Οδηγούσα στη χιονισμένη Εθνική οδό έξω από το δάσος όταν ξαφνικά μια αγέλη λύκων έκλεισε το δρόμο μου, ένας πήδηξε πάνω στο καπό του αυτοκινήτου μου∙ κι εκεί που ήμουν σίγουρη πως δεν θα επιβιώσω, συνέβη κάτι απολύτως απρόσμενο…

Άκου λοιπόν τι μου έτυχεκι ακόμα το θυμάμαι, σαν να το ζω ξανά κάθε φορά που το διηγούμαι. Ήταν τέλη Γενάρη, χειμωνιάτικο τοπίο, για πού αλλού εκτός από την Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας κινιόμουν, λίγο μετά τις Θερμοπύλες. Εγώ, η Δανάη Παπαγιάννη, μόνη στο αμάξι μου, χαζοάκουγα ραδιόφωνο και σκεφτόμουν τις δουλειές της εβδομάδαςέλα μωρέ, ξέρεις, κλασικά πράγματα.

Γύρω μου, το δάσος φούντωνε βαρύ, παντού σκιά από έλατα και πλατάνια, χιόνι στρωμένο Δρόμος άδειοςο μισός κόσμος σπίτι απ το κρύο. Είχα χαλαρώσει λίγο παραπάνω, μέχρι που, ξαφνικά, βλέπω μπροστά μου ένας οδηγός με Toyota τραβάει φρένο απότομα.

Βουτάω το φρένο κι εγώ, καρφώνεται η καρδιά στο διάφραγμα και νιώθω πως με έσωσε το θαύμαευτυχώς δεν τον τράκαρα.

«Μα τι στο καλό…», μου ξεφεύγει, και ψάχνω να δω τι τρέχει.

Και ξάφνουμεσ τα φώτα των αμαξιών, ξεπροβάλλει μπροστά μας ένα κοπάδι λύκοι! Κανονικά, ολόκληρη αγέληδε μιλάμε για ένα-δύο τυχαίους. Βγαίνουν αργά από το δάσος, τελείως άνετοιλες και ήξεραν πως δεν έχουμε πουθενά να πάμε.

Οι λύκοι στέκονται πάνω στη χιονισμένη άσφαλτογοητευτικοί, επιβλητικοί, μάτια που γυάλιζαν μες στα φώτα. Ο ένας, ο πιο μεγαλόσωμος, έρχεται και στέκεται απέναντί μου, με κοιτάει κατάματα Κοκαλώνω και του επιστρέφω το βλέμμα λες και ήταν άνθρωποςένιωσα να με βλέπει μέχρι τον πυρήνα μου.

Κοντοζυγώνω να κάνω όπισθεν κι από τον καθρέφτη βλέπω δυστυχώς τα πράγματα χειρότερα: λύκοι πίσω μου, πλάι μου, μέσα στα δέντραπαντού. Ήμουν περικυκλωμένη.

Τα χέρια μου έτρεμαν, κρατούσα το τιμόνι τόσο σφιχτά που άσπρισαν τα δάχτυλά μου, κι εκείνη τη στιγμή, ο «δικός μας» λύκος ορμάει! Πηδάει πάνω στο καπό με θόρυβο, νύχια χαράζουν τη λαμαρίνα, η μουσούδα του κολλάει στο παρμπρίζκαι βγάζει κάτι βαθιά, τρομαχτικά γρυλίσματα που νόμιζες θα σου παγώσουν το αίμα.

Ούρλιαξαδε ντρέπομαι να το πω!

Στο μυαλό μου παίχτηκε η φράση: «Αυτό ήταν, τέλος»ήμουν σίγουρη, δεν τη γλιτώνω.

Κι εκεί που νομίζω πως το παρμπρίζ θα σπάσει, γίνεται κάτι εντελώς απρόσμενοκάτι που δε φαντάζεσαι.

Ακούγεται από το δάσος ένας άλλος ήχος, βαθύς, επιβλητικόςόχι κραυγή, ούτε λυγμός, κάτι σαν κραταιός κάλεσμα. Τον ένιωσα σαν να περνάει μέσα από μέταλλο και τζάμι και να με χτυπάει στην καρδιά.

Ο λύκος στο καπό σταματάει απότομα, αφουγκράζεται, γυρνάει κεφάλι στο δάσος. Εκεί, βγαίνει αργά ο αρχηγός της αγέληςτεράστιος, περήφανος, λες και είχε κουμάντο στα πάντα. Με ένα βλέμμα μόνο, καθαρό, βάζει τάξη.

Η αγέλη σταματάει τα πάντα. Ο λύκος πηδάει στο χιόνι αθόρυβα, οι άλλοι ανοίγουν δρόμο και ο αρχηγός, με μια βαριά φωνή, λες και τους είπε: «Φύγατε. Οι άνθρωποι δεν είναι θήραμα, τα αυτοκίνητα δεν είναι εχθρός».

Οι λύκοι, πειθαρχίακανένα άλλο σχόλιο. Ξεκινάνε να μπαίνουν πάλι στο δάσος. Τελευταίος φεύγει ο αρχηγός. Αλλά πριν χαθεί, με κοιτάει βαθιά στα μάτιακαι δεν είχε τίποτα άγριο η ματιά του. Μόνο γαλήνη, ψυχραιμία κι ένα ανεξήγητο βάθος.

Και τότε έμεινα ολομόναχη στην άσφαλτο, ησυχία παντού μετά το χάος. Έτρεμαέλεγα από μέσα μου, αν δεν υπήρχε ο αρχηγός, ποιος ξέρει πώς θα τέλειωνε αυτή η ιστορία.

Ακόμα και τώρα που το σκέφτομαι, συγκλονίζομαιήταν λες και βρέθηκα στην καρδιά της φύσης, κι εκείνη απλά με λυπήθηκε.

Oceń artykuł
Οδηγούσα στη χιονισμένη Εθνική οδό έξω από το δάσος όταν ξαφνικά μια αγέλη λύκων έκλεισε το δρόμο μου, ένας πήδηξε πάνω στο καπό του αυτοκινήτου μου∙ κι εκεί που ήμουν σίγουρη πως δεν θα επιβιώσω, συνέβη κάτι απολύτως απρόσμενο…