Οι καλύτερες ερωμένες κατά κανόνα, είναι οι γυναίκες που έχουν από καιρό θεωρηθεί δεδομένες
Ο Φώτης πίστευε με βεβαιότητα ότι, απλά, δεν στάθηκε τυχερός με τη σύζυγό του. Τη χαρακτήριζε παγωμένη. Για να πούμε την αλήθεια, παλιά ήταν μια χαρά, αλλά τώρα… Πλέον δεν υπήρχε εκείνη η σπίθα που κάποτε τον έβαζε να τρέχει σπίτι νωρίτερα, λες κι ήθελε να μπει στην ουρά στο φούρνο για λουκουμάδες.
Όχι πως όλα ήταν κακά: το σπίτι λαμπάδα, η σούπα με αυγολέμονο σταθερά στο τραπέζι, το παιδί μεγάλωσε και έφυγε για σπουδές στην Πάτρα (και «κάνει τα δικά του» εκεί, όπως λέει και η μαμά). Όλα με τον αυτόματο πιλότο, χωρίς το πάθος της εποχής εκείνης που τα μαγιό της συζύγου ήταν νοσταλγικά κόκκινα και τρελά. Η γυναίκα του, η Μαρίνα, μετακόμισε ήσυχα από τη «φαμ φατάλ» στην «γλυκούλα οικιακή ιπποποταμίτσα», κι ο Φώτης το αποδέχθηκε χωρίς βαβούρα.
Ζήλια; Εδώ και καιρό σταμάτησε να ασχολείται. Ποιον να ζηλέψει; Τις συναδέλφους στο δημόσιο; Την κυρία Μαρία στο περίπτερο; Αυτά τα 77 κιλά σταθερότητας και προσφοράς;
Μέσα σε όλα αυτά, τα παλιά κρυφά «αμαρτήματα» έγιναν σχεδόν φανερά. Εισαγωγή σε site γνωριμιών «να δω απλώς τι παίζει», μηνύματα «για ανεβασμένη αυτοεκτίμηση», βραδινά κρασιά με τους φίλους «άντε, κι οι άντρες άνθρωποι είναι, χρειάζονται socializing».
Η Μαρίνα δυο φορές το πήρε χαμπάρι, κάτι ψιλοκατάλαβε, λίγο γκρίνιαξε και μετά μουγκάθηκε. Ο Φώτης θεώρησε ότι «πήρε το μήνυμα» και παραδόθηκε ήσυχα λες και μπήκε στο τσάμπιονς λιγκ των συζύγων που υπομένουν.
Μεγάλη λοιπόν χαρά, όταν άνοιξε η ευκαιρία να ζήσει σαν «ελεύθερος άνθρωπος»! Η Μαρίνα έπρεπε να ταξιδέψει για δουλειά. Ο Φώτης πανηγύρισε: επιτέλους θα χαλαρώσει, πραγματικά. Προγραμμάτισε συζητήσεις, γνωριμίες, καφεδάκια ίσως και όχι μόνο καφεδάκια. Η ζωή αποκτούσε νέα χρώματα, φαντασία και φρέσκο άρωμα espresso.
Η πραγματικότητα, βέβαια, ήταν πιο μίζερη απ όσο περίμενε. Έστειλε πάνω από 100 μηνύματα σε site γνωριμιών, πήρε 10 απαντήσεις, άνοιξε κουβέντα με 4. Μία μόλις ξεκίνησε να μιλάει για bitcoin και εγγυημένη επιτυχία, άλλη ήταν σίγουρα bot, οι δύο απλά εξαφανίστηκαν στο πρώτο «καλησπέρα». Εκείνος συνειδητοποίησε, με κάποια έκπληξη, ότι ο ελεύθερος, σχεδόν χωρισμένος άντρας με δικό του διαμέρισμα και μισθό 1600 ευρώ δεν είναι ακριβώς το απωθημένο των γυναικών, όπως νόμιζε.
Ένα βράδυ, καθώς προσπαθούσε να «καθαρίσει» το ιστορικό του browser από τα ίχνη της ψηφιακής του αλητείας, έπεσε πάνω σε κάτι περίεργο σχετικά με το ταξίδι της Μαρίνας. Όσο περισσότερο ερευνούσε, τόσο χειρότερα ένιωθε.
Το ταξίδι υπήρχε, ναι. Ένα μικρό twist όμως: μαζί με τη Μαρίνα ταξίδευε ένας νεαρός συνάδελφος – και εραστής, 27 ετών. Και μάλιστα ως guests των εξόδων της: εισιτήρια, ξενοδοχείο, εστιατόριο όλα πληρωμένα από τη «ήσυχη, βαρετή και παγωμένη» σύζυγο.
Ο Φώτης αρχικά δεν πίστεψε. Μετά πίστεψε και εξαγριώθηκε. Αποδείχτηκε πως, ενώ εκείνος σερφάριζε βαριεστημένος για ένα φλερτ, η «γλυκούλα οικιακή ιπποποταμίτσα» ζούσε μια ζωηρή ζωή, γεμάτη απ εκείνα τα τρελά που αυτός μόνο ονειρευόταν.
Έγινε χαμός, με φωνές, κλάματα και αναλύσεις που στη Φιλοσοφική Σχολή θα ζήλευαν. Οι άντρες στα σχόλια θα έλεγαν να στείλεις τέτοιες γυναίκες «στο ψυγείο». Ούτε στο ψυγείο ούτε στον φούρνο. Κάνανε το χαμό, τα είπαν, ξαναβρήκαν τα διαμερίσματα τους, και κάπως ως μαγικό, ανακαλύφθηκε πως τελικά μαζί είναι πιο βολικά από το καθένας μόνος του.
Ο Φώτης, παρεμπιπτόντως, κοίταξε ξαφνικά τη Μαρίνα αλλιώς. Όχι σαν τη σύνθεση του σαλονιού, αλλά σαν γυναίκα που έχει όνειρα, επιθυμίες και το σημαντικότερο μπορεί να γίνει επιθυμητή (απλά όχι απαραίτητα γι αυτόν).
Συνταγές για ευτυχισμένο γάμο δεν θα δώσω. Τέτοια πειράματα, συνήθως, φέρνουν διαζύγια, δάκρυα και νεύρα. Όμως αυτή η ιστορία μου αρέσει γιατί δείχνει κάτι απλό: οι λεγόμενες «παγωμένες γυναίκες» είναι απλά κουρασμένες. Από τη ρουτίνα, την αδιαφορία και το να μην τις βλέπεις πια σαν γυναίκες.
Και μερικές φορές αρκεί κάτι μικρό για να αποκαλυφθεί πως στο σπίτι δεν μένει ιπποποταμίτσα, αλλά μια δυναμική, ζωντανή, παθιασμένη γυναίκα απλά κάπου αλλού βρήκε να την καταλάβουν!





