– Ξέρω για τις απιστίες σου, – είπε η σύζυγος. Ο Βίκτωρας πάγωσε. Όχι, δεν τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Ούτε καν χλώμιασε – αν και μέσα του όλα σφίχτηκαν σε κόμπο, σαν χαρτί τσαλακωμένο πριν από το πέταγμα. Απλώς πάγωσε. Η Λαρίσσα στεκόταν στην κουζίνα, ανακατεύοντας κάτι στην κατσαρόλα. Μια συνηθισμένη σκηνή – πλάτη γυρισμένη, ποδιά με λεπτές βούλες, μυρωδιά τηγανητού κρεμμυδιού. Οικεία, σπιτική εικόνα. Μόνο που η φωνή της είχε τόνο παρουσιάστριας ειδήσεων. Ο Βίκτωρας σκέφτηκε για μία στιγμή: μήπως άκουσε λάθος; Μήπως μιλούσε για αγγουράκια – ότι ξέρει πού βρίσκεις τα καλύτερα; Ή για τον γείτονα από τον τρίτο που πουλάει το αμάξι του; Αλλά όχι. – Όλες τις απιστίες, – επανέλαβε η Λαρίσσα, χωρίς να γυρίσει. Εκεί ήταν που στ’ αλήθεια πάγωσε. Γιατί στον τόνο της δεν υπήρχε ούτε υστερία, ούτε παράπονο. Δεν υπήρχε τίποτα απ’ όσα φοβόταν ο Βίκτωρας: δάκρυα, κατηγορίες, σπασμένα πιάτα. Ήταν απλή διαπίστωση. Σα να του ανακοίνωνε ότι τέλειωσε το γάλα. Πενήντα δύο χρόνια ζούσε ο Βίκτωρας, εικοσιοκτώ απ’ αυτά δίπλα σ’ αυτή τη γυναίκα. Την ήξερε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του: που βρίσκεται η ελιά στον αριστερό της ώμο, πως μαζεύει τη μύτη της όταν δοκιμάζει τη σούπα, πως αναστενάζει τα πρωινά. Αλλά αυτή τη φωνή δεν την είχε ακούσει ποτέ. – Λαρίσσα, – κατάφερε να ψελλίσει, αλλά η φωνή του χάθηκε. Βήχει. Ξαναπροσπαθεί. – Λαρίσσα, τι εννοείς; Γύρισε. Τον κοίταξε για ώρα – ήσυχα, σχεδόν ξέπνοα, σα να τον έβλεπε πρώτη φορά. Ή μάλλον – σα να κοιτούσε παλιά, θολή φωτογραφία. – Για τη Μαρίνα, ας πούμε, – είπε. – Από το λογιστήριό σου. 2018 αν δεν κάνω λάθος. Ο Βίκτωρας ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω απ’ τα πόδια του. Όχι ως μεταφορά – στ’ αλήθεια εξαφανίστηκε το έδαφος, κι έμεινε μετέωρος. Θεέ μου. Η Μαρίνα; Ούτε πρόσωπο να θυμηθεί καλά-καλά. Κάποιο σκηνικό – στα ενδοεταιρικά, ίσως; Ή μετά; Μικρή υπόθεση. Τίποτα σοβαρό. Είχε ορκιστεί στον εαυτό του τότε: ποτέ ξανά. – Και για τη Σοφία, – συνέχισε ατάραχη η Λαρίσσα. – Αυτή που σε πλησίασε στο γυμναστήριο. Πριν δυο χρόνια ήταν. Άνοιξε το στόμα. Το ξανάκλεισε. Κι αυτή πώς το έμαθε; Η Λαρίσσα έκλεισε το μάτι της κουζίνας. Έβγαλε απαλά την ποδιά, την δίπλωσε υπομονετικά. Κάθισε στο τραπέζι. – Θες να μάθεις πώς τα έμαθα; – ρώτησε. – Ή σε νοιάζει περισσότερο γιατί σώπασα τόσο καιρό; Ο Βίκτωρας σώπασε. Όχι από απροθυμία να μιλήσει – αλλά επειδή δεν μπορούσε. – Για πρώτη φορά, – ξεκίνησε η Λαρίσσα, – το υποψιάστηκα πριν δέκα χρόνια. Άρχισες να αργείς στη δουλειά. Κυρίως Παρασκευές. Επέστρεφες κεφάτος, μ’ αυτή τη σπίθα στο βλέμμα. Μύριζες άρωμα. Χαμογέλασε – πικρά, δίχως χαρά. – Τότε είπα: ίσως ιδέα μου; Κανείς στο γραφείο να φοράει καινούργιο άρωμα; Πείθω τον εαυτό μου επί έναν μήνα. Ώσπου βρήκα απόδειξη εστιατορίου στην τσέπη του σακακιού σου. Δείπνο για δύο. Κρασί. Γλυκό. Μαζί εκεί ποτέ δεν πήγαμε. Ο Βίκτωρας προσπάθησε κάτι να ψελλίσει – να δικαιολογηθεί, να πει κάποιο ψέμα όπως συνήθως. Μάταια – τα λόγια κόλλησαν ανάμεσα στο στομάχι και το λαιμό του. – Ξέρεις τι έκανα; – τον κοίταξε στα μάτια η Λαρίσσα. – Έβαλα τα κλάματα στο μπάνιο. Μετά πλύθηκα, μαγείρεψα δείπνο. Σε υποδέχτηκα με χαμόγελο. Στην κόρη μας δεν είπα τίποτα – ήταν δεκαπέντε τότε. Εξετάσεις. Πρώτος έρωτας. Γιατί να ξέρει πως ο μπαμπάς… Διέκοψε απότομα. Τσάκισε το τραπέζι μ’ ένα χάδι, σα να έσβηνε νοητή σκόνη. – Είπα: θα το ξεπεράσω. Θα τελειώσει μόνο του. Έτσι είναι οι άντρες – κρίση μέσης ηλικίας, ορμόνες, χαζομάρες. Θα γυρίσει – δεν πειράζει. Το σημαντικό είναι να μείνει όρθια η οικογένεια. – Λαρίσσα, – κατάφερε να ξεστομίσει ο Βίκτωρας. – Μην το χαλάς, – τον διέκοψε. – Άσε με να τελειώσω. Σιώπησε. – Κι ύστερα ήρθε η δεύτερη. Τρίτη. Τέταρτη. Έχασα τον λογαριασμό. Το κινητό σου – ποτέ δεν το κλείδωνες. Έλεγες πως δεν κοιτάζω; Διάβασα μηνύματα. Τα ηλίθια SMS: «Μου λείπεις, λουλουδάκι», «Είσαι ο καλύτερος». Έβλεπα φωτογραφίες – εσύ, αγκαλιά τους, να χαμογελάς. Η φωνή της λύγισε για πρώτη φορά. Αλλά το ξεπέρασε. Πήρε βαθιά ανάσα. – Κι όλο ρωτούσα: γιατί μένω με άνθρωπο που δεν με αγαπάει; – Σε αγαπάω! – ξέσπασε ο Βίκτωρας. – Λαρίσσα, εγώ… – Όχι, – είπε σταθερά. – Δεν με αγαπάς. Σ’ αρέσει η βολή σου. Το καθαρό σπίτι. Το ζεστό φαγητό. Τα σιδερωμένα πουκάμισα. Μια γυναίκα που δεν ρωτάει πολλά. Σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο. Στάθηκε κοιτώντας το σκοτάδι. – Ξέρεις πότε το πήρα απόφαση; – ρώτησε χωρίς να γυρίσει. – Πριν ένα μήνα. Η κόρη μας ήρθε για Σαββατοκύριακο. Πίναμε τσάι στην κουζίνα. Μου λέει: «Μαμά, έχεις γίνει παράξενη. Ήσυχη. Σαν να μην είσαι πια εσύ». Και τότε σκέφτηκα: Θεέ μου, έχει δίκιο. Πραγματικά δεν είμαι εγώ. Εδώ και δέκα χρόνια δεν ζω για μένα. Ο Βίκτωρας κοιτούσε την καμπυλωμένη πλάτη της – και κατάλαβε ξαφνικά: τη χάνει. Όχι «ίσως τη