Ο άντρας απειλούσε να φύγει με μια νεότερη, αλλά τελικά βρέθηκε ο ίδιος να κοιμάται στην πολυκατοικία

5 Μαρτίου

Σήμερα θα καταγράψω κάτι που με ταρακούνησε, που πέταξε όλη μου τη βολική, στρωτή πραγματικότητα στον αέρα και στο τέλος, με έβαλε να ξανασκεφτώ ποιος ήμουν και τι άξιζα στ αλήθεια.

Όλα ξεκίνησαν με την Ελπίδα. Αφού επιστρέψαμε από τις δουλειές μας στην Αθήνα εγώ στο τμήμα εφοδιαστικής σε μια ναυτιλιακή, κι εκείνη στο φαρμακείο της γειτονιάς μας στη Νέα Σμύρνη είχα πιστέψει πως τα πράγματα θα κυλούσαν όπως πάντα. Σχεδόν τριάντα χρόνια γάμου, ένας γιος που έχει πια τη δική του οικογένεια στη Θεσσαλονίκη, και το ίδιο διαμέρισμα των τριών δωματίων που οι γονείς της Ελπίδας της είχαν χαρίσει όταν πούλησαν το εξοχικό τους στο Λουτράκι. Πίστευα πως αυτά ήταν δεδομένα, σταθερές ζωής.

Όμως η Ελπίδα εμφανίστηκε μπροστά μου, με μια παλιά ρόμπα και τα μαλλιά της ατημέλητα, καθώς ανακάτευε μια κατσαρόλα φασολάδας. Δεν άντεξα όλη η συσσωρευμένη ενοχλησή μου βγήκε χωρίς δισταγμό:

«Δεν μπορείς να κοιτάξεις λίγο πώς είσαι πριν κάτσεις στο τραπέζι; Αυτό το ρημαδο-ρόμπα, τα μαλλιά χάλια Έστω για τον άντρα σου βρε παιδί μου, δεν θα μπορούσες να ντυθείς λίγο;»

Με κοίταξε σιωπηλή, η κουτάλα στα χέρια της σταματημένη στον αέρα. Το ένιωθα μέσα μου η αποξένωση που μεγαλώνει μήνες τώρα. Άλλαξα εντελώς: ξαναγράφτηκα στο γυμναστήριο, ανανέωσα την γκαρνταρόμπα μου με πουκάμισα της μόδας και γυαλιστερά παπούτσια από το Κολωνάκι, προσέχω τι τρώω κι έχω βάλει και δύσκολο κωδικό στο κινητό. Κι όμως, τίποτα δεν της κάνει. Τα φαγητά της, τα λόγια της, ακόμα και το βλέμμα ή το περπάτημά της με ενοχλούν. Το λέω συνέχεια. Άρχισα να την κρίνω για τα πάντα.

Προσπάθησε να κρατηθεί ήρεμη: «Μόλις γύρισα από το φαρμακείο. Αγόρασα πράγματα, κουβαλούσα σακούλες, έτρεξα να σου ετοιμάσω ζεστό φαγητό. Να ντυθώ σαν για γιορτή, να βαφτώ, μόνο και μόνο για να σερβίρω φασολάδα στον άντρα μου;»

Την αγνόησα συνέχισα να τη στριμώχνω: «Όλες δουλεύουν, αλλά μένουν περιποιημένες, όχι σαν τις κυράδες της λαϊκής. Στο γραφείο μου, οι γυναίκες στην ηλικία σου φοράνε τακούνια, γυαλίζουν, λάμπουν. Εσύ έγινες αγνώριστη, ντροπή να βγω έξω μαζί σου.»

Απέφυγα να τη δω στα μάτια. Ένιωθα πια σίγουρος πως απλά φοβάται να με χάσει, πως χωρίς εμένα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια θλιμμένη γυναίκα που ζει στη σκιά. Και το τόνισα: «Μην νομίζεις ότι δεν έχω επιλογές. Οι νέες, όμορφες στο γραφείο παρακαλάνε να τους δώσω σημασία. Να, η Χριστίνα, στην εμπορική διεύθυνση είκοσι έξι χρονών, με κοιτάζει όπως ποτέ εσύ στα νιάτα σου.»

