Ανδρέας πια δεν αναγνωρίζει τη σύζυγό του και δεν καταλαβαίνει τι της συμβαίνει. Η Ειρήνη πάντα φρόντιζε το σπίτι, μαγείρευε, σιδέρωνε τα ρούχα, και τώρα έχει σταματήσει να κάνει τις δουλειές της. Με προσοχή την ρωτάει τι συμβαίνει, κι εκείνη απαντά:
Τόσα χρόνια σας εξυπηρετώ, μπορώ να ξεκουραστώ κι εγώ λίγο!
Ο Ανδρέας αρχίζει να υποπτεύεται πως ίσως η Ειρήνη έχει γνωρίσει κάποιον άλλον και αποφασίζει να ελέγξει τα πράγματά της. Ξαφνικά, στο τσαντάκι της Ειρήνης, βλέπει ένα περίεργο γράμμα.
Ο Ανδρέας δεν την αναγνωρίζει πια δεν καταλαβαίνει τι της συμβαίνει. Είναι μαζί δεκαεπτά χρόνια και ποτέ δεν έχει δει κάτι τέτοιο ήταν πάντα ευγενική, κατανοητική, ποτέ δεν έκανε φασαρίες και δεν του έκρυβε πράγματα, γι αυτό και την είχε ξεχωρίσει εξ αρχής. Το πρωί μαγείρευε πάντα κουάκερ ή ομελέτα, μόλις γύριζε απ τη δουλειά έμπαινε αμέσως στην κουζίνα για το βραδινό. Τις Κυριακές σιδέρωνε δεκαπέντε πουκάμισα ένα για κάθε μέρα για εκείνον και τους δύο τους γιους, αν και τα παιδιά συνήθως βολεύονταν με δύο-τρία, αφού δεν ήταν εύκολο να τους συνηθίσει στην καθαριότητα που χαρακτήριζε τον Ανδρέα.
Τώρα εδώ και δυο βδομάδες, το πρωινό είναι δημητριακά ή τοστ, και η Ειρήνη τους παροτρύνει να κάνουν μόνοι τους ό,τι χρειάζονται. Το βράδυ, στην καλύτερη, ο Ανδρέας και τα αγόρια βρίσκουν το χθεσινό φαγητό, ή απλά ένα σημείωμα: «Θα αργήσω, να βράσετε μακαρόνια».
Τις πρώτες μέρες ο Ανδρέας το απέδωσε στο συνέδριο που οργάνωνε το πανεπιστήμιο της Ειρήνης, αλλά το συνέδριο τελείωσε, και τα πράγματα δεν άλλαξαν.
Στην αρχή τη ρώτησε διακριτικά τι συμβαίνει, και η Ειρήνη απάντησε:
Δεν δικαιούμαι κι εγώ μια ζωή; Τόσα χρόνια σας εξυπηρετώ, δεν μπορώ λίγο να ξεκουραστώ;
Φυσικά και μπορείς, δεν το συζητώ, της είπε ο Ανδρέας.
Ήθελε να ρωτήσει πόσο θα κρατούσε αυτό το «λίγο», αλλά δεν το τόλμησε. Ο καιρός περνάει, αλλά η Ειρήνη συνεχίζει να πηγαίνει σινεμά, στο θέατρο, σε εκθέσεις γλυπτικής. Αυτό που πραγματικά ενοχλεί τον Ανδρέα είναι πως στην ντουλάπα της έχουν εμφανιστεί τολμηρά φορέματα, και τα πρωινά πλέον αντί να ετοιμάζει πρωινό, φοράει μάσκαρα και κραγιόν. Ανασφαλείς σκέψεις μπαίνουν στο μυαλό του Ανδρέα μήπως έχει εραστή;
Ντρέπεται για τις σκέψεις του, αλλά η ανησυχία του τον τρώει, και τελικά δεν κρατιέται: αρχίζει να παρακολουθεί τη σύζυγό του, να ψάχνει τα πράγματά της. Ελέγχει το κινητό, την κάρτα της, ακόμα και το περιεχόμενο της τσάντας της. Και εκεί βρίσκει ένα γράμμα στην εσωτερική τσέπη, φθαρμένο και λίγο ξεθωριασμένο, φανερά διαβασμένο πολλές φορές. Είναι ερωτικό γράμμα, λόγια που μόνο πολύ κοντινός άνθρωπος θα έγραφε. «Ειρήνη, μου λείπεις τόσο πολύ, δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω το πόσο δύσκολα περνάω περιμένοντας να σε ξαναδώ. Ακούω παντού τη φωνή σου, αναζητώ το χαμόγελό σου».