χάσω» – τη χάνει ΤΩΡΑ. – Δεν θέλω διαζύγιο, – είπε βραχνά. – Λαρίσσα, σε παρακαλώ. – Εγώ θέλω, – απάντησε απλά. – Έχω ήδη καταθέσει τα χαρτιά. Σε ένα μήνα είναι το δικαστήριο. – Αλλά γιατί τώρα; – ξέσπασε ο Βίκτωρας. – Γιατί ακριβώς τώρα; Η Λαρίσσα γύρισε. Τον κοίταξε – επίμονα και για πολύ. Κι ύστερα χαμογέλασε. Λυπημένα. – Γιατί κατάλαβα: ποτέ δεν με πρόδωσες, Βίκτωρα. Για να προδώσεις, πρέπει να με νοιάζεσαι. Εγώ για σένα ήμουν απλώς δεδομένη. Πάντα. Όπως ο αέρας. Και αυτό ήταν η αλήθεια. Ο Βίκτωρας κάθισε στον καναπέ – καμπουριασμένος, ξαφνικά γηρασμένος κατά δέκα χρόνια. Η Λαρίσσα στεκόταν στην πόρτα του χολ. Ανάμεσά τους – εικοσιοκτώ χρόνια γάμου, μια κοινή κόρη, το διαμέρισμα που τους ήξερε και τους δύο σε κάθε γωνιά. Και μια άβυσσος ανυπέρβλητη. – Το καταλαβαίνεις, – είπε σιγανά, – ότι χωρίς εσένα θα χαθώ. – Δε θα χαθείς, θα ζήσεις, – τον διέκοψε. – Κάπως. – Όχι! – Πετάχτηκε όρθιος, έκανε να πάει κοντά της. – Λαρίσσα, θα αλλάξω! Στο ορκίζομαι! Τελείωσαν όλα… – Βίκτωρα, – του έκοψε το βήμα με μια κίνηση του χεριού. – Δεν φταίνε αυτές. Καθόλου. – Τότε τι φταίει; Σιώπησε. Έψαχνε για λέξεις – εκείνες που χρόνια ήθελε να πει, αλλά ποτέ δεν τολμούσε. Ή δεν ήξερε πώς. Ή νόμιζε πως δεν άξιζε να ακουστεί. – Ξέρεις πώς αισθανόμουν; Κάθε φορά που μετά από μια ακόμα Μαρίνα ή Σοφία ερχόσουν δίπλα μου στο κρεβάτι – ήμουν ένα τίποτα. Ούτε που έκρυβες τίποτα – ούτε το κινητό, ούτε τα πουκάμισα με κραγιόν στο κολάρο. Θεωρούσες ότι είμαι χαζή. Τυφλή. Ο Βίκτωρας ανατρίχιασε σαν να τον χτύπησαν. – Δε θέλησα να σ’ πληγώσω. – Δε θέλησες; – Πλησίασε τόσο που οι αναπνοές τους ταυτίστηκαν. Τα μάτια της έλαμπαν – όχι από δάκρυα. Από οργή. Συγκρατημένη, ετών οργή που μόλις απελευθερώθηκε. – Απλώς ποτέ δεν σκέφτηκες ΕΜΕΝΑ. Όταν φιλούσες άλλη, τι σκεφτόσουν; «Η γυναίκα μου δεν θα το μάθει»; Ή «Ποια σημασία έχει»; Σιωπή. Γιατί η αλήθεια ήταν πολύ τρομακτική. ΠΟΤΕ δεν σκέφτηκε εκείνη. Η Λαρίσσα υπήρχε στη ζωή του ως δεδομένο. Ήταν σίγουρος πως θα είναι πάντα εκεί. – Επέστρεφες μετά τις απιστίες σου – και ήσουν μια χαρά. Γιατί στον κόσμο σου τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η γυναίκα στη θέση της. Η οικογένεια ακέραια. Όλα εντάξει. Γύρισε την πλάτη. – Μόνο που εμένα δεν με είχε ο κόσμος σου. Καθόλου. Ο Βίκτωρας έκανε βήμα. Άπλωσε το χέρι – να την αγγίξει, να την κρατήσει, να μην τη χάσει. Η Λαρίσσα έκανε στην άκρη. – Μην, – είπε κουρασμένα. – Άργησες. Της έπιασε τα χέρια. – Λαρίσσα, σε παρακαλώ! Δώσε μου μια ευκαιρία! Θα αλλάξω! Θα γίνω άλλος! Κοίταξε τα ενωμένα τους δάχτυλα. Το πρόσωπό του – παραμορφωμένο απ’ το φόβο. Και συνειδητοποίησε: πράγματι φοβάται. Μόνο που δεν φοβάται να χάσει ΕΚΕΙΝΗ. Φοβάται να μείνει ΜΟΝΟΣ. – Ξέρεις, – είπε χαμηλόφωνα, τραβώντας τα χέρια της, – κι εγώ το φοβήθηκα. Να μείνω μόνη. Χωρίς εσένα. Χωρίς οικογένεια. Ξέρεις τι κατάλαβα; Πήρε την τσάντα της από το τραπέζι. Πήρε τα κλειδιά της. – Ήδη είμαι μόνη. Για χρόνια. Δίπλα σου – αλλά μόνη. Και βγήκε από την πόρτα. Πέρασαν τρεις εβδομάδες. Ο Βίκτωρας καθόταν στο άδειο διαμέρισμα – η Λαρίσσα είχε ήδη πάει στης κόρης μετά από εκείνη τη συζήτηση – και ξεφύλλιζε το κινητό του. Μαρίνα από το λογιστήριο. Σοφία από το γυμναστήριο. Άλλα δυο, τρία ονόματα στις επαφές που κάποτε κάτι σήμαιναν. Κάλεσε τη Σοφία. Το έκλεισε. Έγραψε μήνυμα στη Μαρίνα – το διάβασε, δεν απάντησε. Οι άλλες ούτε καν το άνοιξαν. Παράξενο: όταν ήταν οικογενειάρχης, ήθελαν όλες να τον βλέπουν. Τώρα, που υποτίθεται ότι είναι «ελεύθερος»… Σε κανέναν δεν λείπει. Στεκόταν σ’ αυτόν τον καναπέ, σ’ αυτό το σπίτι που έγινε ξαφνικά τεράστιο και ξένο, – και για πρώτη φορά στα πενήντα δύο του χρόνια αισθανόταν πραγματικά μόνος. Πήρε πάλι το κινητό στο χέρι. Βρήκε το όνομα «Λαρίσσα». Το κοίταζε ώρα. Τα δάχτυλά του έτρεμαν. Πληκτρολόγησε μήνυμα. Το έσβησε. Πάλι πληκτρολόγησε. Πάλι έσβησε. Τελικά έγραψε απλά: «Μπορώ να σε δω;» Η απάντηση ήρθε ύστερα από μία ώρα: «Γιατί;» Ο Βίκτωρας σκεφτόταν. Τι να πει; «Συγγνώμη»; Αργά. «Γύρνα πίσω»; Φαιδρό. «Έχω αλλάξει»; Ψέμα. Έγραψε λοιπόν καθαρά: «Θέλω να τα ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή. Μπορούμε να προσπαθήσουμε;» Οι τρεις τελείες άναψαν. Έσβησαν. Άναψαν ξανά. Και τότε ήρθε η απάντηση: «Έλα το Σάββατο. Στο σπίτι της κόρης μας. Στις δύο. Θα συζητήσουμε». Ο Βίκτωρας πήρε βαθιά ανάσα. Δεν ήξερε τι θ’ ακολουθούσε. Αν θα τον συγχωρούσε. Αν θα γύριζε ποτέ ξανά. Αν είχε ακόμη δικαίωμα για δεύτερη ευκαιρία. Κοίταξε τη βέρα στο δάχτυλό του. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσε έτοιμος να ξεκινήσει απ’ την αρχή. Αν το ήθελε και εκείνη. Έπρεπε η Λαρίσσα να κάνει τα στραβά μάτια στα παραστρατήματα του άντρα της; Ή μήπως θα έπρεπε να είχε βάλει τα πράγματα στη θέση τους και να ξεκαθαρίσει τη σχέση τους από την πρώτη του απιστία; Εσείς, τι λέτε;