Τα λόγια της τότε με αιφνιδίασαν: «Τι σε κρατάει λοιπόν εδώ;».

Κατάλαβα τη ρωγμή στη φωνή της το πήρα ως αδυναμία. Χαμογέλασα ειρωνικά: «Η συνήθεια, Ελπίδα. Και οίκτος. Αλλά κι η υπομονή μου έχει όρια. Αν δεν αλλάξεις, θα μαζέψω τα πράγματά μου μην έχεις καμιά αμφιβολία. Μου κάνουν χώρο με χαρά. Η Χριστίνα με θέλει. Εσύ διάλεξε: Ή αλλάζεις, ή φεύγω για τη νέα.»

Περίμενα να σπάσει, να τρέξει πίσω μου με κλάματα και συγγνώμες. Περίμενα λίγη παραίτηση, δάκρυα, τύψεις γιατί δεν προσέχει όσο «θα έπρεπε».

Αλλά η σιωπή αυτή τη φορά έμεινε πηχτή, βαριά.

Αργότερα, με πέτυχε την ώρα που είχα αράξει στον καναπέ, με ένα ποτήρι τσίπουρο στο ένα χέρι και το τηλεκοντρόλ στο άλλο. Ήρθε ήρεμη, χωρίς υστερίες, και μου είπε: «Έκανα τις σκέψεις μου, Μάνο».

Σήκωσα το βλέμμα ειρωνικά: «Θα πας κομμωτήριο αύριο; Θα ξεκινήσεις personal στο γυμναστήριο;»

Η φωνή της βράχος: «Όχι. Αποφάσισα να μη σου χαλάσω τη ζωή. Πήγαινε στη Χριστίνα, στη νέα. Ελεύθερος είσαι.»

Χλόμιασα. Δεν είχε καν δάκρυα, ούτε φωνές, ούτε τίποτα. Έμεινα να κοιτάω. Δεν έπιασε στα αστεία, δεν κράτησε καμία άμυνα. «Εντάξει, Μάνο. Ο γάμος μας τελείωσε. Καιρός σου.»

Η οργή φούντωσε μέσα μου. Αυτό το σενάριο ποτέ δεν το περίμενα. «Ωραία λοιπόν! Αύριο κιόλας φεύγω! Να δούμε ποιανού το κεφάλι θα πονάει πιο πολύ στο τέλος!» είπα, για να της κάνω κακό. Αλλά εκείνη απλώς έφυγε, ψύχραιμη: «Φρόντισε να μην αργήσεις να μαζέψεις τα πράγματά σου. Εγώ αύριο μετά το φαρμακείο θα πάω θέατρο στην Ομόνοια με την Αλέκα. Δεν θα είμαι εδώ το βράδυ».

Το πρωί ούτε που με κοίταξε, ούτε γκρίνια ούτε υστερίες. Έφυγε ήσυχα για τη δουλειά, εγώ αναθεμάτισα τη μοίρα μου, με τσιμπημένη περηφάνια όμως, σκεπτόμενος ότι σίγουρα σύντομα θα με πάρει να με παρακαλέσει να γυρίσω. Πήγα στο γραφείο, μετέφερα τα νέα στη Χριστίνα, τη μικρή θεά μου βγαλε την ψυχή ότι περιμένει να πάω σπίτι της, αλλά ήλπιζα ακόμα. Μέσα μου, πάντα πίστευα πως η Ελπίδα δεν θα αντέξει μακριά μου.

Το απόγευμα, έβαλα τα καλά μου, πήγα να μαζέψω τα πράγματά μου. Τα πρώτα σημάδια πως κάτι δεν πήγαινε όπως το χα σχεδιάσει εμφανίστηκαν μπροστά στην εξώπορτα: τρεις γιγάντιες τσάντες της λαϊκής και βαλίτσα παλιωμένη, τα παπούτσια μου μέσα σε μια πλαστική σακούλα, και πάνω μια κόλλα χαρτί με όμορφα, καθαρά γράμματα:

«Τα πράγματά σου είναι όλα εδώ. Οι καινούργιες κλειδαριές μου κόστισαν 150 ευρώ, δώρο αποχαιρετισμού. Τα χαρτιά διαζυγίου θα κατατεθούν την άλλη εβδομάδα. Για το θέμα της διαγραφής σου από το διαμέρισμα θα το κανονίσουμε δικαστικά, αν δεν θέλεις εθελοντικά. Να ζήσεις ευτυχισμένος με τη Χριστίνα.»

