Στην Αθήνα, πολύ καιρό πριν, οι συγγενείς έβαλαν έξω στην πλατεία ένα κουτί με γατάκια. Ο Σκύλος, όπως τον έλεγε με αγάπη ο παππούς, πήγε από μόνος του πίσω τους και αρνήθηκε κατηγορηματικά να ξαναγυρίσει στο σπίτι. Για εκείνον, όλα είχαν τελειώσει
Οι συγγενείς δεν έκαναν πολλές σκέψειςαπλώς άφησαν το κουτί με τα γατάκια στο δρόμο. Ο Σκύλος τους ακολούθησε σιωπηλά και έδειξε πεισματικά πως δεν ήθελε να μπει στο άδειο σπίτι. Για εκείνον, αυτό το σπίτι δεν σήμαινε τίποτα πλέον.
Ο Σκύλος, που ο παππούς τον φώναζε με τρυφερότητα, δεν ήταν καθόλου ράτσα κοργκι. Ίσως έμοιαζε από μακριά με εκείνα τα αστεία σκυλιά με τα κοντά πόδια, αλλά από κοντά ήταν ένα γνήσιο μίγμα: κόκκινη γούνα, κοντά πόδια και μια χαρούμενη ουρά που κουνιόταν πάντα όταν έβλεπε κάποιον.
Ο Σκύλος ήταν γνωστός για την κοινωνικότητά του, την ατέρμονη περιέργεια και την ασυνήθιστη καλοσύνη του. Στο πάρκο της γειτονιάς, όπου τον πήγαινε ο γέρος του, τον έλεγαν «μια μάστιγα του Θεού»και όχι άδικα. Μόλις έβγαινε από το λουρί, έτρεχε να γνωρίσει όλουςανθρώπους και σκυλιά. Το να τρέχει, να παίζει και να κάνει φίλους ήταν ο σκοπός της ζωής του.
Οι ιδιοκτήτες σκύλων, μόλις τον έβλεπαν, γύριζαν πλάτη και έφευγανήξεραν πως αλλιώς θα καθίσουν ώρες. Οι δικοί τους σκύλοι δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε αυτό το ζωηρό πλάσμα, και οι ιδιοκτήτες έπρεπε να τους φωνάζουν πίσω, με χειρονομίες, λόγια, και μερικές φορές ακόμη και με ραβδιά.
Αλλά ο Σκύλος δεν έπαιρνε την καρδιά τουδεν ήξερε καν τι σημαίνει προσβολή.
Ο γέρος του όμως συχνά λυπόταν όταν έβλεπε πώς προσπαθούσαν να διώξουν το αγαπημένο του. Μερικές φορές πήγαινε να επέμβει, αλλά ο Σκύλος φαινόταν να καταλαβαίνει: έπιανε το παντελόνι του, τον τραβούσε μακριά, και μετά έσκυβε στην αγκαλιά του, έγλειφε τα χέρια του, το πρόσωπό τουκαι όλα ξαναγίνονταν καλά.
Μια μέρα, όταν ο γέρος του αποκοιμήθηκε σε ένα παγκάκι του πάρκου, ο Σκύλος, όπως συνήθως, περιπλανήθηκε κάπου κοντά. Όταν ο γέρος ξύπνησε, είδε δίπλα του όχι μόνο τον Σκύλο, αλλά και μια γάτα. Μια κοκκινωπή, μουστακάτη παρέα καθόταν δίπλα του και τον κοίταζε επίμονα.
«Βρήκες καινούριο φίλο;» ρώτησε έκπληκτος.
Ο Σκύλος κούνησε χαρούμενα την ουρά του, έγλειψε τον γέρο, μετά τη γάτακαι κάθισε δίπλα τους. Η γάτα δεν ήταν βλάκας: πήρε τη θέση της και δέχτηκε τα φαγητά που της πρόσφερανλίγο κοτόπουλο και μερικά μπισκότα για σκύλο. Φαινόταν πως δεν ήταν ιδιαίτερα καλομαθημένη.
Όταν ο γέρος σηκώθηκε να φύγει, ο Σκύλος σταμάτη





