Νύχτα, γυναίκα, γάτος και ψυγείο
Μη με κοιτάς έτσι!
Η Καλλιόπη έριξε στον γάτο της ένα βλέμμα τόσο αυστηρό, όσο μπορούσε να πετύχει με τα μάτια μισόκλειστα από νύστα. Μάλιστα, σήκωσε και το φρύδι της, παρόλο που η μαμά της τη μάλωνε μικρή: „Οι γυναίκες δεν πρέπει να κάνουν γρυλίσματα με τα φρύδια τους, Καλλιόπη μου, θα σε περάσουν για φοβερή!” Τα πυκνά φρύδια της, αρχικά ενωμένα, τα είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της, κι ας προτιμούσε τα φίνες γραμμές της μητέρας της, που δεν τρόμαζαν κανένα.
Τα φρύδια της, βέβαια, τα είχε φτιάξει από χρόνια και ήταν πια γυναίκα με τα όλα της. Ο γάτος το ήξερε τον έλεγαν Ορφέα κι έτσι δεν έδινε δεκάρα για τα αυστηρά βλέμματα της Καλλιόπης, καθόταν στο περβάζι της κουζίνας, με μάτια σμαραγδένια γεμάτα μυστήριο, που άστραφταν όταν το φως από το φωνακλάκι στο χολ έφτανε στο πρόσωπό του. Η πόρτα της κουζίνας, λίγο ανοιγμένη για να νιώθει μια υποτιθέμενη ελευθερία διαφυγής, κουνιόταν ανά διαστήματα από το βραδινό αεράκι. Όμως δεν έκλεινε τελείως, λες και αρνιόταν να κόψει κάθε επαφή με την πραγματικότητα της Καλλιόπης. Αυτό θύμωνε την Καλλιόπη. Ήθελε να κλείσει, να της δώσει δικαιολογία για να ανοίξει την άλλη πόρτα του ψυγείου.
Η Καλλιόπη κουλουριάστηκε στον τοίχο, στο πάτωμα, εκεί κάτω απ το σκούρο φως, καθισμένη ήδη πάνω από μία ώρα. Υπνωτισμένη, κοίταζε το λευκό ψυγείο σαν να περίμενε να της δώσει τις απαντήσεις που ζητούσε.
Φυσικά και ήξερε τι υπήρχε στα ράφια, δεν χρειαζόταν να φωτίσει τίποτε ήταν εκείνη που έκανε τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς στη Ν. Σμύρνη, στολισμένη πάντα με τις κουβέντες του άντρα της:
Καλλιόπη, τι να κάνουμε τις ελιές Καλαμών και το ραδίκι πάλι; Ποιος τα τρώει αυτά στο σπίτι μας; Γιατί τα αγοράζεις;
Είναι νόστιμα
Ε, σκέψου τότε τι θα το κάνουμε και πώς δεν θα πεθάνουμε στην προσπάθεια.
Σκεφτόταν, λοιπόν. Έφτιαχνε τα πιο παράξενα φαγητά από εκείνα που ούτε γιαγιά δεν τολμούσε να εφεύρει. Το αποτέλεσμα πάντα το κοίταζε η οικογένεια πρώτα λοξά, και μετά δεν έμενε ούτε ψίχουλο, ζητώντας και δεύτερο πιάτο.
Όλη η οικογένεια εκτός από την Καλλιόπη. Γιατί η Καλλιόπη δεν μπορούσε να δοκιμάσει αυτά που έφτιαχνε. Της ήταν αδύνατο.
Η προετοιμασία του φαγητού την μετέφερε σ έναν άλλο κόσμο, την γέμιζε έμπνευση και χαρά. Μα μόλις η σπεσιαλιτέ έφτανε έτοιμη στο τραπέζι, την κυρίευε κάτι παράξενο, σχεδόν μαγικό: ερχόταν δήθεν μια γιαγιά απ αυτές τις γριές των ονείρων που δεν ανήκουν πουθενά να μουρμουράει κάτι με το τελευταίο της δόντι, να χαμογελά σαρκαστικά, και να αφήνει πίσω μια Καλλιόπη αδύναμη, που δεν άντεχε να δει καν το πιάτο της.
