάς τις συνταγές που βρήκε στο παλιό τετράδιο. Σε δύο βδομάδες η γειτόνισσα γύρισε καλύτερα.
Ύστερα ήρθε άλλη μία, μετά άλλες. Δεν έπαιρνε χρήματα, μόνο ό,τι μπορούσαν: αυγά, γάλα, λαχανικά από το μποστάνι.
Ένα βράδυ, χειμώνα, τηλεφώνησε ένας άγνωστος αριθμός.
Κατερίνα; Η Αλεξάνδρα είμαι, η γυναίκα του Δημήτρη.
Σε ακούω.
Θέλω βοήθεια… η φωνή της έτρεμε. Ο Δημήτρης πούλησε το διαμέρισμα πίσω από πλάτες. Οι δικηγόροι του βρήκαν τρόπο, πήρε τα λεφτά, μ άφησε για την ερωμένη του. Έχει μήνες σχέση. Μ εγκατέλειψε, πήρε και τα λεφτά, τα παιδιά βγήκαν στο δρόμο. Δεν έχουμε σπίτι, μας διώχνουν.
Η Κατερίνα σώπασε.
Ξέρω, δεν έχω δικαίωμα να ζητάω… αλλά είσαι συγγενής. Αν υπάρχει κάποιο δωμάτιο, θα δουλέψω, θα πληρώνω, ό,τι θέλεις…
Όχι, απάντησε ήρεμα η Κατερίνα. Δεν θα σε βοηθήσω, Αλεξάνδρα.
Παρακαλώ…
Εσύ γέλαγες στο μνημόσυνο όταν άκουγες το όνομά μου στη διαθήκη. Έλεγες παράγκα το σπίτι, το θυμάσαι; Πήγαινε στην πρόνοια. Αυτοί βοηθούν.
Το έκλεισε. Ξεφύλλισε το τετράδιο της γιαγιάς με ήσυχη καρδιά, ούτε λύπη, ούτε λύσσα, μόνο ησυχία.
Την άνοιξη ήρθε η Ελένη. Κάθισε στην κουζίνα, γύρισε γύρω με θαυμασμό:
Πραγματικά, τα κατάφερες. Εγώ νόμιζα θα μαραζώσεις μόνη σου εδώ, αλλά μοιάζει σαν περιοδικό.
Η Κατερίνα κέρασε τσάι με βότανα.
Ο Νίκος ξαναπαντρεύτηκε, της είπε η Ελένη. Με μια μεσίτρια. Ήδη έχει παράπονα, τον πιέζει για λεφτά, εκείνος πνίγεται στα δάνεια. Έχει λιώσει από τη γκρίνια.
Η Κατερίνα έγνεψε. Δεν την ένοιαζε πια.
Δηλαδή έμεινες εδώ μόνιμα; Δεν βαρέθηκες ποτέ;
Όχι, κοίταξε έξω στο φως. Ολόγυρα η γη της, το σπίτι, η σιωπή. Εδώ νιώθω καλά.
Και πρώτη φορά στα τριάντα επτά της χρόνια ένιωθε να ορίζει τη ζωή της.
Δεν στήριζε κανέναν άντρα να την κρατάει πίσω ούτε περίμενε επιβεβαίωση. Απλώς ζούσε.
Το απόγευμα, όταν έφυγε η Ελένη, η Κατερίνα βγήκε στο κατώφλι. Ο ήλιος έδυε πίσω από τα δέντρα, το αεράκι γλυκό.
Δίπλα της τριβέλιζε ο γάτος που είχε σώσει το χειμώνα. Η Λίτσα περνούσε φορτωμένη, και χαιρέτισε:
Κατερίνα, αύριο θα ρθει μια κυρία απ το χωριό, λέει οι γιατροί δεν μπορούν να τη βοηθήσουν και άκουσε για σένα. Έχει πρόβλημα με την καρδιά. Θα τη δεις;
Φυσικά, απάντησε.
Μπήκε μέσα, άνοιξε το τετράδιο της γιαγιάς, βρήκε τη συνταγή. Αύριο θα ετοιμάσει το ρόφημα, θα συζητήσει, θα ακούσει όπως έκανε η γιαγιά.
Κάπου στην Αθήνα, ο Νίκος τσακωνόταν με τη νέα του γυναίκα για τα λεφτά. Ο Δημήτρης κρυβόταν απ τους εισπράκτορες σε νοικιασμένο δυάρι. Η Αλεξάνδρα πάσχιζε να στριμώξει τα παιδιά της σε ίδρυμα.
Η γιαγιά όλα τα ήξερε. Η Κατερίνα το κατάλαβε: κληρονομιά δεν είναι τα πράγματα, δεν είναι τα λεφτά. Κληρονομιά είναι τι διαλέγεις να είσαι όταν όλα σε γονατίσουν.
Μπορείς να μείνεις θύμα. Ή να προχωρήσεις εκεί που σε περιμένουν. Εκείνη διάλεξε να πάει μπροστά.