Ξέρω για τις περιπέτειές σου, είπε η γυναίκα του. Ο Βασίλης πάγωσε.

Όχι, δεν πετάχτηκε. Ούτε καν χλόμιασε αν και μέσα του ένιωσε σαν να τον είχαν τσαλακώσει, όπως ένα χαρτάκι λίγο πριν το πετάξεις. Απλώς έμεινε ακίνητος.

Η Ειρήνη στεκόταν μπροστά από την κουζίνα, ανακατεύοντας κάτι σε μια κατσαρόλα. Μια συνηθισμένη εικόνα η πλάτη της προς τον άντρα, ποδιά με μικρές βούλες, μυρωδιά από τσιγαρισμένο κρεμμύδι να γεμίζει το σπίτι. Οικεία ατμόσφαιρα. Όμως η φωνή της η φωνή της ήταν απόμακρη, λες και διάβαζε δελτίο ειδήσεων.

Ο Βασίλης σκέφτηκε μήπως άκουσε λάθος; Μήπως μιλούσε για τα αγγουράκια που ξέρει που βρίσκεις καλά στην αγορά; Ή για τον γείτονα από τον τρίτο που πουλάει το αμάξι;

Μπα, όχι.

Για όλες τις περιπέτειες, επανέλαβε η Ειρήνη, χωρίς να γυρίσει.

Εκεί πάγωσε στ αλήθεια. Γιατί στον τόνο της δεν υπήρχε ούτε φωνή, ούτε παράπονο. Ούτε κλάμα, ούτε καυγάς με πιάτα να πετάγονται. Μόνο μια δήλωση. Όπως θα σου έλεγε ότι τελείωσε το γάλα.

Πενήντα δύο χρόνια έχει ζήσει ο Βασίλης. Τα είκοσι οκτώ με αυτή τη γυναίκα. Την ήξερε όσο κανέναν: το σημάδι στο αριστερό ώμο, πώς κάνει μύτη όταν δοκιμάζει σούπα, πώς αναστενάζει το πρωί. Αλλά αυτόν τον τόνο πρώτη φορά τον άκουγε.

Ειρήνη, ξεκίνησε, αλλά η φωνή του έσπασε.

Έβηξε. Ξαναπροσπάθησε.

Ειρήνη, τι εννοείς;

Γύρισε. Τον κοίταξε ήσυχα, όπως κοιτάς μια παλιά φωτογραφία που έχει ξεθωριάσει.

Για τη Μαργαρίτα, π.χ., είπε. Από το λογιστήριο. Το 18, αν δεν κάνω λάθος.

Ο Βασίλης κατάλαβε ότι του κόπηκαν τα πόδια. Δεν είναι τρόπος του λέγειν πραγματικά ένιωσε να αιωρείται.

