– Ναντιούλα, γύρισα σπίτι – έλα να με υποδεχτείς! – Λ-Λεωνίδα;! Πώς και τόσο νωρίς; Δεν έπρεπε να επιστρέψεις σε τρεις μέρες ακόμα… Μια γυναίκα, γύρω στα τριάντα, βγήκε βιαστικά στο διάδρομο, τυλιγμένη βιαστικά σε ένα μεταξωτό ρόμπα και κοίταξε απορημένη τον άντρα της που στεκόταν στην πόρτα. – Ήθελα να σου κάνω έκπληξη, Νάντια. Βλέπω πέτυχε! Δεν χάρηκες; Ο ψηλός, γεροδεμένος Λεωνίδας χαμογελούσε ικανοποιημένος με το σοκ που προκάλεσε. – Πολύ-πολύ χάρηκα! Πήγαινε κουζίνα, να σου ζεστάνω να φας. Ο Λεωνίδας, γεμάτος αυτοπεποίθηση, κούνησε το κεφάλι του και πήγε προς την κουζίνα. Εκεί τον περίμενε πλούσιο τραπέζι: φράουλες, σοκολάτα, φαγητό απ’ τον φούρνο… Λες και ήταν όλα έτοιμα ειδικά γι’ αυτόν. – Νάντια, αυτά ετοίμασες… Πώς κατάλαβες ότι θα γυρίσω; Τι διορατική γυναίκα έχω! Έβαλε μπόλικο φαγητό στο πιάτο και άρχισε να απολαμβάνει. Η σύζυγός του εξαφανίστηκε, αλλά εκείνος σκέφτηκε πως ντύνεται για χάρη του, διαλέγοντας κάποιο ωραίο φόρεμα… – Λεωνίδα, εγώ… Εμείς… – Νάντια, τι υπέροχο το φαγητό σου! Και η σαλάτα, και οι κρέπες – να γλείφεις τα δάχτυλά σου… Ανδρέα; Ο Λεωνίδας γύρισε και είδε τη γυναίκα του να κρατάει αγκαζέ τον ίδιο του τον αδελφό, τον Ανδρέα. Εκείνη κοιτούσε ντροπιασμένη το πάτωμα και ο Ανδρέας, με σορτσάκι και φανελάκι, έτριβε τη μύτη του σαν να τον ξύπνησαν μόλις. – Ναι, Λεωνίδα, εγώ είμαι. Γεια σου, αδελφέ… – Καλημέρα. Τώρα παρακαλώ, πείτε μου τι γίνεται εδώ; Αν και, μάλλον περιττό… – Λεωνίδα, ήθελα καιρό να το πω. Αγαπάω τον αδελφό σου τον Ανδρέα, και θέλω να είμαι μόνο μαζί του. Συγγνώμη… – είπε γρήγορα η Νάντια, ρίχνοντας λοξές ματιές στον, πλέον, πρώην άντρα της. Στο άκουσμα αυτών, ο Λεωνίδας άφησε το πιάτο, που κύλησε και χτύπησε στο πάτωμα. – Και, δηλαδή… Τώρα μόλις…; – Ναι. Μόλις τώρα ήμασταν μαζί. – Υπέροχα, πολύ ωραία, Νάντια! Κι εσύ, Ανδρέα, μπράβο σου! Ε, τώρα κατάλαβα γιατί το έκανες το τέλειο τραπέζι… Και κυρίως – για ποιον! Η Νάντια δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. Ένιωθε ότι αν σήκωνε τα μάτια, θα έσπαζε. – Και η Ηρώ; Τι θα κάνουμε με την κόρη μας; Ξέρει τίποτα; – Όχι, δεν ξέρει. – Και πού είναι τώρα; – Στης γειτόνισσας, βλέπει κινούμενα. – Συχνά τη στέλνεις εκεί; – Εδώ και έξι μήνες… Οι ερωτήσεις τελείωσαν, όπως και τα συναισθήματα του Λεωνίδα. Κουράστηκε πολύ από το ταξίδι και δεν έβλεπε νόημα σε σκάνδαλα. Από τη φύση του, ήρεμος τύπος, δεν θύμωνε εύκολα. Αλλά άμα κάποιος τον πίεζε πολύ, καλύτερα να φυλαγόταν. Αν και κάτι τέτοιο ήταν