Πάγωσα. Άρχισα να χτυπάω το κουδούνι υστερικά. Έπειτα από λίγο, η πόρτα άνοιξε ελάχιστα μόνο όσο επέτρεπε η χοντρή αλυσίδα ασφαλείας. Εκείνη, ήρεμη, με μοντέρνο φόρεμα, μαλλιά χτενισμένα άγνωστη, με ένα απίστευτο αέρα αυτοπεποίθησης.

Μη φωνάζεις, Μάνο θα μας πάρουν χαμπάρι.

Εσύ με πέταξες στον δρόμο! Εγώ είμαι γραμμένος στο σπίτι σου, δικαιούμαι να μένω! Δεν μπορείς να με πετάξεις έξω!

Μάνο, σ αυτή τη χώρα τουλάχιστον, η εγγραφή δεν σου δίνει ιδιοκτησία. Το σπίτι είναι δικό μου, αγοράστηκε με δωρεά των γονιών μου, νόμιμα, κι αν ήθελες να φύγεις, σου γλίτωσα τον κόπο. Τα πράγματά σου όλα εδώ. Κι οι αλτήρες σου. Να πας στη νέα αγάπη σου. Εγώ στις επτά το πρωί έχω δουλειά.

Έκλεισε την πόρτα χωρίς λέξη.

Βαρύς, έμεινα, με τις τσάντες στα πόδια μου στο κρύο πλατύσκαλο σαν ξένος. Από ντροπή και πείσμα, δοκίμασα να πάρω τη Χριστίνα. Οι μουσικές στο τηλέφωνο και το ύφος της άλλαξαν όταν κατάλαβε πως, τελικά, δεν θα της πάω το δικό μου τριάρι στη Νέα Σμύρνη, αλλά τις τσάντες μου.

Τι εννοείς, δεν έχεις σπίτι δικό σου; Εγώ ήμουν σίγουρη πως στην ισοκατανομή θα σου πέσει μερίδιο να νοικιάσουμε κάτι αξιοπρεπές! Δεν μπορώ να φιλοξενώ βαλίτσες, συγγνώμη. Χρειάζομαι άντρα που να λύνει προβλήματα, όχι να τα φέρνει μαζί του.

Μου το έκλεισε κατάμουτρα.

Εκεί, στο σκοτεινό κλιμακοστάσιο, ανάμεσα σε σακούλες και βαλίτσες, κατέρρευσε μέσα μου όλος ο ψεύτικος κόσμος που έχτιζα. Η μοναδική μου περιουσία ήταν τρία σακ βουαγιάζ και ένα κινητό χωρίς μπαταρία. Ούτε φίλους ήθελα να ενοχλήσω, ούτε χρήματα για ξενοδοχείο είχα. Έψαξα να βρω κάποιο hostel στο διαδίκτυο για να βγάλω τη νύχτα.

Πίσω από τη θωρακισμένη, φωτεινή πόρτα, η Ελπίδα, πια ήρεμη μέσα στη ζεστασιά της, έβαλε να πιάνει το αγαπημένο της χαμομήλι. Κοίταξε το βράδυ απ’ το παράθυρο, την Αθήνα να απλώνεται φωτισμένη και λίγο χαμογέλασε. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν την έπνιγε εκείνη η βαριά αίσθηση στ αριστερό της στήθος. Επιτέλους, ανάσανε καθαρό αέρα άρχιζε κάτι καινούργιο, χωρίς φόβο και εξευτελισμό.

Τελικά, κανείς δεν είναι αναντικατάστατος κι ούτε αξίζει να προσέχεις, να ξεφτιλίζεσαι, να γκρεμίζεις τον εαυτό σου μόνο και μόνο για να κρατήσεις κοντά σου κάποιον που δεν σε σέβεται. Το έμαθα με τον δύσκολο τρόπο, αλλά το έμαθα.

Oceń artykuł
Ο άντρας απειλούσε να φύγει με μια νεότερη, αλλά τελικά βρέθηκε ο ίδιος να κοιμάται στην πολυκατοικία