Ο άντρας μου πάντα μου έλεγε πως δεν ήμουν αρκετά «θηλυκή». Στην αρχή τα πετούσε έτσι, στα πεταχτά αν βάφεις λίγο παραπάνω τα μάτια σου, αν φοράς κανένα φόρεμα, αν είσαι «λίγο πιο γλυκιά». Εγώ όμως ποτέ δεν ήμουν αυτή η γυναίκα. Από μικρή ήμουν πρακτική, ευθεία, καθόλου πιασμένη από μάταιες τυπικότητες. Δουλεύω, λύνω προβλήματα, κάνω ό,τι χρειάζεται μια χαρά το ξέρει ο Μανώλης με παντρεύτηκε έτσι. Ποτέ δεν το έπαιξα κάποια άλλη.
Με τον καιρό, τα σχόλια πλήθυναν. Άρχισε να με συγκρίνει με γυναίκες που βλέπαμε στο Instagram, με τις συζύγους των φίλων μας, με συναδέλφους του. Μου έλεγε ότι μοιάζω περισσότερο φίλη του, παρά γυναίκα του. Τον άκουγα, καμιά φορά τα παίρναμε κι οι δυο, μετά το αφήναμε και συνεχίζαμε τις ζωές μας. Δεν το θεώρησα ποτέ σοβαρό. Λογικές διαφορές χαρακτήρων, σκέφτηκα δε χάλασε κι ο κόσμος.
Τη μέρα που κήδεψα τον πατέρα μου, όλα αυτά ξαφνικά φάνηκαν εξοργιστικά μικρά. Ήμουν σαν χαμένη. Ούτε κοιμόμουν, ούτε έτρωγα, δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο πέρα από το πώς να αντέξω την κηδεία. Έβαλα ό,τι μαύρο βρήκα μπροστά μου, δεν άγγιξα make up, ούτε μαλλί, τίποτα δεν είχα κουράγιο ούτε για τα βασικά.
Κι εκεί, λίγο πριν φύγουμε απ το σπίτι, ο Μανώλης με κοιτάει πάνω κάτω και λέει:
«Αυτή είναι η εμφάνισή σου; Δεν θα βάλεις τουλάχιστον λίγο rouge;»
Στην αρχή πίστεψα ότι δεν άκουσα καλά. Του απάντησα πως δεν με νοιάζει πώς δείχνω, μόλις έχασα τον πατέρα μου. Κι εκείνος:
«Ναι, αλλά σκέψου Οι συγγενείς, θα σχολιάσουν. Δεν θέλω να λες 'είμαι παρατημένη’.»
Κάτι έσπασε μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Σαν να με πάτησε βυτιοφόρο.
Στο μνημόσυνο, εκείνος με τους λοιπούς συγγενείς τυπικός, σοβαρός, συλλυπητήρια και σφίγγει τα χέρια σε όλους. Εμένα, όμως, ούτε μια αγκαλιά, ούτε ένα είσαι καλά;. Μόνο που, όταν περνάγαμε μπροστά από τον μεγάλο καθρέφτη του σαλονιού, ψιθύρισε, ότι πρέπει «να συμμαζευτείς λίγο», πως ο πατέρας μου δεν θα ήθελε να με δει σε τέτοια κατάσταση.
Όταν, το βράδυ, γυρίσαμε στο σπίτι, τον ρώτησα αν το μόνο που είδε εκείνη τη μέρα ήταν αν είχα βαφτεί ή όχι. Αν καθόλου δεν διάβασε στα μάτια μου ότι ήμουν διαλυμένη. Με κόμπο στο λαιμό μου είπε να μην το δραματοποιώ και πως απλά εξέφραζε τη γνώμη του μια γυναίκα δεν πρέπει να αμελεί τον εαυτό της „ούτε σε τέτοιες στιγμές”.
Από τότε, δεν τον βλέπω το ίδιο.
Κι όμως, δεν μπορώ να τον αφήσω.
Νιώθω πως δεν μπορώ χωρίς τον Μανώλη.
Τι θα λέγατε σε αυτή τη γυναίκα, αν την είχατε απέναντί σας;Αλλά κάθε βράδυ, όταν μένω μόνη στην κουζίνα κι ακούω τα παπούτσια του να συντονίζονται με το πάτωμα του διαδρόμου, σκέφτομαι ότι ο Μανώλης έχει γίνει απλώς μια σιωπή που γεμίζει το σπίτι. Νιώθω πως αν φύγω, θα πάψει να υπάρχει κι αυτή η ησυχία, θα γεμίσει ο κόσμος θόρυβο που δεν ξέρω αν αντέχω. Ώσπου μια νύχτα, ανάβοντας τσιγάρο στο μπαλκόνι, σκέφτηκα τον πατέρα μουατάραχος, όπως κι εγώ, πάντα αληθινός.
Μέσα στην αχλή του καπνού, κατάλαβα: η γυναίκα που θέλω να είμαι δεν χωράει στις απαιτήσεις του Μανώλη, ούτε στις εικόνες που βλέπει εκείνος για μένα. Έκλαψα, όχι για το τέλος ενός γάμου· αλλά γιατί για πρώτη φορά μου συγχωρούσα που δεν ήμουν „αρκετά”. Γιατί ήμουν εγώ.
Το επόμενο πρωί, άνοιξα τις κουρτίνες. Το φως μπήκε, καθαρό, στο σαλόνι. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, αχτένιστη και χωρίς μακιγιάζ, και χαμογέλασα πλατιά. Ο Μανώλης πέρασε πίσω μου αθόρυβα, μα δεν κοιταχτήκαμε. Κι εκεί, σε αυτή τη σιωπή που κάποτε με φόβιζε, άκουσα την απόφασή μου να γεννιέται: δεν θα φοβηθώ το θόρυβο.
Ο κόσμος έξω με περίμενε. Κι εγώ, για πρώτη φορά, ήμουν έτοιμη να τον ακούσω ολόκληρη.