Του είναι δυσάρεστο να διαβάζει τέτοια λόγια. Απ ό,τι δείχνει η φθορά του γράμματος, αυτή η σχέση διαρκεί καιρό, και αυτό του είναι ιδιαίτερα πικρό θα μπορούσε να δικαιολογήσει ένα φευγαλέο φλερτ με κάποιον συνάδελφο, αλλά αυτό Μήπως όλη του η οικογενειακή ζωή είναι ένα ψέμα;
Τρεις μέρες κρατάει τη σιωπή του, βυθισμένος στις μαύρες σκέψεις πόσες φορές αντιστάθηκε σε πειρασμούς, πόσες μπορούσε να είχε προδώσει τη σύζυγο, μα ποτέ Την τρίτη μέρα δεν αντέχει άλλο.
Τα ξέρω όλα, λέει βραχνά.
Τι ξέρεις; απόρησε η σύζυγος.
Η φωνή της ήταν ήρεμη, μόνο λίγο παραξενεμένη. Δεν ξεγελιέται όμως ο Ανδρέας έχει διαβάσει το γράμμα, δεν υπάρχει λάθος.
Έχεις κάποιον άλλον, το λέει με σιγουριά.
Η Ειρήνη γελάει.
Τι είναι αυτά που λες, Ανδρέα; Ελπίζω να μη σοβαρολογείς.
Αν ομολογούσε, αν έβαζε τα κλάματα, ίσως κι εκείνος να ένιωθε λίγο καλύτερα, αλλά έτσι
Το γράμμα το διάβασα! φωνάζει ο Ανδρέας. Ποιον νομίζεις πως κοροϊδεύεις; Τέτοια πράγματα δε γράφονται έτσι απλά: «δε βλέπω την ώρα να βρεθούμε ξανά και να προχωρήσουμε μαζί ως το τέλος του κόσμου». Αηδία
Και τότε η Ειρήνη γέλασε πιο δυνατά, πράγμα που εκνεύρισε ακόμα περισσότερο τον Ανδρέα.
Σοβαρά μιλάς τώρα; τον ρωτάει.
Εσύ τι νομίζεις;
Τη θωρεί βλοσυρός, κρατώντας την ανάσα του.
Δηλαδή έψαξες την τσάντα μου;
Ναι.
Και διάβασες το γράμμα;
Ναι.
Και δεν θυμάσαι ότι το έγραψες εσύ;
Εγώ; Τι; αργεί να το συνειδητοποιήσει.
Αυτό το γράμμα μου το είχες στείλει εσύ! Όταν ήσουν σε επαγγελματικό ταξίδι, κι εγώ ήμουν μόνη με τον Μάρκο τον μικρό. Θυμάσαι καθόλου;
Και πιστεύεις δεν αναγνωρίζω τον γραφικό χαρακτήρα μου; Δεν είναι δυνατόν να τα έγραψα εγώ αυτά!
Η Ειρήνη αναστενάζει, φέρνει ένα σκαμπό, κατεβάζει από το πάνω ράφι ένα κουτί. Το ανοίγει, ψάχνει και βγάζει έναν ακόμα φάκελο, τον δίνει στον Ανδρέα.
Ορίστε, κράτα το. Είχες τραυματίσει το δεξί σου χέρι και έγραφες με το αριστερό.