Έπαιρνε λοιπόν τα απωθημένα της με οτιδήποτε δεν χρειάζονταν προετοιμασία. Παριζάκι, φέτες γραβιέρα, κρουασάν, τσουρέκια, παστέλια ακόμα και το μπισκοτάκι του μικρού της. Της φαινόταν πως τα παιδικά μπισκότα ήταν πιο υγιεινά, οπότε η ενοχή δεν της φούσκωνε πολύ το στήθος. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως έτσι προφύλασσε την υγεία της.
Η υγεία, άλλωστε, της έλειπε συχνά. Όχι πως ήταν χοντρή κάθε άλλο, ό,τι έτρωγε έσβηνε στην αέναη φωτιά της ζωής: τρία παιδιά, ένας άντρας, ένας γάτος, ένα σπίτι. Όλοι ήθελαν λίγη από την άγρυπνη φροντίδα της. Και φυσικά, η δουλειά: γιατρός σε νοσοκομείο, που την εκτιμούσε και ενίοτε αγαπούσε, ανάλογα με το πόση έγνοια μπορούσε να εστιάσει στους δικούς της.
Ποτέ δεν γκρίνιαζε για την υγεία της από μικρή παρακαταθήκη από τη μητέρα της:
Θα περάσει μόνο του!
Έτσι απαντούσε η Ανδριάνα όταν η κόρη της άρχιζε να διαμαρτύρεται:
Καλλιόπη, μη φαντάζεσαι πράγματα! Δεν έχεις τίποτα, πυρετό είπες; Ε, μπράβο, ήπιες τσάι με μέλι και μοσχολέμονο; Πολύ ωραία! Μη φοβάσαι, θα περάσει.
Αυτή η φράση συνόδευε την Καλλιόπη παιδί, και την είχε πείσει στα σοβαρά ότι όλα περνάνε από μόνα τους, προσπάθεια δε χρειάζεται.
Έτσι, όταν γεννήθηκε ο πρώτος της γιος, ούτε που ασχολήθηκε με τα προβλήματα υγείας που σηκώθηκαν μπροστά της. Τεράστιος είμαι, σκέφτηκε θα περάσει!
Με το δεύτερο παιδί, όλα έγιναν βουνό. Ξυπνούσε με κόπο, αν και ο σύζυγός της, ο Νικήτας, καταλάβαινε πριν απ την ίδια:
Καλλιόπη, άσε με εμένα με τα παιδιά! Πήγαινε κοιμήσου, το χεις ανάγκη.
Κοιμόταν ώρες, για να ξυπνήσει όμως κουρασμένη και γεμάτη ενοχές.
Τι γυναίκα είμαι εγώ, να μη φτάνω για τίποτα;
Κάποτε, αν είχε ψάξει λιγάκι τις ρίζες αυτής της αμφιβολίας, θα έβρισκε το νήμα· πώς να χαρεί μια γυναίκα που έμαθε από μαμά και γιαγιά ότι πάντα είναι λίγο λιγότερη απ ό,τι πρέπει;
Ίσιωσε την πλάτη σου, Καλλιόπη! Τι είναι αυτά, γυρίζεις σαν κλειδί του σολ; φώναζε η γιαγιά της, η Λυδία. Ανδριάνα, πες κι εσύ ένα λόγο, το παιδί θα πάθει ζημιά!
Μα της τα λέω, αλλά δεν μ ακούει! Τα άλλα παιδιά μια χαρά είναι, μόνο αυτή τρώει σαν τους γάτους! Κρύβω τα κουλουράκια, τίποτα! Υπομονή και πάλι τα ίδια!
Κι η πεντάχρονη Καλλιόπη, πιο ελαφριά κι απ τον γατούλη της, ίσιωνε και έκλαιγε στα κρυφά στην κατσαρόλα.
