Να Αγαπάς με Υπομονή, να Υπομένεις με Αγάπη Ο Ιωάννης και η Δάφνη είχαν παντρευτεί με θρησκευτικό γάμο. Την ημέρα του μυστηρίου, καθώς η νυφική πομπή πλησίαζε την εκκλησία, ξέσπασε ξαφνικά μια καλοκαιρινή καταιγίδα. Άνεμος παράφορος, που ήρθε ποιος ξέρει από πού, άρπαξε το πέπλο της νύφης, το εκσφενδόνισε ψηλά σαν μπαλόνι, ώσπου, μόλις χάθηκε η δύναμη του ανέμου, προσγειώθηκε σε μια λασπωμένη λακκούβα. Οι καλεσμένοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η καταιγίδα καταλάγιασε όσο απότομα είχε εμφανιστεί. Ο Ιωάννης έτρεξε αμέσως, μα δεν πρόλαβε να το πιάσει. Το εκθαμβωτικά λευκό πέπλο κείτονταν στη μαύρη λάσπη. Η Δάφνη, ταραγμένη, φώναξε στον Ιωάννη: – Γιάννη, μην το σηκώσεις. Δεν θα φορέσω αυτό το πέπλο! Οι γιαγιάδες που κάθονταν πάντα έξω απ’ την εκκλησία ψιθύρισαν μεταξύ τους: «Άστα αυτά, η ζωή των νιόπαντρων θα είναι γεμάτη φουρτούνες και δοκιμασίες…» Της Δάφνης της αγόρασαν ένα τεχνητό λευκό λουλούδι από το κοντινό μαγαζί και το στερέωσαν στα μαλλιά της. Δεν υπήρχε χρόνος να ψάξουν για καινούργιο πέπλο. Δεν επιτρεπόταν να αργήσουν στον δικό τους γάμο! Οι «νεόνυμφοι» στάθηκαν στο πρόναο της εκκλησίας, κρατώντας τα γαμήλια κεριά και δίνοντας όρκους μπροστά στον Θεό κάτω από τα στέφανα – μα λίγο πριν, είχαν κάνει πολιτικό γάμο στο δημαρχείο και είχαν γιορτάσει με πλούσια δεξίωση για… τον κόσμο. Τρία χρόνια μετά, είχαν ήδη δύο παιδιά – τη μικρή Σοφία και το γιο Αρη. Ζούσαν με αγάπη, χωρίς συμφορές. …Δέκα χρόνια μετά, χτύπησε την πόρτα τους μια νεαρή γυναίκα… (Το υπόλοιπο κείμενο συνεχίζεται ανάλογα με την αρχική ροή – ο τίτλος παραμένει εστιασμένος στην αρχική φράση, η οποία στα ελληνικά αποδίδεται με συναίσθημα και τοπικό χρώμα.)

ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΥΠΟΜΕΝΟΝΤΑΣ, ΝΑ ΥΠΟΜΕΝΕΙΣ ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ

Ο Γιάννης και η Δανάη παντρεύτηκαν σε εκκλησία. Την ημέρα του μυστηρίου, όταν η γαμήλια πομπή πλησίαζε την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Παγκράτι, ξέσπασε ξαφνικά μία καλοκαιρινή μπόρα. Ξεκίνησε από το πουθενά, και έριξε κάτω το πέπλο της νύφης. Το πέπλο ανέβηκε ψηλά σαν μπαλόνι, στριφογύρισε μέσα στη δίνη του αέρα και έπεσε σε μία βρόμικη λακκούβα. Όλοι οι καλεσμένοι το μόνο που πρόλαβαν ήταν να πουν «ωχ!». Η μπόρα έφυγε όπως ήρθε. Ο Γιάννης έτρεξε αμέσως, αλλά δεν πρόλαβε να το πιάσει.

Το κατάλευκο πέπλο είχε γεμίσει λάσπες. Η Δανάη, αναστατωμένη, βρόντηξε στον Γιάννη:
Μη το πειράξεις, Γιάννη! Δεν πρόκειται να το φορέσω!