Ο Ανδρέας βλέπει το όνομα και τη διεύθυνση δικά του, σε άλλη πόλη, αλλά ο γραφικός χαρακτήρας διαφορετικός. Είναι αλήθεια; Θυμάται αμυδρά κάποιο χέρι τραυματισμένο, σε ένα εργοτάξιο είχε πέσει στραβά. Ήταν τότε τελικά;
Γιατί κουβαλάς μαζί σου το γράμμα; ρωτά σκυθρωπός.
Ο ψυχολόγος μου το πρότεινε, του λέει ήρεμα.
Ψυχολόγος;
Ναι. Ξέρεις, Ανδρέα, έχω κουραστεί. Όλη μου τη ζωή εξυπηρετώ εσάς τους τρεις άντρες. Από τότε που γεννήθηκε ο Μάρκος, ζωή δική μου δεν έχω. Ούτε ένα «ευχαριστώ» δεν ακούω πάντα από εσάς! Λουλούδια θυμάσαι να φέρνεις μόνο στις 8 Μαρτίου, τα λόγια αγάπης έχω ξεχάσει πώς ακούγονται. Κι όμως, είμαι ακόμα γυναίκα, και δεν είμαι τόσο μεγάλη. Να σου πω, πολλές φορές σκέφτηκα το διαζύγιο. Αλλά έχουμε ωραία οικογένεια, το εκτιμώ. Γι αυτό πήγα στο ειδικό. Μου δίνει κάποιες συμβουλές, τις ακολουθώ για χάρη της οικογένειας.
Η εξομολόγηση αυτή ξαφνιάζει τον Ανδρέα. Διαζύγιο; Θέλει να φύγει;
Και οι συμβουλές βοηθάνε; ρωτάει.
Καμιά φορά, χαμογελάει ήρεμα.
Και τα γράμματα γιατί;
Για να μου θυμίζουν την αγάπη μας.
Ο Ανδρέας γνέφει σκεπτικός. Χρειάζεται να σκεφτεί. Σηκώνεται και βγαίνει στη βεράντα. Δεν το συζητούν ξανά.
***
Το πρωί, όταν η Ειρήνη σηκώνεται, το σπίτι βουίζει από φασαρία κι ολόκληρη η κουζίνα μυρίζει βανίλια. Δεν καταλαβαίνει τι γίνεται, μέχρι που μπαίνει στην κουζίνα.
Ο μεγάλος τους γιος ετοιμάζει ομελέτα. Ο μικρός βάζει σιροπιαστά τυροπιτάκια στα πιάτα. Στο τραπέζι ένα βάζο με τα αγαπημένα της λουλούδια.
Τι συμβαίνει εδώ; ρωτά ξαφνιασμένη.
Καλημέρα μαμά, λέει ο μικρός. Τι να σου φτιάξω; Καφέ ή τσάι;
Η Ειρήνη δεν πιστεύει στα μάτια κι στ αυτιά της.
Καφέ, απαντά σαστισμένη.
Ομελέτα ή σιροπιαστά;
Σιροπιαστά
Ο Ανδρέας δε φαίνεται πουθενά, αλλά η Ειρήνη καταλαβαίνει όλα αυτά τα έχει προκαλέσει εκείνος. Μόλις δοκιμάζει το πρώτο τυροπιτάκι, εμφανίζεται ο Ανδρέας. Της δίνει ένα διπλωμένο χαρτί.
Καλημέρα, αγάπη μου!
Τι είναι αυτό; ρωτάει.
Καινούριο γράμμα, χαμογελάει ο Ανδρέας. Να σε βοηθήσει, όπως πρέπει.
Η Ειρήνη χαμογελάει κι εκείνη και από εκείνη τη μέρα όλα πάνε καλύτερα. Όχι, δεν έχει κάθε μέρα τέτοιο πρωινό θαύματα δεν κρατούν για πάντα. Αλλά που και που συμβαίνουν. Και στο σινεμά, πια, δεν πηγαίνει μόνη ο Ανδρέας με χαρά τη συνοδεύει. Ο γάμος τους σώζεται.