Θεέ μου η Μαργαρίτα;

Πρόσωπο δεν θυμόταν καλά ίσως ήταν εκείνη στο εταιρικό πάρτι ή μετά; Μικρή ιστορία. Τίποτα σοβαρό, είχε ορκιστεί στον εαυτό του να μην ξαναμπλέξει.

Και για την Σοφία, συνέχισε η Ειρήνη ατάραχη. Εκείνη που σε πλησίασε στο γυμναστήριο. Πριν δύο χρόνια.

Άνοιξε το στόμα. Το ξανάκλεισε.

Κι αυτή; Πώς το ήξερε;

Η Ειρήνη έκλεισε το μάτι της κουζίνας. Έβγαλε την ποδιά, την δίπλωσε προσεκτικά στα δύο. Κάθισε στο τραπέζι.

Θες να μάθεις πώς τα έμαθα; ρώτησε. Ή γιατί δεν μιλούσα;

Ο Βασίλης σώπασε. Όχι επειδή δεν ήθελε να μιλήσει απλά δεν μπορούσε.

Πρώτη φορά, άρχισε η Ειρήνη, το πρόσεξα πριν δέκα χρόνια. Άρχισες να αργείς στη δουλειά. Κυρίως Παρασκευές. Ερχόσουν χαρούμενος, με σπίθες στα μάτια. Μύριζες άρωμα.

Χαμογέλασε πικρά.

Είπα: μου φάνηκε. Ίσως κάποια νέα συνάδελφος να φόραγε το άρωμα. Το έλεγα και το ξανάλεγα στον εαυτό μου ένα μήνα. Μετά βρήκα μια απόδειξη από εστιατόριο στην τσέπη του σακακιού σου. Δείπνο για δύο, κρασί, γλυκό. Εμείς οι δυο δεν είχαμε πάει ποτέ εκεί.

Ο Βασίλης προσπάθησε να βρει κάτι να πει να δικαιολογηθεί, να πει ένα ψέμα όπως πάντα. Αλλά οι λέξεις είχαν κολλήσει κάπου ανάμεσα στο στομάχι και το λαιμό του.

Ξέρεις τι έκανα; Η Ειρήνη τον κοίταξε στα μάτια. Έκλαψα στο μπάνιο. Μετά έπλυνα το πρόσωπό μου. Μαγείρεψα φαγητό. Σε υποδέχτηκα με χαμόγελο. Στην κόρη μας δεν είπα τίποτα ήταν τότε δεκαπέντε. Είχε πανελλήνιες, πρώτη αγάπη. Για ποιο λόγο να μάθει ότι ο μπαμπάς

Σταμάτησε. Πέρασε το χέρι στο τραπέζι, σαν να σκούπιζε αόρατη σκόνη.

Είπα: θα το αντέξω. Θα περάσει. Άντρες είναι, κρίση μέσης ηλικίας, χαζομάρες. Θα γυρίσει δεν πειράζει. Σημασία έχει να μείνουμε οικογένεια.

Ειρήνη ψέλλισε ο Βασίλης.

Μη με διακόπτεις, τον έκοψε. Άσε με να τελειώσω.

Σώπασε.

Και μετά ήρθε η δεύτερη. Η τρίτη. Η τέταρτη. Έχασα τον λογαριασμό. Το κινητό σου πάντα ξεκλείδωτο. Πίστευες ότι δεν το κοιτούσα; Διάβαζα τα μηνύματα. Αυτά τα χαζά: „Μου λείπεις καλλονή μου”, „Είσαι ο καλύτερος”. Φωτογραφίες, αγκαλιές, χαμόγελα. Η φωνή της έσπασε πρώτη φορά σε όλη τη συζήτηση. Αλλά το μάζεψε. Πήρε βαθιά ανάσα.

Και συνέχεια αναρωτιόμουν: γιατί να το κάνω αυτό στον εαυτό μου; Γιατί να ζω με κάποιον που δε μ αγαπάει;

Σε αγαπάω! ξέσπασε ο Βασίλης. Ειρήνη, εγώ

Όχι, είπε ήρεμα εκείνη. Δεν αγαπάς. Αγαπάς τη βολή. Το καθαρό σπίτι. Το ζεστό φαγητό. Τα σιδερωμένα πουκάμισα. Τη γυναίκα που δε ρωτάει πολλά.

Σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο. Στάθηκε κοιτώντας το σκοτάδι.

Ξέρεις πότε το πήρα απόφαση; ρώτησε χωρίς να γυρίσει. Πριν ένα μήνα. Ήρθε η κόρη για Σαββατοκύριακο. Καθόμασταν στην κουζίνα με ένα τσάι. Και μου λέει: „Μαμά, έχεις αλλάξει. Είσαι σαν να μη ζεις τον εαυτό σου”. Και τότε σκέφτηκα: έχει δίκιο. Πραγματικά, δεν ζω για μένα εδώ και δέκα χρόνια.

Ο Βασίλης κοιτούσε την πλάτη της όρθια, τεντωμένη και ξαφνικά κατάλαβε: τη χάνει. Όχι «μπορεί να τη χάσει» τη χάνει. Τώρα.

Δε θέλω διαζύγιο, ψιθύρισε. Ειρήνη, σε παρακαλώ.

Εγώ όμως θέλω, απάντησε απλά. Τα χαρτιά τα έδωσα ήδη. Σε ένα μήνα έχουμε δικαστήριο.

Γιατί τώρα; φώναξε ο Βασίλης. Γιατί τώρα;

Η Ειρήνη γύρισε. Τον κοίταξε επίμονα, για ώρα. Και χαμογέλασε λυπημένα.

Γιατί κατάλαβα: ποτέ δεν με πρόδωσες, Βασίλη. Για να προδοθείς, πρέπει να είσαι κάτι σημαντικό για τον άλλον. Εγώ για σένα ήμουν απλά δεδομένο. Σαν τον αέρα.

Και ήταν αλήθεια.

Ο Βασίλης κάθισε στον καναπέ καμπουριασμένος, μέσα σε λίγα λεπτά δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Η Ειρήνη στεκόταν στην πόρτα του διαδρόμου. Ανάμεσά τους είκοσι οκτώ χρόνια γάμου, μια κόρη, ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη που κάθε γωνιά είχε μια ανάμνηση. Και ένα χάσμα. Τεράστιο.

