Ήμουν δεκαεννιά χρονών όταν ο Μανώλης, με τον οποίο ήμασταν μαζί έναν χρόνο, μου ζήτησε να γίνω γυναίκα του. Ήξερα, φυσικά, πως ήταν λίγο νωρίς, και πως δεν θα μπορούσα πια να βγαίνω με τις φίλες μου στη Γλυφάδα και να διασκεδάζω όπως παλιά. Ο Μανώλης όμως έδειχνε τόσο σοβαρός και αξιόπιστος άνθρωπος. Από το φόβο μήπως δεν βρω ποτέ κάποιον καλύτερο από εκείνον, τελικά δέχτηκα να παντρευτώ.
Αρχίσαμε να ζούμε μαζί, στη μονοκατοικία των δικών του στη Νέα Σμύρνη. Οι δικοί μου έχουν ένα μεγάλο σπίτι κοντά στη Θεσσαλονίκη, και μας έδωσαν εκεί τον επάνω όροφο. Από την πρώτη στιγμή να πω πως οι γονείς του Μανώλη δεν ήταν φτωχοί, και όταν παντρευτήκαμε ο Μανώλης έβγαζε καλά χρήματα, οπότε εγώ μπορούσα ήσυχα να συνεχίσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο.
Δυο χρόνια αργότερα ήρθε η πρώτη μας κόρη, η Αλεξάνδρα. Ο Μανώλης πέταγε στα ουράνια από τη χαρά του, αλλά τότε, ήρθε απρόσμενα μια δυσκολία. Έμεινε χωρίς δουλειά. Του πρότειναν να δουλέψει στη μικρή οικογενειακή επιχείρηση, αλλά ο Μανώλης, πάντα ανεξάρτητος, ήθελε να τα καταφέρει μόνος του. Ένας φίλος του τού πρότεινε να πάει στη Γερμανία να δουλέψει, να μαζέψει ευρώ. Έτσι κι έγινε.
Συμφωνήσαμε πως θα έφευγε μόνο για ένα χρόνο, να βγάλουμε τα πρώτα μας χρήματα, ίσως να πάρουμε και κάτι δικό μας. Μα όταν γεύτηκε το μεγάλο χρήμα, ο Μανώλης επέστρεψε μετά από έναν χρόνο, μόνο και μόνο για να μου πει πως φεύγει ξανά, τώρα όμως για δύο χρόνια, για να μαζέψει ακόμη περισσότερα, να αγοράσει σπίτι στην Αθήνα, να μη μένουμε με γονείς. Από τη μία τον θαύμασα γι αυτή του την επιμονή, από την άλλη όμως, τι θα γινόταν με εμένα και το παιδί μας; Ο Μανώλης υποσχέθηκε πως θα ερχόταν τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο. Και κράτησε τον λόγο Έτσι πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια. Τόσο πολύ μου είχε λείψει η παρουσία ενός άνδρα δίπλα μου, που το μυαλό μου νεκρώθηκε από τη μοναξιά.
Μια μέρα, μέσα σε αυτό το θολό σύμπαν, μου έγραψε ένας άνδρας λίγο μεγαλύτερός μου στο Instagram. Βροχή τα κομπλιμέντα για την ομορφιά και τη χάρη μου· είχα να ακούσω τέτοια λόγια από τον Μανώλη χρόνια. Κουβεντιάσαμε για έναν μήνα, και μετά βρεθήκαμε για έναν περίπατο στον λόφο του Φιλοπάππου. Εκεί, έγιναν όλα. Πάτησα στον λαιμό την αγάπη, πρόδωσα τον άντρα μου. Αλλά ένιωσα τόση ανακούφιση, που ξαναβγήκα δύο φορές μαζί του. Σα να παραπάτησα σε σπασμένο μαρμαροκάραβο και ταξίδεψα σε σύγχρονους στροβιλισμούς.