σπάνιο. Αυτή η κατάσταση με τους δυο πιο κοντινούς του ανθρώπους τον ξάφνιασε. Μόνο για μια στιγμή αποσυντονίστηκε. – Σε δέκα λεπτά να μην είσαι εδώ. Άρχισε να μετράς. – είπε ο Λεωνίδας, πίνοντας τσάι. Στον Ανδρέα δεν έριξε ούτε ματιά. – Και τι βρήκες στη Νάντια; Εξωτερικά ίδιοι είμαστε, ακόμα και ελιές έχουμε ίδιες… Δουλεύει δεν δουλεύει, μυαλό δεν έχει… Μόνο να χάσει θα έχει μαζί του. Αλλά δική της η επιλογή! – συλλογιζόταν ο Λεωνίδας, πίνοντας το τσάι του. – Δεν φεύγω μέχρι να πάρω τη συγκατάθεσή σου, – σηκώθηκε απότομα ο Ανδρέας. – Και ποια συγκατάθεση ζητάς; – Για το διαζύγιο… Άφησε τη Νάντια, δεν σε αγαπάει! – Το βλέπω καλά σε ποιον ανήκει η καρδιά της… – χαμογέλασε ο Λεωνίδας. – Θέλετε διαζύγιο; Θα το έχετε, αλλά μόνο μέσω δικαστηρίου! Να δω πώς θα τα ξοδέψετε όλα σε δικηγόρους. – Λεωνίδα… – του έπιασε το χέρι η Νάντια. – Σε παρακαλώ να χωρίσουμε ήρεμα. Ξέρω, άνθρωπος καλός είσαι, σε παρακαλώ… Ο Λεωνίδας κούνησε το κεφάλι. – Εντάξει, έτσι θα γίνει. Αλλά δεν είσαι αδελφός μου πια, Ανδρέα Βαλεντίνοβιτς! – Εμείς… Θέλαμε να ζητήσουμε και κάτι ακόμα… – Τι; – Άφησέ μας το σπίτι μετά το διαζύγιο, Λεωνίδα! – Η Νάντια χαμογέλασε γλυκά, χαϊδεύοντας το χέρι του άντρα της. – Η Ηρώ έχει δεθεί με αυτό το μέρος, έχει φίλους στο σχολείο… Αν μοιράσουμε το σπίτι, για καινούριο λεφτά δεν υπάρχουν, θα πρέπει να πάμε στο χωριό… Ο Λεωνίδας στήριξε το σαγόνι στα δεμένα του χέρια και σκέφτηκε. Η Νάντια, βλέποντας τις αμφιβολίες, το γύρισε ακόμα πιο πειστικά: – Λεωνίδα, ήλιε μου… Κάνε το δώρο στην κόρη σου. Εσύ θα τα ξαναβγάλεις τα λεφτά, με τη δουλειά που κάνεις! Σ’εκλιπαρώ, το κάνω για το καλό της Ηρώς… – Ηρέμησε, Νάντια, – τη διέκοψε ο Λεωνίδας. – Έχω καλύτερη ιδέα. – Ποια; – αναρωτήθηκε χαρούμενη η Νάντια. – Θα μας αφήσεις και το αυτοκίνητο; Η Ηρώ θα χαρεί πολύ! – Η Ηρώ θα μείνει μαζί μου. – Τι είπες; – Η Νάντια δεν πίστευε στ’ αυτιά της. – Τι λες τώρα; Δεν ξέρεις να φροντίζεις παιδιά! Όλη μέρα σε ταξίδια… Ούτε το όνομά σου δεν θυμάται! – Τώρα θα το δούμε, είπε και πήγε στην πόρτα. Σε λίγα λεπτά, γύρισε με την κόρη του από το χέρι. Ένα κορίτσι γύρω στα δέκα, μόλις τελείωσε την τρίτη δημοτικού – κρατούσε το χέρι του και χαμογελούσε χαρούμενα. – Γιατί την έφερες; Να συμμετέχει κι αυτή στον καβγά; – ρώτησε έξαλλη η Νάντια. Ο Λεωνίδας κάθισε, έβαλε την κόρη στα γόνατά του και άρχισε: – Ηρώ μου, να σε ρωτήσω κάτι; Θα απαντάς ειλικρινά, ναι; Θα μιλήσουμε σαν μεγάλοι. – Δηλαδή, σαν τότε που μιλάς με τους κυρίους στο