Ξέρεις ότι χωρίς εσένα θα χαθώ, είπε χαμηλόφωνα.

Θα τα καταφέρεις, απάντησε κοφτά. Όπως όλοι.

Όχι! Πετάχτηκε, πήγε κοντά της. Ειρήνη, θ αλλάξω! Σ το ορκίζομαι! Δεν θα ξανα

Βασίλη, σήκωσε το χέρι εκείνη, τον σταμάτησε. Δεν είναι για αυτές.

Και για τι τότε;

Σώπασε. Έψαχνε τις λέξεις εκείνες που ήθελε πάντα να πει αλλά δεν τολμούσε. Ή δεν πίστευε ότι τις άξιζε κανένας να τις ακούσει.

Ξέρεις πώς ένιωθα κάθε φορά που γύριζες μετά από κάποια Μαργαρίτα ή Σοφία; Έπεφτα στο κρεβάτι δίπλα σου και ένιωθα ανύπαρκτη. Ούτε καν έκρυβες τίποτα! Το κινητό έξω, τα πουκάμισα με κραγιόν στη μπουγάδα. Νομίζες ότι ήμουν αφελής. Τυφλή.

Ο Βασίλης παραπάτησε σα να τον χτύπησε κάτι.

Δεν το ήθελα

Δεν το ήθελες; Πλησίασε κοντά του. Τα μάτια της έλαμπαν όχι από δάκρυα, από θυμό, έναν θυμό χρόνων. Απλώς δεν σκεφτόσουν καν εμένα. Τι σκεφτόσουν όταν φιλούσες κάποια άλλη; „Η γυναίκα μου δεν θα μάθει”; Ή „ποια η διαφορά;”

Σώπασε.

Γιατί η αλήθεια ήταν χειρότερη.

Πραγματικά, δεν την σκεφτόταν. Η Ειρήνη ήταν απλώς εκεί. Πίστευε ότι ποτέ δεν θα φύγει. Θα ήταν πάντα.

Ερχόσουν σπίτι μετά τις περιπέτειές σου κι ένιωθες φυσιολογικά. Γιατί τίποτα δεν άλλαζε στον δικό σου κόσμο. Η γυναίκα στο σπίτι, η οικογένεια εντάξει, όλα καλά.

Γύρισε πλάτη του.

Εμένα δεν υπήρξα μέσα σε εκείνον τον κόσμο σου. Καθόλου.

Ο Βασίλης έκανε ένα βήμα. Ήθελε να την αγγίξει, να την αγκαλιάσει.

Η Ειρήνη αποτραβήχτηκε.

Μην το κάνεις, είπε κουρασμένη. Είναι αργά.

Της έπιασε τα χέρια.

Σε παρακαλώ! Δώσε μου μια ευκαιρία! Θα γίνω άλλος άνθρωπος!

Κοίταξε τα χέρια τους, το πρόσωπό του μπερδεμένο, γεμάτο φόβο. Και τότε κατάλαβε: φοβάται στ αλήθεια. Όχι να τη χάσει.

Φοβάται να μείνει μόνος.

Ξέρεις κάτι; ψιθύρισε, τραβώντας τα χέρια της, κι εγώ φοβόμουν. Μη μείνω μόνη. Χωρίς εσένα, χωρίς οικογένεια. Αλλά ξέρεις τι κατάλαβα;

Πήρε τη τσάντα κι ένα ζευγάρι κλειδιά από το τραπέζι.

Ήμουν ήδη μόνη. Για χρόνια. Δίπλα σου, αλλά μόνη.

Και βγήκε.

Πέρασαν τρεις εβδομάδες.

Ο Βασίλης κάθισε σε ένα διαμέρισμα γεμάτο σιωπή η Ειρήνη είχε φύγει στην κόρη τους αμέσως μετά. Έπιασε το κινητό. Η Μαργαρίτα από το λογιστήριο. Η Σοφία από το γυμναστήριο. Άλλα δυο τρία ονόματα που κάποτε κάτι σήμαιναν.

Πήρε τηλέφωνο τη Σοφία.

Το έκλεισε.

Έστειλε μήνυμα στη Μαργαρίτα το διάβασε, δεν απάντησε.

Οι άλλες, ούτε καν διάβασαν.

Περίεργο: όσο ήταν „παντρεμένος”, όλες ήθελαν να τον βλέπουν. Τώρα που είναι ελεύθερος…

Δεν νοιάζεται καμία.

Κάθισε εκεί στον καναπέ, σε ένα σπίτι που ξαφνικά έμοιαζε αχανές και ξένο, και για πρώτη φορά στα πενήντα δύο του ένιωσε πραγματική μοναξιά.

Πήρε ξανά το κινητό. Βρήκε την „Ειρήνη”. Κοίταξε πολλή ώρα το όνομα στην οθόνη. Τα δάχτυλα έτρεμαν.

Έγραψε μήνυμα. Το έσβησε. Ξανάγραψε. Ξανάσβησε.

Τελικά έστειλε: «Μπορώ να σε δω;»

Η απάντηση ήρθε μετά από μία ώρα: «Γιατί;»

Ο Βασίλης σκέφτηκε. Τι να πει; «Συγγνώμη»; Αργά. «Γύρνα»; Άσκοπο. «Έχω αλλάξει»; Ψέματα.

Έγραψε την αλήθεια:

«Θέλω να ξαναρχίσουμε. Μπορούμε να δοκιμάσουμε;»

Τρεις τελείες άρχισαν να αναβοσβήνουν. Εξαφανίστηκαν. Επανεμφανίστηκαν.

Ώσπου να έρθει η απάντηση:

«Έλα το Σάββατο. Στην κόρη μας. Στις δύο. Να μιλήσουμε.»

Ο Βασίλης αναστέναξε.

Δεν ήξερε τι θα γίνει. Θα τον συγχωρέσει; Θα γυρίσει; Δικαιούται άραγε δεύτερη ευκαιρία;

Κοίταξε τη βέρα του.

Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσε έτοιμος να αρχίσει από την αρχή.

Αν του το επέτρεπε.