Οι γιαγιάδες, που πάντα κάθονται έξω απ τις εκκλησίες, άρχισαν να ψιθυρίζουν. «Η ζωή τους θα ναι γεμάτη μπόρες κι αναποδιές…»

Σε ένα κοντινό μαγαζάκι, βρήκαν μία πλαστική άσπρη μαργαρίτα και την κάρφωσαν στα μαλλιά της. Δεν υπήρχε χρόνος για καινούργιο πέπλο ήταν κρίμα να αργήσουν στη δική τους στέψη!

Το ζευγάρι στάθηκε στο νάρθηκα της εκκλησίας, κρατώντας τις λαμπάδες και δίνοντας τους όρκους αιώνιας πίστης. Για τον Θεό. Αλλά πριν το μυστήριο, έκαναν και τον πολιτικό τους γάμο στο δημαρχείο, με τραπέζι στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Για τους ανθρώπους…

Τρία χρόνια μετά, η οικογένεια είχε ήδη δύο παιδιά: την Αριάδνη και τον Μάριο. Ζούσαμε την καθημερινότητά μας, ήσυχα ευτυχείς.

Δέκα χρόνια μετά, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μας στο Νέο Ψυχικό. Ήταν μία κοπέλα. Η Δανάη πάντα αγαπούσε τους καλεσμένους, είτε αναμενόμενους είτε απρόσκλητους: πάντα τους περιποιόταν με φαγητό, γλυκό του κουταλιού, τσάι του βουνού, και κουβεντούλα απλή.

Αυτή η επισκέπτρια ήταν ξεχωριστή. Ήρθε όταν έλειπε ο Γιάννης. Η Δανάη την κοίταξε με προσοχή όμορφη, χαμογελαστή, νέα, με αυτοπεποίθηση.

Καλησπέρα, Δανάη. Με λένε Μυρτώ. Είμαι η μέλλουσα γυναίκα… του άντρα σου, συστήθηκε η άγνωστη.

Πολύ ενδιαφέρον, τα χασε η Δανάη. Και πόσο καιρό έχει ο Γιάννης που είναι υποψήφιος; συνέχισε το περίεργο διάλογο.

Χρόνια. Αλλά τώρα δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Περιμένω το παιδί του, απάντησε χωρίς ίχνος ντροπής η Μυρτώ.

Μάλιστα… κλασικό σενάριο! Γυναίκαερωμένηνόθο παιδί… Ξέρεις ότι με τον Γιάννη είμαστε δεμένοι με στεφάνι; Κι έχουμε παιδιά;, προσπάθησε να βάλει μυαλό στην «καινούργια γυναίκα» η Δανάη.

Τα ξέρω όλα. Αλλά έχουμε αγάπη! Και για πάντα κι εμείς! Καταλαβαίνεται; Μπορείτε να λύσετε το στεφάνι. Αφού δεν σας είναι πιστός.

Κοίτα κοπέλα μου! Μην μπλέκεις σε ξένες οικογένειες! Θα τα βρούμε μόνοι μας με τον άντρα μου, άρχισε να αγριεύει η Δανάη. Καλή σου μέρα.

Η Μυρτώ, σηκώνοντας τους ώμους λες και είχε καθαρίσει τη συνείδησή της, έφυγε βιαστικά.

Η Δανάη με δύναμη έκλεισε την πόρτα. «Όλα τα έμαθε Παράξενη! Δεν θα πάρεις τον Γιάννη», μουρμούρισε.

Άρχισε να θυμάται πως ο Γιάννης τον τελευταίο καιρό είχε αλλάξει. Άρχισε να μένει περισσότερες ώρες στη δουλειά, να έχει ξαφνικά επαγγελματικά ταξίδια, δήθεν πενθήμερο ψάρεμα στην Εύβοια, ενώ δεν του άρεσαν ποτέ αυτά. Τα ένστικτα μίας γυναίκας είναι αλάνθαστα. Πάντα νιώθει την παρουσία αντιπάλου, μία αδιόρατη ένταση στον αέρα…

Όμως η Δανάη απομάκρυνε τις σκέψεις. Μπορεί να κάνω λάθος, ο Γιάννης είναι σωστός.