γραφείο; – Ακριβώς έτσι. Η μικρή κούνησε το κεφάλι. Ήταν περήφανη που ο μπαμπάς της φερόταν “σοβαρά”. – Η μαμά σε έχει πειράξει καθόλου; Σε χτύπησε καμία φορά τελευταία; Η μικρή κοκκίνισε και κατέβασε το βλέμμα, παίζοντας με το φόρεμά της. – Τι ανοησίες λες; – φώναξε η Νάντια. – Άσε το παιδί ήσυχο! – Σώπα, Νάντια. Σοβαρά μιλάω με την κόρη μου, – της έκλεισε το στόμα ο Λεωνίδας, χαϊδεύοντας την Ηρώ. – Μη φοβάσαι, είμαι εδώ. Η μικρή έγνεψε. Τα μάτια της βούρκωσαν. Αγκαλιάζοντάς τον ψιθύρισε στη μασχάλη του: – Ναι, με βάρεσε τρεις φορές! Μία για ένα βαθμό, μία για γάλα που έριξα, και μια που φώναξα στον θείο Ανδρέα. Αυτή φιλούσε τον θείο σου όταν έλειπες. – Μην κλαις, παιδί μου… Εγώ είμαι εδώ. Δεν θα σε ξαναπειράξει η μαμά! – την παρηγόρησε ο Λεωνίδας. – Ψέματα λέει! – διέκοψε η Νάντια. – Ούτε που την άγγιξα! – Δηλαδή, σπίτι και αμάξι για χάρη της κόρης μας τα θέλεις; – ρώτησε πονηρά ο Λεωνίδας. – Ηρώ, θα απαντήσεις σε κάτι ακόμα; – Ναι… – Αν είχες επιλογή, με ποιον θα ήθελες να ζήσεις: με εμένα ή με τη μαμά; Η Ηρώ σίγησε, κοιτάζοντας πότε εκείνον, πότε τη μητέρα της. Η Νάντια προσπαθούσε να την πείσει, άπλωσε και τα χέρια. – Θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα φύγεις ξανά τόσο καιρό; – Υπόσχομαι! – απάντησε ο Λεωνίδας δίχως σκέψη. – Τότε θέλω να μείνω μαζί σου, μπαμπά. – Ορίστε! – φώναξε αγριεμένη η Νάντια, απλώνοντας χέρι, αλλά ο Λεωνίδας κράτησε γερά την κόρη του, προστατεύοντάς τη με το κορμί του. Ο Ανδρέας, όλο αυτό το διάστημα, δεν αντέδρασε. – Τα είπαμε όλα, λοιπόν, Νάντια. Δεν θα την ξαναδείς, – είπε ψύχραιμα, και πήγε την κόρη στο δωμάτιο της. Σε λίγα λεπτά, συνελέγησαν οι δυο τους. Η βαλίτσα του ήταν ήδη έτοιμη. Μπαμπάς και κόρη έφυγαν και έμειναν σε γνωστό ξενοδοχείο της πόλης, που ο Λεωνίδας χρησιμοποιούσε συχνά για τη δουλειά. Μερικούς μήνες μετά, έγινε το δικαστήριο. Χωρίς σταθερό εισόδημα ή σπίτι από τη Νάντια και τον Ανδρέα, η έδρα αποφάσισε να μείνει η Ηρώ με τον πατέρα της. Υπήρχε και η θέληση της μικρής να μείνει μόνο με τον μπαμπά. Ο Λεωνίδας πούλησε το μερίδιό του από το σπίτι και μετακόμισε με την κόρη σε καινούρια διαμέρισμα. Η μητέρα της μπορούσε να τη βλέπει μόνο σαββατοκύριακα. Ο ίδιος άλλαξε εντελώς τη ζωή του, ώστε να περνάει χρόνο με την Ηρώ. Πλέον, πολυήμερα επαγγελματικά ταξίδια δεν υπήρχαν. Και το χαμόγελό της έγινε το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο… Γράψτε στα σχόλια τι πιστεύετε για αυτή την ιστορία! Βάλτε μας ένα like!