Άξιζε άραγε να κάνει η Ειρήνη ότι δεν βλέπει τις απιστίες; Μήπως έπρεπε να κάνει χαμό απ την πρώτη φορά; Εσύ τι λες;Το Σάββατο, στης κόρης τους, το τραπέζι στρωμένο πρόχειρα με δυο φλυτζάνια τσάι και το παράθυρο ανοιχτό στο φως, ο Βασίλης έφτασε νωρίς. Η Ειρήνη, ήσυχη, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από κείνη τη βραδιά, του έβαλε τσάι. Δεν μίλησαν πολύ στην αρχήη κόρη τους έφερε νερό, ύστερα βγήκε σιγά στο μπαλκόνι, αφήνοντάς τους μόνους.

Ο Βασίλης δίστασε, παλεύοντας με τις λέξεις του, εκείνες που πάντα έμειναν στο λαιμό. «Ξέρω πως δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν», είπε σιγανά. «Μα θέλω, τουλάχιστον, να προσπαθήσω να καταλάβω. Να είμαι παρόν, αυτή τη φορά. Ακόμη κι αν δε με αγαπάς άλλο.»

Η Ειρήνη κοίταξε έξω, στα φώτα της πόλης. «Δεν είναι θέμα να ξαναγαπήσουμε απ την αρχή, Βασίλη. Είναι θέμα να βρεις πρώτα ποιος είσαι χωρίς εμένα. Μονάχος. Μόνο τότε ίσως δούμε αν κάτι αξίζει να σωθεί.»

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, η ανάσα τους να γεμίζει το μικρό διαμέρισμα. Στο βλέμμα της υπήρχε μια ζεστασιά που χρόνια είχε σβήσει, μα κι ένας νέος άνθρωπος, πιο δυνατός. Δεν του υποσχέθηκε επιστροφή ούτε συγχώρεσημόνο μία συνάντηση, γυμνή από δεδομένα, μετά από τόσα χρόνια.

Ο Βασίλης χαμογέλασε αμυδρά. Ίσως να ήταν η αρχή που του χρειαζόταν. Όχι για να επιστρέψει στα παλιά, μα να περπατήσει ένα καινούριο μονοπάτιμόνος του πρώτα, και ίσως κάποτε, πλάι της. Αυτή τη φορά, βλέποντας στ αλήθεια.

Έφυγε κλείνοντας αργά την πόρτα, με ένα αίσθημα βαριάς ήττας και ελπίδας σε ίση δόση. Και, ενώ περπατούσε προς το ασανσέρ, για πρώτη φορά αναρωτήθηκε πώς είναι ο κόσμος όταν πατάς σταθερά στα δικά σου πόδιακι όχι στις πλάτες εκείνων που θεωρούσες δεδομένους.

Έξω, το φως της μέρας του φάνηκε πιο αληθινό από ποτέ.