Και καθώς το καλοκαίρι γινόταν φθινόπωρο, δυο μήνες μετά, ο Μανώλης γύρισε αυτή τη φορά για τα καλά. Μου μίλησε όμορφα, αγόρασε διαμέρισμα στα Πετράλωνα. Οι τύψεις με έπνιγαν σαν παλιό πέπλο. Του ομολόγησα τα πάντα, τον πρόδωσα ξανά και ξανά. Τι συνέβη τότε;
Με έδιωξε. Για μια στιγμή πέρασε απ το μυαλό μου να πάω στον εραστή, μα εκείνος, μόλις κατάλαβε τι ήθελα, με μισόλογα και δικαιολογίες περί δουλειάς, μ άφησε στη βροχή. Για τον εραστή ήμουν απλώς μια στάση ανάμεσα σε δύο σταθμούς. Ο Μανώλης έχει ήδη ξεκινήσει διαδικασίες για διαζύγιο, η Αλεξάνδρα είναι μαζί μου, σπίτι της μάνας μου, στα προάστια. Ο Μανώλης όμως απειλεί πως θα μου την πάρει. Ντρέπομαι, χάνω τον ύπνο μου μες στα λαβυρινθώδη όνειρα: γιατί δεν περίμενα τον άντρα μου; Πώς μπόρεσα να τον προδώσω έτσιΗ βροχή από το παράθυρο θόλωνε τις σκέψεις μου εκείνο το βράδυ. Στεκόμουν με την Αλεξάνδρα στην αγκαλιά μου, μυρίζοντας ακόμα το αλάτι απ τα δάκρυά της, και ένιωθα πως ο κόσμος είχε γίνει ξένος. Κάποτε φοβόμουν τη μοναξιά, τώρα τη διάλεγα κάθε μέρα, σαν ασπίδα από τις λάθος επιλογές μου.
Ήρθε όμως και μια στιγμή, σπάνια κι ακριβή, όπου η κόρη μου σήκωσε τα μάτια της και ψιθύρισε: «Μαμά, είσαι εδώ, έτσι;» Και τότε κατάλαβα πως το σπίτι δεν είναι τα τούβλα και οι τοίχοι, ούτε τα μεγάλα σχέδια· είναι το χάδι της κόρης μου, και το φως που ανάβω πρωί-πρωί στην κουζίνα με την ελπίδα πως όλα μπορούν να αρχίσουν από την αρχή.
Άρχισα να δουλεύω σε ένα βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Τα απογεύματα βοηθούσα την Αλεξάνδρα στα μαθήματά της και τα βράδια διάβαζα σιωπηλά, πλάι της, ιστορίες για χαμένες και βρεγμένες πατρίδες. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να βυθιστεί ξανά σε ψευδαισθήσεις. Σταδιακά, το παλιό σκοτάδι άρχισε να διαλύεται κάθε μέρα έριχνα κι έναν μικρό φως στη διαδρομή μας.
Ο Μανώλης δεν σταμάτησε να παλεύει. Οι δικαστικές αίθουσες ήταν κρύες, ανώνυμες. Τον άφησα να δώσει τον δικό του αγώνα, χωρίς να κάψω άλλο το παρελθόν μας· πήρα το θάρρος να μιλήσω ανοιχτά χωρίς μίσος, χωρίς ψέματα, μόνο με αλήθεια. Κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι να εκδικείσαι ή να τιμωρείς, αλλά να αντιμετωπίζεις κατάματα τις συνέπειες.
Την ημέρα που ο δικαστής ανακοίνωσε πως η Αλεξάνδρα θα μείνει μαζί μου, δεν θριαμβολόγησα. Έκλεισα τα μάτια και για πρώτη φορά ευχαρίστησα τη μοναξιά που με έμαθε να αντέχω μόνη. Ήξερα πως κάποτε, ίσως πολύ αργά, θα μπορέσω να συγχωρήσω πρώτα εμένα και μετά όλους τους άλλους.
Κι αν με ρωτήσεις αν αξίζει να ξαναγαπήσεις, θα σου πω: ναι, μόνο αφού μάθεις να μην φοβάσαι πια τον καθρέφτη σου. Και πια, κάθε φορά που πέφτει η βροχή, αφήνω το παράθυρο ανοικτό να μπαίνει η μυρωδιά του φρέσκου χώματος, σαν υπόσχεση πως ξαναρχίζω.