Μαριγούλα, γύρισα σπίτι, έλα να με προϋπαντήσεις!

Νίκο;! Εσύ; Τι κάνεις τόσο νωρίς; Δεν έλεγες ότι θα επέστρεφες σε τρεις μέρες;

Η γυναίκα, γύρω στα τριάντα, βγήκε βιαστικά στον διάδρομο, τυλιγμένη σε ένα μεταξωτό μπουρνούζι, και κοίταζε τον άντρα της στην πόρτα με απορία.

Ήθελα να σου κάνω μια έκπληξη, Μαρία. Βλέπω πως τα κατάφερα! Δεν χαίρεσαι; Ο ψηλός, στιβαρός άντρας χαμογελούσε διάπλατα, ικανοποιημένος από την έκπληξη.

Και βέβαια χαίρομαι! Πήγαινε στην κουζίνα, θα σου ζεστάνω φαγητό.

Ο Νίκος, ικανοποιημένος με τον εαυτό του, έγνεψε και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Εκεί, τον περίμενε τραπέζι πλούσιο: φράουλες, σοκολάτα, ζεστό φαγητό κατευθείαν από το φούρνο Σαν να είχε ετοιμαστεί ειδικά για αυτόν.

Μαρία, μπράβο σου! Τα ετοίμασες όλα αυτά; Πώς κατάλαβες ότι έρχομαι; Τι διορατική γυναίκα έχω!

Στοίβαξε το πιάτο του και άρχισε να καταβροχθίζει το δείπνο. Η γυναίκα του δεν εμφανιζόταν, αλλά θεώρησε πως ετοιμαζόταν για εκείνον θα έβαζε κάποιο ωραίο φόρεμα. Ήθελε να του κάνει εντύπωση

Νίκο, εγώ εμείς

Μα, τι νόστιμο το φαγητό σου, Μαρία! Και η σαλάτα απίστευτη. Οι τηγανίτες δεν υπάρχουν! Μιχάλη;

Ο Νίκος γυρίζει και βλέπει τη σύζυγό του να κρατά αγκαζέ τον ίδιο του τον αδελφό, τον Μιχάλη. Η Μαρία τον κοιτούσε ενοχικά στο πάτωμα, ενώ ο Μιχάλης, με σορτσάκι και φανελάκι, έτριβε κουρασμένος τη μύτη του, λες και μόλις τον ξύπνησαν.

Νίκο, εγώ. Γεια σου, αδερφέ

Καλησπέρα. Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι συμβαίνει εδώ; Αν και, νομίζω, δεν χρειάζεται

Νίκο Ήθελα καιρό να σου το πω. Αγαπάω τον αδερφό σου, τον Μιχάλη, και θέλω να είμαι μόνο μαζί του. Συγχώρεσέ με. Η Μαρία ξεστόμισε γρήγορα τα λόγια, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει.

Μόλις το άκουσε, ο Νίκος άφησε το πιάτο του να πέσει από τα χέρια του. Το πιάτο κυλίστηκε στο πάτωμα, σκορπίζοντας το φαγητό.

Οπότε μόλις

Ναι. Μόλις τώρα ήμασταν μαζί.

Τέλεια, φανταστικά, Μαρία! Και εσύ, Μιχάλη, μπράβο! Τώρα καταλαβαίνω γιατί το τραπέζι ήταν τόσο πλούσιο Και κυρίως, για ποιον!

Η Μαρία δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. Ένιωθε ότι αν σήκωνε το βλέμμα, όλο το κουράγιο της θα την εγκατέλειπε.

Και για την Ειρήνη; Τι θα κάνουμε με το παιδί; Ξέρει;

Όχι, δεν ξέρει.

Και πού είναι τώρα;

Στη γειτόνισσα, βλέπει κινούμενα σχέδια.

Συχνά την αφήνεις εκεί;

Εδώ κι έξι μήνες περίπου

Ο Νίκος δεν είχε άλλες ερωτήσεις. Ούτε και συναισθήματα πλέον. Ήταν κουρασμένος από το ταξίδι και δεν έβρισκε κανένα νόημα στο να κάνει καβγά. Ήταν άνθρωπος ήρεμος δύσκολα κρατούσε θυμό, εκ φύσεως πράος και μετρημένος.