Το βράδυ, μόλις ήρθε σπίτι ο Γιάννης, τον κάλεσε για φαγητό. Ξεκίνησε απλά πρώτα ταΐζεις καλά τον άντρα σου, μετά συζητάς τα οικογενειακά.

Όταν χόρτασε και τη φίλησε για το τραπέζι, η Δανάη προχώρησε:

Γιάννη μου, έχεις ερωτευτεί; δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει.

Ε…ναι, απάντησε επιφυλακτικά εκείνος.

Σήμερα ήρθε η καινούργια σου… Καταλαβαίνεις, είναι σοβαρά τα πράγματα; τον ρώτησε τρέμοντας η Δανάη.

Είμαι αλήτης! Δεν μπορώ χωρίς τη Μυρτώ πνίγομαι μακριά της! Προσπάθησα να τελειώσει, μα δεν τα κατάφερα! Δανάη, άφησέ με…

Σε αφήνω ήξερε πως παρακάλια για τα παιδιά, για τη συνείδησή του, δε θα έπιαναν. Η ζωή θα δείξει.

Ο Γιάννης έφυγε για τη Μυρτώ.

Η Δανάη πήγε στον πατέρα Παναγιώτη, στον Άγιο Δημήτριο. Ο ιερέας την άκουσε με αγάπη και τη στήριξε:

Κόρη μου, η αγάπη μακροθυμεί, δεν τελειώνει! Έχεις κάθε δικαίωμα να λύσεις το στεφάνι, αφού ο άντρας σου παρασύρθηκε. Μπορείς επίσης να συγχωρήσεις και να προσεύχεσαι γι αυτόν. Ο δρόμος του Θεού είναι αίνιγμα…

Δύο μήνες μετά, η Δανάη κατάλαβε πως ήταν έγκυος, παιδί του Γιάννη. Το είδε ως σημάδι ίσως ο Γιάννης μετανιώσει και γυρίσει. Έτσι πέρασαν οι μήνες μέχρι να γεννήσει.

Γεννήθηκε ο γιος, και η μητέρα της Δανάης πρότεινε να τον πουν Νίκο συνώνυμο με τον Γιάννη, και άγιος της οικογένειας. «Μπορεί, κόρη μου, να σου γυρίσει ο Γιάννης. Όλα γίνονται στη ζωή…»

Ευτυχώς, η μητέρα της τη στήριξε απεριόριστα. Μεγάλωνε όλα τα παιδιά, τα φρόντιζε και τα μάθαινε μυαλό.

Ο Γιάννης δεν ξεχνούσε την Αριάδνη και τον Μάριο έφερνε δώρα, τα πήγαινε διακοπές λίγο έξω απ το Καβούρι, έστελνε και λίγα ευρώ για τη Δανάη.

Η Δανάη απαγόρευσε αυστηρά στα παιδιά να πουν στον Γιάννη για τη γέννηση του Νίκου, όμως τι να κάνουν; Η Αριάδνη το είπε στον μπαμπά της όταν τον επισκέφθηκε. Ο Γιάννης νόμιζε πως η Δανάη έκανε νέα οικογένεια και τον πόνεσε η καρδιά του ούτε που φανταζόταν πως το παιδί είναι δικό του.

Εκείνη την περίοδο, η Μυρτώ μπαινόβγαινε στο μαιευτήριο. Ο Γιάννης έτρεχε για τα απαραίτητα, χυμούς, σπιτικό λεμονάκι, μέχρι και κουτιά κιμωλία Μυρτώ ήθελε να τρώει κιμωλίες (καθόλου ασυνήθιστο για εγκυμοσύνες, έλλειψη ασβεστίου λέει η μάνα της).

Η τραγωδία δεν άργησε όμως: Το κοριτσάκι της Μυρτώς γεννήθηκε νεκρό. Έπειτα, δεύτερη εγκυμοσύνη, πάλι αποβολή.