Oceń artykuł
– Ξέρω για τις απιστίες σου, – είπε η σύζυγος. Ο Βίκτωρας πάγωσε. Όχι, δεν τινάχτηκε ξαφνιασμένος. Ούτε καν χλώμιασε – αν και μέσα του όλα σφίχτηκαν σε κόμπο, σαν χαρτί τσαλακωμένο πριν από το πέταγμα. Απλώς πάγωσε. Η Λαρίσσα στεκόταν στην κουζίνα, ανακατεύοντας κάτι στην κατσαρόλα. Μια συνηθισμένη σκηνή – πλάτη γυρισμένη, ποδιά με λεπτές βούλες, μυρωδιά τηγανητού κρεμμυδιού. Οικεία, σπιτική εικόνα. Μόνο που η φωνή της είχε τόνο παρουσιάστριας ειδήσεων. Ο Βίκτωρας σκέφτηκε για μία στιγμή: μήπως άκουσε λάθος; Μήπως μιλούσε για αγγουράκια – ότι ξέρει πού βρίσκεις τα καλύτερα; Ή για τον γείτονα από τον τρίτο που πουλάει το αμάξι του; Αλλά όχι. – Όλες τις απιστίες, – επανέλαβε η Λαρίσσα, χωρίς να γυρίσει. Εκεί ήταν που στ’ αλήθεια πάγωσε. Γιατί στον τόνο της δεν υπήρχε ούτε υστερία, ούτε παράπονο. Δεν υπήρχε τίποτα απ’ όσα φοβόταν ο Βίκτωρας: δάκρυα, κατηγορίες, σπασμένα πιάτα. Ήταν απλή διαπίστωση. Σα να του ανακοίνωνε ότι τέλειωσε το γάλα. Πενήντα δύο χρόνια ζούσε ο Βίκτωρας, εικοσιοκτώ απ’ αυτά δίπλα σ’ αυτή τη γυναίκα. Την ήξερε καλύτερα κι απ’ τον εαυτό του: που βρίσκεται η ελιά στον αριστερό της ώμο, πως μαζεύει τη μύτη της όταν δοκιμάζει τη σούπα, πως αναστενάζει τα πρωινά. Αλλά αυτή τη φωνή δεν την είχε ακούσει ποτέ. – Λαρίσσα, – κατάφερε να ψελλίσει, αλλά η φωνή του χάθηκε. Βήχει. Ξαναπροσπαθεί. – Λαρίσσα, τι εννοείς; Γύρισε. Τον κοίταξε για ώρα – ήσυχα, σχεδόν ξέπνοα, σα να τον έβλεπε πρώτη φορά. Ή μάλλον – σα να κοιτούσε παλιά, θολή φωτογραφία. – Για τη Μαρίνα, ας πούμε, – είπε. – Από το λογιστήριό σου. 2018 αν δεν κάνω λάθος. Ο Βίκτωρας ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω απ’ τα πόδια του. Όχι ως μεταφορά – στ’ αλήθεια εξαφανίστηκε το έδαφος, κι έμεινε μετέωρος. Θεέ μου. Η Μαρίνα; Ούτε πρόσωπο να θυμηθεί καλά-καλά. Κάποιο σκηνικό – στα ενδοεταιρικά, ίσως; Ή μετά; Μικρή υπόθεση. Τίποτα σοβαρό. Είχε ορκιστεί στον εαυτό του τότε: ποτέ ξανά. – Και για τη Σοφία, – συνέχισε ατάραχη η Λαρίσσα. – Αυτή που σε πλησίασε στο γυμναστήριο. Πριν δυο χρόνια ήταν. Άνοιξε το στόμα. Το ξανάκλεισε. Κι αυτή πώς το έμαθε; Η Λαρίσσα έκλεισε το μάτι της κουζίνας. Έβγαλε απαλά την ποδιά, την δίπλωσε υπομονετικά. Κάθισε στο τραπέζι. – Θες να μάθεις πώς τα έμαθα; – ρώτησε. – Ή σε νοιάζει περισσότερο γιατί σώπασα τόσο καιρό; Ο Βίκτωρας σώπασε. Όχι από απροθυμία να μιλήσει – αλλά επειδή δεν μπορούσε. – Για πρώτη φορά, – ξεκίνησε η Λαρίσσα, – το υποψιάστηκα πριν δέκα χρόνια. Άρχισες να αργείς στη δουλειά. Κυρίως Παρασκευές. Επέστρεφες κεφάτος, μ’ αυτή τη σπίθα στο βλέμμα. Μύριζες άρωμα. Χαμογέλασε – πικρά, δίχως χαρά. – Τότε είπα: ίσως ιδέα μου; Κανείς στο γραφείο να φοράει καινούργιο άρωμα; Πείθω τον εαυτό μου επί έναν μήνα. Ώσπου βρήκα απόδειξη εστιατορίου στην τσέπη του σακακιού σου. Δείπνο για δύο. Κρασί. Γλυκό. Μαζί εκεί ποτέ δεν πήγαμε. Ο Βίκτωρας προσπάθησε κάτι να ψελλίσει – να δικαιολογηθεί, να πει κάποιο ψέμα όπως συνήθως. Μάταια – τα λόγια κόλλησαν ανάμεσα στο στομάχι και το λαιμό του. – Ξέρεις τι έκανα; – τον κοίταξε στα μάτια η Λαρίσσα. – Έβαλα τα κλάματα στο μπάνιο. Μετά πλύθηκα, μαγείρεψα δείπνο. Σε υποδέχτηκα με χαμόγελο. Στην κόρη μας δεν είπα τίποτα – ήταν δεκαπέντε τότε. Εξετάσεις. Πρώτος έρωτας. Γιατί να ξέρει πως ο μπαμπάς… Διέκοψε απότομα. Τσάκισε το τραπέζι μ’ ένα χάδι, σα να έσβηνε νοητή σκόνη. – Είπα: θα το ξεπεράσω. Θα τελειώσει μόνο του. Έτσι είναι οι άντρες – κρίση μέσης ηλικίας, ορμόνες, χαζομάρες. Θα γυρίσει – δεν πειράζει. Το σημαντικό είναι να μείνει όρθια η οικογένεια. – Λαρίσσα, – κατάφερε να ξεστομίσει ο Βίκτωρας. – Μην το χαλάς, – τον διέκοψε. – Άσε με να τελειώσω. Σιώπησε. – Κι ύστερα ήρθε η δεύτερη. Τρίτη. Τέταρτη. Έχασα τον λογαριασμό. Το κινητό σου – ποτέ δεν το κλείδωνες. Έλεγες πως δεν κοιτάζω; Διάβασα μηνύματα. Τα ηλίθια SMS: «Μου λείπεις, λουλουδάκι», «Είσαι ο καλύτερος». Έβλεπα φωτογραφίες – εσύ, αγκαλιά τους, να χαμογελάς. Η φωνή της λύγισε για πρώτη φορά. Αλλά το ξεπέρασε. Πήρε βαθιά ανάσα. – Κι όλο ρωτούσα: γιατί μένω με άνθρωπο που δεν με αγαπάει; – Σε αγαπάω! – ξέσπασε ο Βίκτωρας. – Λαρίσσα, εγώ… – Όχι, – είπε σταθερά. – Δεν με αγαπάς. Σ’ αρέσει η βολή σου. Το καθαρό σπίτι. Το ζεστό φαγητό. Τα σιδερωμένα πουκάμισα. Μια γυναίκα που δεν ρωτάει πολλά. Σηκώθηκε. Πήγε στο παράθυρο. Στάθηκε κοιτώντας το σκοτάδι. – Ξέρεις πότε το πήρα απόφαση; – ρώτησε χωρίς να γυρίσει. – Πριν ένα μήνα. Η κόρη μας ήρθε για Σαββατοκύριακο. Πίναμε τσάι στην κουζίνα. Μου λέει: «Μαμά, έχεις γίνει παράξενη. Ήσυχη. Σαν να μην είσαι πια εσύ». Και τότε σκέφτηκα: Θεέ μου, έχει δίκιο. Πραγματικά δεν είμαι εγώ. Εδώ και δέκα χρόνια δεν ζω για μένα. Ο Βίκτωρας κοιτούσε την καμπυλωμένη πλάτη της – και κατάλαβε ξαφνικά: τη χάνει. Όχι «ίσως τη χάσω» – τη χάνει ΤΩΡΑ. – Δεν θέλω