Μα αν κάποιος κατάφερνε να τον φτάσει στα όριά του τότε να βλέπαμε! Βέβαια, αυτό ήταν η εξαίρεση, όχι ο κανόνας.

Αυτή η κατάσταση, με τους δυο πιο στενούς του ανθρώπους, τον μπέρδεψε, του ήταν άγνωστη. Έχασε για μια στιγμή τα λόγια του, αλλά συνήλθε γρήγορα.

Σε δέκα λεπτά να μην είσαι εδώ. Άρχισε να μετράς χρόνο. είπε ο Νίκος, πίνοντας τσάι. Στον αδερφό του ούτε που έριξε μάτια.

Και τι βρήκε η Μαρία σε αυτόν; Και εμφανισιακά ίδιοι είμαστε και την ελιά έχουμε στην ίδια θέση Δουλειά δεν ξέρει ν’ αγαπά, μυαλό πολύ δεν έχει Μόνο να χάσει θα βρει μαζί του. Αλλά δικός της ο δρόμος! σκεφτόταν συνεχίζοντας το τσάι του.

Δεν φεύγω πουθενά αν δεν συμφωνήσεις, σηκώθηκε ξαφνικά ο Μιχάλης.

Και τι είδους συμφωνία θέλεις από μένα;

Το διαζύγιο Άσε τη Μαρία ελεύθερη, δεν σε αγαπά πια!

Το βλέπω πολύ καλά ποιον αγαπά η γυναίκα μου χαμογέλασε ειρωνικά ο Νίκος. Θέλετε διαζύγιο; Θα το πάρετε, αλλά μέσω δικαστηρίου! Να δω όλες σας τις οικονομίες να πηγαίνουν στους δικηγόρους.

Νίκο Η Μαρία ακούμπησε το χέρι του. Σε παρακαλώ, ας το κάνουμε ήρεμα. Είσαι καλός άνθρωπος, πάντα το ήξερα

Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι του.

Καλά. Αλλά εσύ, Μιχάλη, δεν είσαι πια αδερφός μου!

Επίσης να σου ζητήσουμε κάτι ακόμα

Έλα, για πες.

Άφησέ μου το διαμέρισμα μετά το διαζύγιο, Νίκο! Η Μαρία τον χάιδεψε γοητευτικά. Η Ειρήνη έχει δεθεί μ αυτό το σπίτι, έχει φίλους στο σχολείο Αν το μοιράσουμε και πρέπει να μετακομίσουμε, δεν έχουμε λεφτά για άλλο, θα πρέπει να πάμε πίσω στο χωριό

Ο Νίκος στήριξε το πηγούνι του στα δεμένα χέρια του και σκέφτηκε. Βλέποντας τον να αφαιρείται, η Μαρία πήρε πιο γλυκό τόνο:

Νίκο μου, ήλιε μου Κάνε ένα δώρο στην κόρη σου. Εσύ είσαι ικανός, θα βγάλεις κι άλλα χρήματα! Σε παρακαλώ, είναι το μόνο παιδί σου! Για εκείνη το κάνω, καταλαβαίνεις;

Ηρέμησε, Μαρία, της είπε ψύχραιμα. Έχω καλύτερη ιδέα.

Και ποια είναι; ρώτησε ελπιδοφόρα η Μαρία. Μήπως θα μας αφήσεις και το αυτοκίνητο; Η Ειρήνη θα πετούσε από τη χαρά της

Η Ειρήνη θα μείνει μαζί μου.

Τι; απόρησε η Μαρία. Εσύ δεν τα πας καν καλά με τα παιδιά! Όλο ταξιδεύεις για δουλειές Δεν θα θυμάται ούτε το όνομά σου!

Αυτό, θα το δούμε τώρα, είπε και βγήκε προς την εξώπορτα.

Σε λίγα λεπτά, ο Νίκος επέστρεψε κρατώντας από το χέρι την κόρη τους, ένα κοριτσάκι δέκα ετών που μόλις πήγαινε Τετάρτη Δημοτικού. Του έσφιγγε χαρούμενη το χέρι.