Η Μυρτώ μετά από τόσο πόνο, ήθελε χρόνο να συνέλθει, όμως η τύχη είχε άλλα σχέδια…

Ο Γιάννης έμενε πάντα κοντά στη Μυρτώ, τη στήριζε, ένιωθε φταίχτης. Όλοι με τα βάσανά μας…

Εκείνη την περίοδο, η Δανάη άρχισε να βλέπει συχνά τον παλιό της συμφοιτητή, τον Χρήστο. Στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ήταν ερωτευμένος μαζί της, είχε ζητήσει το χέρι της κατευθείαν μετά το πτυχίο αλλά εκείνη ποτέ δεν τον έβλεπε σαν άντρα, ήταν πιεστικός, ο γιος της μαμάς του, χωρίς χιούμορ, υπερβολικά συνθετικός τύπος. Παρόλα αυτά τον κυνηγούσαν οι άλλες μαθήτριες. Μετά που η Δανάη γνώρισε τον Γιάννη, ο Χρήστος πέρασε σε δεύτερη μοίρα για ένα διάστημα τουλάχιστον.

Ένα βροχερό φθινόπωρο, η Δανάη κοιτούσε αφηρημένη απ το παράθυρο του λεωφορείου, όταν κάθεται δίπλα της ο Χρήστος:

Μπορώ να κάτσω δίπλα;

Καθίστε, πείτε μου.

Φαίνεσαι θλιμμένη…

Εκείνη ούτε γύρισε. Είχε το μυαλό της αλλού.

Δανάη μου; Τόσα χρόνια! Πού είσαι; Πώς είσαι; φώναξε ο Χρήστος.

Χρήστο; Δεν το πιστεύω! Πού χάθηκες; Τι κάνεις;

Εσύ να μου πεις, είσαι ευτυχισμένη με τον άντρα σου; ρώτησε διακριτικά.

Έλα σπίτι, να τα πούμε. Η γυναίκα σου δε θα σε γκρινιάξει αν αργήσεις; και τον τράβηξε κυριολεκτικά.

Καθ οδόν αγόρασε ένα μπουκάλι ρετσίνα, φρούτα, λιχουδιές για τα παιδιά.

Στο σπίτι, με φαΐ και κρασί, η Δανάη τα ξεστόμισε όλα. Ο Χρήστος ήταν ευγνώμων ένα αυτί χωρίς κρίση, μόνο κατανόηση. Στο τέλος του χάρισε ένα φιλί στο μάγουλο για την υπομονή του. Εκείνος έφυγε με την ελπίδα αναμμένη.

Δεν είχε παντρευτεί ποτέ, ούτε παιδιά είχε κάνει τέτοια του λαχε.

Ο Χρήστος άρχισε να πηγαίνει συχνά στο σπίτι της Δανάης πάντα με γλυκά ή λουλούδια.

Η Δανάη όμως ξεκαθάρισε τα πράγματα:

«Έλα όσο θες, αλλά εγώ περιμένω τον άντρα μου. Όρια!»

Ο Χρήστος το θεώρησε ευτυχία. Καλύτερα παρέα παρά μοναξιά.

Θα σε λέω αδελφή, και τα παιδιά ανιψιά και ανιψιο, είπε και ρίζωσε στην οικογένεια.

Εν τω μεταξύ, η Μυρτώ έμεινε και πάλι έγκυος. Αυτή τη φορά έφερε στον κόσμο ένα υγιέστατο κοριτσάκι και το ονόμασαν Ευγενία ευλογημένη. Και η Μυρτώ ξέχασε τον καημό της στερώντας από τη Δανάη την ευτυχία της.

Ο Γιάννης ξετρελάθηκε με την κόρη του. Της αγόραζε παιχνιδάκια, της τραγουδούσε, ξαγρυπνούσε δίπλα στην κούνια. Η Μυρτώ κοιτούσε και καμάρωνε.

Ο καιρός περνούσε…

Πέντε χρόνια μετά, όλα τα παιδιά μεγάλωσαν, οι μεγάλοι ωρίμασαν ακόμα περισσότερο.

Τότε αρρώστησε βαριά η Μυρτώ στα τριάντα της. Ο Γιάννης ήταν σίφουνας: νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές, εξετάσεις πανάκριβες, φάρμακα… Μάταια.