Κατάλαβε πολύ αργότερα γιατί υπήρχε τέτοιος ύμνος στην αδυναμία ως έφηβη με παραπάνω κιλά και στίγματα στο πρόσωπο, τσάκισε τις φωτογραφίες της μαμάς της και ανακάλυψε:
Με μαλώνει, γιατί δεν θέλει να δει στον καθρέφτη το κοριτσάκι που ήταν κι εκείνη κάποτε.
Στις φωτογραφίες, μια αφράτη κοπέλα, ίδια η Καλλιόπη, με ουλές και ακόμα πιο φαρδύ μέση. Γιατί τόση αυστηρότητα;
Η απάντηση ήρθε αργότερα:
Δεν βλέπεις πως μοιάζεις με εμένα μικρή; Στον καθρέφτη να ρίχνεις πάντα μια καλή ματιά, Καλλιόπη. Εγώ κατάφερα και σώθηκα με δίαιτα εσύ;
Η μητέρα της αποφάσισε πως το ταίρι, κρίμα και καημός, δεν θα το βρει μόνη της. Έτσι μια ημέρα έκανε παρέλαση η προξενήτρα· κοντούλα, σβέλτη, με ματήρια, έπιασε δουλειά.
Διαμάντι η κόρη σας! Φως και μυαλό α, θα βρει αμέσως γαμπρό, δε φοβάμαι!
Κι αυτή γελούσε, γιατί ήξερε κιόλας να ακούει και να μην πιστεύει.
Ο πρώτος γαμπρός, όμως, δεν έκανε. Στο ραντεβού, άδικα τον έψαχνε είχε ήδη φύγει, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα:
«Μη με ψάχνεις!»
Μα δε θα σε έψαχνα κιόλας Χαμογέλασε η Καλλιόπη.
Τότε ο Ορφέας το γατί ξαναγράψε στη μοίρα έναν υπάλληλο του καφέ, με ζωηρό χαμόγελο:
Καλλιόπη σε λένε; Έλα, να πάμε βόλτα στο πάρκο απόψε;
Πώς λέγεσαι;
Νικήτας.
Τότε να σε περιμένω;
Το πρώτο τους ραντεβού στη Βυζαντινή γειτονιά, με φώτα και σκιές, και τα τραγούδια της Τζαζ απ το κινητό του. Έμοιαζε σαν να ήταν πάντα μαζί· δεν αγαπούσαν το σκυλί, συμφωνούσαν για το σπίτι, για όλα. Λες και το όνειρο αποφάσισε να σταματήσει το αέναο περιπλανώμενο κι έστειλε τις δύο χαμένες μισές τους στο ίδιο παγκάκι κάτω απ τη συκιά.
Ένα χρόνο κράτησε το φλερτ. Κι η μαμά δεν άντεχε:
Δεν είναι της τάξης σου ο Νικήτας! Είναι απ τη λαϊκή!
Εργάζεται και στο καφέ, γιατί σπουδάζει, μαμά
Έχει χίλια βάρη μάνα άρρωστη, αδερφή μικρή Θα πάρεις τέτοιο βάρος;
Είναι καλός άνθρωπος, μαμά. Αυτό δεν μετράει;
Η αρρώστια χειροτέρεψε, η Καλλιόπη βοηθούσε. Κι όταν οι μέρες λιγόστευαν, παντρεύτηκαν αθόρυβα με μάρτυρα μοναδικό τη μικρή Ιριδούλα, την αδερφή:
Είμαστε οικογένεια τώρα; Και εγώ;
Κι εσύ, πάντα.
Σύντομα η μητέρα του Νικήτα έφυγε μακριά, και η Καλλιόπη κανόνισε τα της κηδείας, είδε παιδικά δάκρυα και της έλειψε η πεθερά σαν βουβό βιολί.
Όταν η Ανδριάνα έμαθε τα νέα, έγινε θυελλώδης:
Γι αυτό σε μεγάλωσα; Να παντρευτείς χωρίς να ξέρω;
Μαμά, δεν έφτανα Είχαμε τόσες σκοτούρες…
Η σιωπή τους ήρθε χιονιάς, κράτησε χρόνια. Η Καλλιόπη επισκεπτόταν τη μαμά, έκανε ό,τι έπρεπε με νοσηρό πρωτόκολλο, χωρίς αγκαλιές. Κι όταν πια δεν άντεξε:
Έχεις άλλο παιδί; Όχι; Τότε γιατί πας να χάσεις κι εμένα;
Η μητέρα της λύγισε για πρώτη φορά, κι η Καλλιόπη αναζήτησε απεγνωσμένα νερό με βαλεριάνα.
Σ αγαπώ, Καλλιόπη Μα δεν έμαθα πώς. Μου παν ότι με τα παιδιά μιλάς σαν με μεγάλους, να αντέχουν ό,τι μάθει η ζωή…
Από τότε, της έμεινε άλλη μια φοβία μήπως δεν δώσει ποτέ στα παιδιά της τόση αγάπη όσο χρειάζονται. Ποια είναι όμως αυτή η αγάπη που ζητάει το κάθε παιδί; Σε τι μέγεθος χωράει;
Το καταλάβαινε μόνο ανάμεσα στη νύχτα, τη σιωπή, το φως του χολ και το ψυγείο. Κι ο Ορφέας πάντα μαζί, αμύθητος σύντροφος σε γαλαξίες μπροστά από μια φέτα ψωμί με γραβιέρα.
Εκεί, μετράει το βάρος, τις χαρές, τις στεναχώριες, με τη συλλογιστική της φωνή. Κι ύστερα έρχεται ο Νικήτας, προσγειώνεται ήσυχα, ανοίγει το ψυγείο, βγάζει φέτα, ντομάτα και δυόσμο.
Δάγκωσε!
Αν σε ακούσω, δεν θα χωρέσω σε καμία φούστα, Νικήτα
Δάγκωσε σου λέω! κάνει κλείσιμο του ματιού στον Ορφέα που αμέσως κάθεται στα πόδια της, παίρνει μια φουτίτσα τυρί.
Εγώ πάντως, σ αγαπάω Αν πέσεις κι εκατό κιλά πάνω, πάλι σ αγαπώ! Το ξέρεις; Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;
Η Καλλιόπη τελειώνει το σάντουιτς, πιέζει τη μύτη στον λαιμό του άντρα της, χαϊδεύει τον γάτο.
Όλα καλά Μόνο μη γίνω τόνος, μου φτάνει το 46
Δεν έχω δει ωραιότερη γυναίκα Λέγε το συχνά!
Θα σταματήσω τότε τις νυχτερινές βόλτες ως το ψυγείο;
Καλλιόπη!
Α, τι είπα; Έλα, πάμε για ύπνο.
Σηκώνεται αγκαλιαστή, χωρίς καμία εξήγηση. Και υπόσχεται στον εαυτό της να ανοιχτεί.
Καλλιόπη;
Χμ;
Περιμένουμε κι άλλο παιδί;
Πώς το κατάλαβες;
Δε σε ξέρω πρώτη μέρα! Οι νυχτερινές επισκέψεις σου τα λένε όλα. Τρεις εβδομάδες έτσι;
Σκάσε, θα ξυπνήσουν οι μικροί.
Ο Ορφέας, πιστός, τους ακολουθεί ως την κρεβατοκάμαρα κι επιστρέφει στο περβάζι. Κοιμάται αθόρυβα, αγκαλιά με τη σιγή του ψυγείου, μέχρι να ξανάρθει η μέρα που οι νύχτες θα γεμίσουν με άλλα, βρεφικά τρυφεράδα. Μα θα προτιμά να κοιμάται δίπλα στην κούνια, να νιώθει την αλλαγή του κόσμου στις μικρές κινήσεις της καινούργιας τους ζωής, από το ψυχρό μάρμαρο της κουζίνας.