διαζύγιο, – είπε βραχνά. – Λαρίσσα, σε παρακαλώ. – Εγώ θέλω, – απάντησε απλά. – Έχω ήδη καταθέσει τα χαρτιά. Σε ένα μήνα είναι το δικαστήριο. – Αλλά γιατί τώρα; – ξέσπασε ο Βίκτωρας. – Γιατί ακριβώς τώρα; Η Λαρίσσα γύρισε. Τον κοίταξε – επίμονα και για πολύ. Κι ύστερα χαμογέλασε. Λυπημένα. – Γιατί κατάλαβα: ποτέ δεν με πρόδωσες, Βίκτωρα. Για να προδώσεις, πρέπει να με νοιάζεσαι. Εγώ για σένα ήμουν απλώς δεδομένη. Πάντα. Όπως ο αέρας. Και αυτό ήταν η αλήθεια. Ο Βίκτωρας κάθισε στον καναπέ – καμπουριασμένος, ξαφνικά γηρασμένος κατά δέκα χρόνια. Η Λαρίσσα στεκόταν στην πόρτα του χολ. Ανάμεσά τους – εικοσιοκτώ χρόνια γάμου, μια κοινή κόρη, το διαμέρισμα που τους ήξερε και τους δύο σε κάθε γωνιά. Και μια άβυσσος ανυπέρβλητη. – Το καταλαβαίνεις, – είπε σιγανά, – ότι χωρίς εσένα θα χαθώ. – Δε θα χαθείς, θα ζήσεις, – τον διέκοψε. – Κάπως. – Όχι! – Πετάχτηκε όρθιος, έκανε να πάει κοντά της. – Λαρίσσα, θα αλλάξω! Στο ορκίζομαι! Τελείωσαν όλα… – Βίκτωρα, – του έκοψε το βήμα με μια κίνηση του χεριού. – Δεν φταίνε αυτές. Καθόλου. – Τότε τι φταίει; Σιώπησε. Έψαχνε για λέξεις – εκείνες που χρόνια ήθελε να πει, αλλά ποτέ δεν τολμούσε. Ή δεν ήξερε πώς. Ή νόμιζε πως δεν άξιζε να ακουστεί. – Ξέρεις πώς αισθανόμουν; Κάθε φορά που μετά από μια ακόμα Μαρίνα ή Σοφία ερχόσουν δίπλα μου στο κρεβάτι – ήμουν ένα τίποτα. Ούτε που έκρυβες τίποτα – ούτε το κινητό, ούτε τα πουκάμισα με κραγιόν στο κολάρο. Θεωρούσες ότι είμαι χαζή. Τυφλή. Ο Βίκτωρας ανατρίχιασε σαν να τον χτύπησαν. – Δε θέλησα να σ’ πληγώσω. – Δε θέλησες; – Πλησίασε τόσο που οι αναπνοές τους ταυτίστηκαν. Τα μάτια της έλαμπαν – όχι από δάκρυα. Από οργή. Συγκρατημένη, ετών οργή που μόλις απελευθερώθηκε. – Απλώς ποτέ δεν σκέφτηκες ΕΜΕΝΑ. Όταν φιλούσες άλλη, τι σκεφτόσουν; «Η γυναίκα μου δεν θα το μάθει»; Ή «Ποια σημασία έχει»; Σιωπή. Γιατί η αλήθεια ήταν πολύ τρομακτική. ΠΟΤΕ δεν σκέφτηκε εκείνη. Η Λαρίσσα υπήρχε στη ζωή του ως δεδομένο. Ήταν σίγουρος πως θα είναι πάντα εκεί. – Επέστρεφες μετά τις απιστίες σου – και ήσουν μια χαρά. Γιατί στον κόσμο σου τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η γυναίκα στη θέση της. Η οικογένεια ακέραια. Όλα εντάξει. Γύρισε την πλάτη. – Μόνο που εμένα δεν με είχε ο κόσμος σου. Καθόλου. Ο Βίκτωρας έκανε βήμα. Άπλωσε το χέρι – να την αγγίξει, να την κρατήσει, να μην τη χάσει. Η Λαρίσσα έκανε στην άκρη. – Μην, – είπε κουρασμένα. – Άργησες. Της έπιασε τα χέρια. – Λαρίσσα, σε παρακαλώ! Δώσε μου μια ευκαιρία! Θα αλλάξω! Θα γίνω άλλος! Κοίταξε τα ενωμένα τους δάχτυλα. Το πρόσωπό του – παραμορφωμένο απ’ το φόβο. Και συνειδητοποίησε: πράγματι φοβάται. Μόνο που δεν φοβάται να χάσει ΕΚΕΙΝΗ. Φοβάται να μείνει ΜΟΝΟΣ. – Ξέρεις, – είπε χαμηλόφωνα, τραβώντας τα χέρια της, – κι εγώ το φοβήθηκα. Να μείνω μόνη. Χωρίς εσένα. Χωρίς οικογένεια. Ξέρεις τι κατάλαβα; Πήρε την τσάντα της από το τραπέζι. Πήρε τα κλειδιά της. – Ήδη είμαι μόνη. Για χρόνια. Δίπλα σου – αλλά μόνη. Και βγήκε από την πόρτα. Πέρασαν τρεις εβδομάδες. Ο Βίκτωρας καθόταν στο άδειο διαμέρισμα – η Λαρίσσα είχε ήδη πάει στης κόρης μετά από εκείνη τη συζήτηση – και ξεφύλλιζε το κινητό του. Μαρίνα από το λογιστήριο. Σοφία από το γυμναστήριο. Άλλα δυο, τρία ονόματα στις επαφές που κάποτε κάτι σήμαιναν. Κάλεσε τη Σοφία. Το έκλεισε. Έγραψε μήνυμα στη Μαρίνα – το διάβασε, δεν απάντησε. Οι άλλες ούτε καν το άνοιξαν. Παράξενο: όταν ήταν οικογενειάρχης, ήθελαν όλες να τον βλέπουν. Τώρα, που υποτίθεται ότι είναι «ελεύθερος»… Σε κανέναν δεν λείπει. Στεκόταν σ’ αυτόν τον καναπέ, σ’ αυτό το σπίτι που έγινε ξαφνικά τεράστιο και ξένο, – και για πρώτη φορά στα πενήντα δύο του χρόνια αισθανόταν πραγματικά μόνος. Πήρε πάλι το κινητό στο χέρι. Βρήκε το όνομα «Λαρίσσα». Το κοίταζε ώρα. Τα δάχτυλά του έτρεμαν. Πληκτρολόγησε μήνυμα. Το έσβησε. Πάλι πληκτρολόγησε. Πάλι έσβησε. Τελικά έγραψε απλά: «Μπορώ να σε δω;» Η απάντηση ήρθε ύστερα από μία ώρα: «Γιατί;» Ο Βίκτωρας σκεφτόταν. Τι να πει; «Συγγνώμη»; Αργά. «Γύρνα πίσω»; Φαιδρό. «Έχω αλλάξει»; Ψέμα. Έγραψε λοιπόν καθαρά: «Θέλω να τα ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή. Μπορούμε να προσπαθήσουμε;» Οι τρεις τελείες άναψαν. Έσβησαν. Άναψαν ξανά. Και τότε ήρθε η απάντηση: «Έλα το Σάββατο. Στο σπίτι της κόρης μας. Στις δύο. Θα συζητήσουμε». Ο Βίκτωρας πήρε βαθιά ανάσα. Δεν ήξερε τι θ’ ακολουθούσε. Αν θα τον συγχωρούσε. Αν θα γύριζε ποτέ ξανά. Αν είχε ακόμη δικαίωμα για δεύτερη ευκαιρία. Κοίταξε τη βέρα στο δάχτυλό του. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσε έτοιμος να ξεκινήσει απ’ την αρχή. Αν το ήθελε και εκείνη. Έπρεπε η Λαρίσσα να κάνει τα στραβά μάτια στα παραστρατήματα του άντρα της; Ή μήπως θα έπρεπε να είχε βάλει τα πράγματα στη θέση τους και να ξεκαθαρίσει τη σχέση τους από την πρώτη του απιστία; Εσείς, τι λέτε;