Η Μυρτώ ετοιμαζόταν να αποχαιρετήσει τη ζωή. Ο Γιάννης έκλαιγε δίπλα της.

Θέλω να δω τη Δανάη σου, να πάω σ’ αυτήν. Σε παρακαλώ, είπε στην αγωνία της η Μυρτώ.

Ο Γιάννης παραξενεύτηκε, αλλά δεν αρνήθηκε.

Η Δανάη ήξερε, κόρη της η Αριάδνη της τα είχε πει όλα. Οπότε όταν ο Γιάννης τηλεφώνησε, δεν είπε όχι.

Την έφερε στο σπίτι. Την ανέβασε αγκαλιά, τόσο αδύναμη που ήταν. Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε. Περίμεναν εξηγήσεις.

Αφήστε μας μόνες, παρακαλώ, ψιθύρισε η Μυρτώ.

Όλοι βγήκαν.

Η Δανάη, βλέποντας την Μυρτώ, σκέφτηκε «Κι όμως, υπάρχουν χειρότερα». Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού.

Συγχώρησέ με, αν μπορείς, Δανάη! Με τιμώρησε η τύχη… Σε παρακαλώ, πάρε την Ευγενία. Μόνο εσείς οι δυο εσύ κι ο Γιάννης. Υποσχέσου μου πως θα τη μεγαλώσετε σαν παιδί σας, ικέτευσε με δάκρυα.

Η Δανάη της έπιασε το χέρι τρυφερά.

Μυρτώ! Ούτε ο Θεός τιμωρεί, μόνοι μας φταίμε Εδώ και καιρό σε έχω συγχωρήσει. Μη νοιάζεσαι για την Ευγενία, θα είναι πάντα δική μας. Και θέλω να μείνετε εδώ, εσύ κι ο Γιάννης. Ο σπιτικός μας είναι μεγάλος όλοι περισσεύουμε! Θα γίνεις καλά, και θα το δεις με τα μάτια σου. Μην το βάζεις κάτω.

Όλοι φρόντιζαν τη Μυρτώ, όμως ο Χρήστος ξόδευε ώρες δίπλα της, μιλώντας της με υπομονή και στήριξη. Χωρίς να το καταλάβει, την αγάπησε. Την Ευγενία την είχε ήδη λατρέψει την έλεγε «μπουμπούκι». Η Μυρτώ πάλευε για τη ζωή της· μια σπίθα ελπίδας άναβε βαθιά της.

Έξι μήνες πέρασαν με αγωνία, δύσκολες θεραπείες και άγχος. Κάποτε άρχισε να κάνει βόλτα στην αυλή, να περπατάει και να γεύεται πάλι τη ζωή. Η αγάπη του Χρήστου και η φροντίδα της Δανάης της ξαναέδωσαν ψυχή.

Η Μυρτώ σκεφτόταν τον Χρήστο. Ποτέ δεν έπαψε να αγαπά τον Γιάννη, αλλά συνειδητοποίησε πως δεν της ανήκει. Και ο Χρήστος ήταν στήριγμα, μια καινούργια αρχή, δεχόταν και την κόρη της σαν δική του. Έτσι, καμιά φορά γίνεται φτάνει η αγάπη ενός για δύο.

Μία ημέρα, πάνω στο οικογενειακό τραπέζι, η Μυρτώ ανακοίνωσε:

Δανάη, Γιάννη! Εγώ, η Ευγενία και ο Χρήστος θα φύγουμε. Ευχαριστώ για τη στέγη, τη φροντίδα, την αγάπη που δεν περίμενα ποτέ να βρω. Δεν πρόκειται να συναντήσω ξανά τέτοιους ανθρώπους!

Ο Γιάννης και η Δανάη κοιτάχτηκαν. Ήξεραν όμως πως ανάμεσα στον Χρήστο και στη Μυρτώ είχε γεννηθεί κάτι ανώτερο αγάπη.