Γιατί τη φέρνεις; Για να είναι μέσα στον καβγά; φώναξε θυμωμένα η Μαρία.

Ο Νίκος δεν απάντησε. Κάθισε στη θέση του στην κουζίνα και πήρε την κόρη του στα γόνατά του.

Ειρηνούλα μου, να σου κάνω κάποιες ερωτήσεις, αγάπη μου;

Φυσικά! χαμογέλασε πανευτυχής που είχε την προσοχή του μπαμπά της.

Υποσχέσου πως θα απαντήσεις ειλικρινά. Θα μιλήσουμε σαν μεγάλοι.

Σαν τους συναδέλφους που μιλάς στη δουλειά;

Ακριβώς έτσι.

Η μικρή έγνεψε, χαμογελαστή και ενθουσιασμένη.

Πες μου, σε ταλαιπωρεί η μαμά; Σε χτύπησε ποτέ αυτήν την εβδομάδα;

Η μικρή ανοιγόκλεισε τα μάτια, κοίταξε αλλού, και νευρικά έπαιζε με το φόρεμά της.

Τι λέει τώρα; φώναξε η Μαρία εξοργισμένη. Άσε το παιδί ήσυχο!

Σώπα, Μαρία. Μιλάω με την κόρη μας, της είπε κάπως αυστηρά ο Νίκος, χαϊδεύοντας το κεφάλι της μικρής. Μην φοβάσαι, Ειρηνούλα. Θυμάσαι την υπόσχεσή σου;

Η μικρή ένευσε και δάκρυα φούντωσαν στα μάτια της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον μπαμπά της και ψιθύρισε στην αγκαλιά του:

Με χτύπησε τρεις φορές! Μια για το κακό βαθμό, μία για το γάλα που χύθηκε και μία επειδή φώναξα στον θείο Μιχάλη. Έβλεπα να φιλιούνται όσο εσύ έλειπες στη δουλειά.

Μη στενοχωριέσαι, κορίτσι μου, είμαι εδώ, δε θα σε ξαναπειράξει η μαμά.

Ψέματα λέει! διαμαρτυρήθηκε η Μαρία. Ούτε δάχτυλο δεν της έχω σηκώσει!

Άρα θέλεις το σπίτι και το αμάξι για χάρη της κόρης σου; ρώτησε ο Νίκος με πονηρό χαμόγελο. Ειρήνη, να σου κάνω άλλη μία ερώτηση;

Ναι

Αν μπορούσες να διαλέξεις με ποιον να μείνεις, με εμένα ή με τη μαμά, ποιον θα διάλεγες;

Το κορίτσι κόλλησε. Τα μάτια της πηγαινοέρχονταν από τον έναν στον άλλον. Η Μαρία έκανε ό,τι μπορούσε να τη φέρει με το μέρος της άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος της.

Θα υποσχεθείς ότι δε θα λείπεις πια για πολύ καιρό;

Υπόσχομαι! απάντησε ο πατέρας χωρίς να διστάσει.

Τότε θέλω να μείνω μαζί σου, μπαμπά.

Αχάριστη! ούρλιαξε η Μαρία, απειλώντας σχεδόν το παιδί, αλλά ο Νίκος την προστάτεψε σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Μιχάλης όλη την ώρα έμενε σιωπηλός.

Έτσι, Μαρία, τα είπαμε όλα. Δε θα τη δεις ξανά, είπε ψύχραιμα και πήγε με το παιδί της στο δωμάτιό της.

Λίγο αργότερα, ο Νίκος μάζευε τα πράγματα της κόρης του. Ευτυχώς, η βαλίτσα με τα δικά του ρούχα ήταν ήδη έτοιμη. Πατέρας και κόρη έφυγαν για ένα ξενοδοχείο στο άλλο άκρο της Αθήνας, ένα μέρος όπου ο Νίκος έμενε όταν είχε δουλειές.

Μήνες μετά, έγινε το δικαστήριο. Λόγω μηδαμινού εισοδήματος και έλλειψης σπιτιού του Μιχάλη και της Μαρίας, ο δικαστής έδωσε την επιμέλεια στον πατέρα. Η ίδια η Ειρήνη το ζήτησε.

