Η γυναίκα μου, Ευγενία, και εγώ είμαστε μαζί πάνω από είκοσι χρόνια. Περάσαμε μια ήρεμη και γαλήνια ζωή. Είχαμε ένα εξοχικό στη Νέα Μάκρη και πηγαίναμε κάθε σαββατοκύριακο. Η Ευγενία καθάριζε το σπίτι, εγώ μαγείρευα. Πίστευα πως έτσι θα γεράσουμε μαζί. Ώσπου ξαφνικά, μια μέρα, η Ευγενία μου πέταξε τη «βόμβα»:
Κώστα, συγγνώμη. Σε αφήνω. Ερωτεύτηκα κάποιον άλλον και δεν μπορώ πια…
Στα 38 μου φυσικά δεν ήμουν αφελής. Έβλεπα να αλλάζει το κλίμα στη σχέση μας, ένιωθα ότι κάτι συνέβαινε. Έκλεινα τα μάτια, σκεφτόμουν πως δεν θα με αφήσει ποτέ. Ακόμα και φίλοι μου έστελναν φωτογραφίες με εκείνη και τον άλλον. Το κατάπινα. Μα τελικά, η είδηση πως φεύγει ήταν για μένα πραγματικό σοκ.
Ευτυχώς την περίοδο εκείνη, η κόρη μας, η Χρυσάνθη, έλειπε διακοπές στη Ρόδο με τη παρέα της και δεν έζησε όλο το δράμα. Για να διαχειριστώ τη λύπη μου, το πρώτο που έκανα ήταν να πω σε φίλους μου ότι με άφησε η Ευγενία.
Μαζευτήκαμε, λοιπόν, σαν ανδρικό συμβούλιο. Ο Νίκος μου είπε να χάσω κιλά και να βρω καμιά καινούργια. Ο Σπύρος μου πρότεινε να τρέξω σε καμιά χαρτορίχτρα, να την φέρω πίσω με «ξόρκια». Ο Γιάννης ήταν κάθετος: «Άσε τα παλιά, βρες άλλην».
Ο Μάριος όμως κράτησε μια πιο ήρεμη στάση: Και θα συνεχίσεις όπως πριν! Έτσι είναι πιο εύκολο! Μα δεν γίνεται! Δεν αντέχω! Θα γίνει, θα το δεις! Ο χρόνος τα γιατρεύει όλα. Εγώ έχω πάρει τρία διαζύγια! Καθάρισε το σπίτι, μαγείρεψε, δούλεψε, δες καμιά ταινία, διάβασε κανα βιβλίο Και σε ποιον να μαγειρεύω; Σε μας! Θα ερχόμαστε κάθε βράδυ και θα τσακίζουμε ό,τι φτιάχνεις!
Τους ευχαρίστησα για τις συμβουλές, αλλά δεν ήξερα τι να κάνω τελικά.
Πρώτα πήγα στη χαρτορίχτρα στο Παγκράτι. Της έδειξα μια φωτογραφία της Ευγενίας με τον άλλον. Μου άπλωσε τα χαρτιά, έκανε τελετή και μου είπε πως σε δύο βδομάδες θα γυρίσει πίσω κοντά μου.
Αλλά πέρασαν δύο βδομάδες, πέρασε κι ένας μήνας, και τίποτα. Εν τω μεταξύ, έδωσα στη γυναίκα μισό μισθό, γύρω στα 400 ευρώ. Ένιωθα μόνος, μελαγχολικός. Έπεσα και στα γλυκά. Μου άρεσε να παίρνω μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα, ό,τι βρω. Μετά από δεκαπέντε μέρες, ζυγίστηκα και κατάλαβα πως έτσι δεν πάει άλλο. Είχα βάλει εφτά κιλά.
Ε, τότε το άλλαξα. Κάνω γενική καθαριότητα, έπλυνα όλο το σπίτι, περιποιήθηκα τις γλάστρες μου, άλλαξα τα έπιπλα θέση. Κατάφερα να γίνει το σπίτι μου πραγματικό στολίδι! Κιόλας γράφτηκα και σε σχολή χορού, ρακέντα, να χάσω εκείνα τα κιλά που πήρα από τα σιρόπια. Τις καθημερινές έφτιαχνα φασολάδα, την αγαπημένη της Ευγενίας. Με το που ερχόταν η παρέα μου, τα τρώγαν όλα. Μετά που έφευγαν, έβαζα να δω «Το Στέμμα», που πάντα λέγαμε με τη γυναίκα μου ότι θα δούμε, μα όλο το αναβάλλαμε.
Μου άρεσε πολύ τελικά να το βλέπω μόνος μου τα βράδια. Κι ένα βράδυ, ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει η Ευγενία μέσα. Βλέπει το σπίτι πεντακάθαρο, τακτοποιημένο. Μύριζε όλο το σπίτι φασολάδα. Εγώ καθόμουν χαλαρός στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση.
Καλησπέρα, Κώστα. Ήρθα να μαζέψω ό,τι πράγματα μου έχουν μείνει. Βεβαίως! Στα έχω ήδη βάλει στην τσάντα. Θέλεις σακούλα; Δεν έχω μαζί μου! Έχω εγώ!
Της έδωσα την τσάντα με τα πράγματά της.
Έκανες φασολάδα; Έκανα! Πεινάς; Τρως λίγη; Εκείνη κοντοστάθηκε για λίγο, μετά έκανε ένα νεύμα.
Της σέρβιρα ένα πιάτο. Τελικά έφαγε δύο γεμάτα. Ευχαριστώ, Κώστα, φεύγω τώρα. Να πας στο καλό. Εγώ έχω να δω και το επόμενο επεισόδιο! Τι βλέπεις; «Το Στέμμα». Θυμάσαι που πάντα λέγαμε να το δούμε μαζί…; θυμήθηκε λυπημένη. Το θυμάμαι.
Έφυγε. Έβαλα τα κλάματα λίγο, μετά είδα την ταινία μου κι έπεσα για ύπνο. Δύο βδομάδες μετά, σκάει η Ευγενία στο σπίτι με όλες τις βαλίτσες της. Την κοιτούσα και δεν ήξερα τι να πω.
Κώστα, συγγνώμη! Σε αγαπάω, μου έλειψες τρελά! Μου λείπουν τα φαγητά και το ζεστό το σπιτικό μας! Συγγνώμη σου ζητάω, συγχώρεσέ με Δηλαδή για τη φασολάδα γύρισες; Για όλα γύρισα! Αλλά πάνω απ’ όλα για σένα! Καλά, έλα μέσα. Ντρέπομαι και για τη Χρυσάνθη, μην της πεις τίποτα. Στο υπόσχομαι. Θέλεις φαΐ; Θέλω. Ευχαριστώ πολύ!