Λίγο πριν φύγουν, ο Γιάννης είχε μιλήσει με τη Δανάη:

Δανάη! Ό,τι κι αν γίνει με τη Μυρτώ, εγώ θέλω να γυρίσω σ εσένα! Έχω μετανιώσει για όλα και θα γονατίσω να σ ευχαριστήσω για το μεγαλείο σου. Θα με δεχτείς; Πρέπει να μεγαλώσουμε μαζί τα τρία παιδιά μας… Θα ζητήσω και συγγνώμη από σένα!

Και νομίζεις Γιάννη, εγώ δε θα σε δεχόμουν; Θα σου ζητήσω κι εγώ συγγνώμη που ίσως δεν ήμουν τόσο καλή γυναίκα. Η ζωή μας διδάσκει! Όπως λέει και το ρητό, «ακόμα κι αν δεν θέλεις, θα μάθεις»!

Και η Ευγενία; Την αγαπάς, όπως και τα άλλα παιδιά.

Πάντα! Δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψω παιδί μου. Το σπίτι μου θα είναι και δικό της, είπε ο Γιάννης.

Λίγο πριν φύγουν, η Μυρτώ φώναξε τον Γιάννη:

Αγάπα τη Δανάη, παραπάνω κι απ τη ζωή σου! Μην την πληγώσεις ποτέ ξανά. Πάντα θα σε θυμάμαι, Γιάννη είπε με δάκρυα.

Να είσαι ευτυχισμένη, Μυρτώ, της απάντησε συγκινημένος ο Γιάννης.

Oceń artykuł
Να Αγαπάς με Υπομονή, να Υπομένεις με Αγάπη Ο Ιωάννης και η Δάφνη είχαν παντρευτεί με θρησκευτικό γάμο. Την ημέρα του μυστηρίου, καθώς η νυφική πομπή πλησίαζε την εκκλησία, ξέσπασε ξαφνικά μια καλοκαιρινή καταιγίδα. Άνεμος παράφορος, που ήρθε ποιος ξέρει από πού, άρπαξε το πέπλο της νύφης, το εκσφενδόνισε ψηλά σαν μπαλόνι, ώσπου, μόλις χάθηκε η δύναμη του ανέμου, προσγειώθηκε σε μια λασπωμένη λακκούβα. Οι καλεσμένοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η καταιγίδα καταλάγιασε όσο απότομα είχε εμφανιστεί. Ο Ιωάννης έτρεξε αμέσως, μα δεν πρόλαβε να το πιάσει. Το εκθαμβωτικά λευκό πέπλο κείτονταν στη μαύρη λάσπη. Η Δάφνη, ταραγμένη, φώναξε στον Ιωάννη: – Γιάννη, μην το σηκώσεις. Δεν θα φορέσω αυτό το πέπλο! Οι γιαγιάδες που κάθονταν πάντα έξω απ’ την εκκλησία ψιθύρισαν μεταξύ τους: «Άστα αυτά, η ζωή των νιόπαντρων θα είναι γεμάτη φουρτούνες και δοκιμασίες…» Της Δάφνης της αγόρασαν ένα τεχνητό λευκό λουλούδι από το κοντινό μαγαζί και το στερέωσαν στα μαλλιά της. Δεν υπήρχε χρόνος να ψάξουν για καινούργιο πέπλο. Δεν επιτρεπόταν να αργήσουν στον δικό τους γάμο! Οι «νεόνυμφοι» στάθηκαν στο πρόναο της εκκλησίας, κρατώντας τα γαμήλια κεριά και δίνοντας όρκους μπροστά στον Θεό κάτω από τα στέφανα – μα λίγο πριν, είχαν κάνει πολιτικό γάμο στο δημαρχείο και είχαν γιορτάσει με πλούσια δεξίωση για… τον κόσμο. Τρία χρόνια μετά, είχαν ήδη δύο παιδιά – τη μικρή Σοφία και το γιο Αρη. Ζούσαν με αγάπη, χωρίς συμφορές. …Δέκα χρόνια μετά, χτύπησε την πόρτα τους μια νεαρή γυναίκα… (Το υπόλοιπο κείμενο συνεχίζεται ανάλογα με την αρχική ροή – ο τίτλος παραμένει εστιασμένος στην αρχική φράση, η οποία στα ελληνικά αποδίδεται με συναίσθημα και τοπικό χρώμα.)