Ο Νίκος μοίρασε το διαμέρισμα όπως ήθελε, πούλησε το δικό του μερίδιο, και νοίκιασε νέο σπίτι με την κόρη του. Η μητέρα τη συναντούσε μόνο τα Σαββατοκύριακα.

Ο Νίκος άλλαξε εντελώς το πρόγραμμά του για να έχει χρόνο με την Ειρήνη. Τα ταξίδια διαρκείας ανήκαν πια στο παρελθόν. Και η Ειρήνη ξαναβρήκε το χαμόγελό της κάτι πιο πολύτιμο από κάθε χρήμα ή καριέρα.

Στη ζωή, η αλήθεια και η αγάπη ενός γονιού δεν αγοράζονται. Μόνον με υπομονή και ειλικρινή φροντίδα τα παιδιά μεγαλώνουν ευτυχισμένα. Και ό,τι κι αν συμβεί, αυτό μένει πάντα το σημαντικότερο.

Oceń artykuł
– Ναντιούλα, γύρισα σπίτι – έλα να με υποδεχτείς! – Λ-Λεωνίδα;! Πώς και τόσο νωρίς; Δεν έπρεπε να επιστρέψεις σε τρεις μέρες ακόμα… Μια γυναίκα, γύρω στα τριάντα, βγήκε βιαστικά στο διάδρομο, τυλιγμένη βιαστικά σε ένα μεταξωτό ρόμπα και κοίταξε απορημένη τον άντρα της που στεκόταν στην πόρτα. – Ήθελα να σου κάνω έκπληξη, Νάντια. Βλέπω πέτυχε! Δεν χάρηκες; Ο ψηλός, γεροδεμένος Λεωνίδας χαμογελούσε ικανοποιημένος με το σοκ που προκάλεσε. – Πολύ-πολύ χάρηκα! Πήγαινε κουζίνα, να σου ζεστάνω να φας. Ο Λεωνίδας, γεμάτος αυτοπεποίθηση, κούνησε το κεφάλι του και πήγε προς την κουζίνα. Εκεί τον περίμενε πλούσιο τραπέζι: φράουλες, σοκολάτα, φαγητό απ’ τον φούρνο… Λες και ήταν όλα έτοιμα ειδικά γι’ αυτόν. – Νάντια, αυτά ετοίμασες… Πώς κατάλαβες ότι θα γυρίσω; Τι διορατική γυναίκα έχω! Έβαλε μπόλικο φαγητό στο πιάτο και άρχισε να απολαμβάνει. Η σύζυγός του εξαφανίστηκε, αλλά εκείνος σκέφτηκε πως ντύνεται για χάρη του, διαλέγοντας κάποιο ωραίο φόρεμα… – Λεωνίδα, εγώ… Εμείς… – Νάντια, τι υπέροχο το φαγητό σου! Και η σαλάτα, και οι κρέπες – να γλείφεις τα δάχτυλά σου… Ανδρέα; Ο Λεωνίδας γύρισε και είδε τη γυναίκα του να κρατάει αγκαζέ τον ίδιο του τον αδελφό, τον Ανδρέα. Εκείνη κοιτούσε ντροπιασμένη το πάτωμα και ο Ανδρέας, με σορτσάκι και φανελάκι, έτριβε τη μύτη του σαν να τον ξύπνησαν μόλις. – Ναι, Λεωνίδα, εγώ είμαι. Γεια σου, αδελφέ… – Καλημέρα. Τώρα παρακαλώ, πείτε μου τι γίνεται εδώ; Αν και, μάλλον περιττό… – Λεωνίδα, ήθελα καιρό να το πω. Αγαπάω τον αδελφό σου τον Ανδρέα, και θέλω να είμαι μόνο μαζί του. Συγγνώμη… – είπε γρήγορα η Νάντια, ρίχνοντας λοξές ματιές στον, πλέον, πρώην άντρα της. Στο άκουσμα αυτών, ο Λεωνίδας άφησε το πιάτο, που κύλησε και χτύπησε στο πάτωμα. – Και, δηλαδή… Τώρα μόλις…; – Ναι. Μόλις τώρα ήμασταν μαζί. – Υπέροχα, πολύ ωραία, Νάντια! Κι εσύ, Ανδρέα, μπράβο σου! Ε, τώρα κατάλαβα γιατί το έκανες το τέλειο τραπέζι… Και κυρίως – για ποιον! Η Νάντια δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. Ένιωθε ότι αν σήκωνε τα μάτια, θα έσπαζε. – Και η Ηρώ; Τι θα κάνουμε με την κόρη μας; Ξέρει τίποτα; – Όχι, δεν ξέρει. – Και πού είναι τώρα; – Στης γειτόνισσας, βλέπει κινούμενα. – Συχνά τη στέλνεις εκεί; – Εδώ και έξι μήνες… Οι ερωτήσεις τελείωσαν, όπως και τα συναισθήματα του Λεωνίδα. Κουράστηκε πολύ από το ταξίδι και δεν έβλεπε νόημα σε σκάνδαλα. Από τη φύση του, ήρεμος τύπος, δεν θύμωνε εύκολα. Αλλά άμα κάποιος τον πίεζε πολύ, καλύτερα να φυλαγόταν. Αν και κάτι τέτοιο ήταν σπάνιο. Αυτή η κατάσταση με τους δυο πιο κοντινούς του ανθρώπους τον ξάφνιασε. Μόνο για μια στιγμή αποσυντονίστηκε. – Σε δέκα λεπτά να μην είσαι εδώ. Άρχισε να μετράς. – είπε ο Λεωνίδας, πίνοντας τσάι. Στον Ανδρέα δεν έριξε ούτε ματιά. – Και τι βρήκες στη Νάντια; Εξωτερικά ίδιοι είμαστε, ακόμα και ελιές έχουμε ίδιες… Δουλεύει δεν δουλεύει, μυαλό δεν έχει… Μόνο να χάσει θα έχει μαζί του. Αλλά δική της η επιλογή! – συλλογιζόταν ο Λεωνίδας, πίνοντας το τσάι του. – Δεν φεύγω μέχρι να πάρω τη συγκατάθεσή σου, – σηκώθηκε απότομα ο Ανδρέας. – Και ποια συγκατάθεση ζητάς; – Για το διαζύγιο… Άφησε τη Νάντια, δεν σε αγαπάει! – Το βλέπω καλά σε ποιον ανήκει η καρδιά της… – χαμογέλασε ο Λεωνίδας. – Θέλετε διαζύγιο; Θα το έχετε, αλλά μόνο μέσω δικαστηρίου! Να δω πώς θα τα ξοδέψετε όλα σε δικηγόρους. – Λεωνίδα… – του έπιασε το χέρι η Νάντια. – Σε παρακαλώ να χωρίσουμε ήρεμα. Ξέρω, άνθρωπος καλός είσαι, σε παρακαλώ… Ο Λεωνίδας κούνησε το κεφάλι. – Εντάξει, έτσι θα γίνει. Αλλά δεν είσαι αδελφός μου πια, Ανδρέα Βαλεντίνοβιτς! – Εμείς… Θέλαμε να ζητήσουμε και κάτι ακόμα… – Τι; – Άφησέ μας το σπίτι μετά το διαζύγιο, Λεωνίδα! – Η Νάντια χαμογέλασε γλυκά, χαϊδεύοντας το χέρι του άντρα της. – Η Ηρώ έχει δεθεί με αυτό το μέρος, έχει φίλους στο σχολείο… Αν μοιράσουμε το σπίτι, για καινούριο λεφτά δεν υπάρχουν, θα πρέπει να πάμε στο χωριό… Ο Λεωνίδας στήριξε το σαγόνι στα δεμένα του χέρια και σκέφτηκε. Η Νάντια, βλέποντας τις αμφιβολίες, το γύρισε ακόμα πιο πειστικά: – Λεωνίδα, ήλιε μου… Κάνε το δώρο στην κόρη σου. Εσύ θα τα ξαναβγάλεις τα λεφτά, με τη δουλειά που κάνεις! Σ’εκλιπαρώ, το κάνω για το καλό της Ηρώς… – Ηρέμησε, Νάντια, – τη διέκοψε ο Λεωνίδας. – Έχω καλύτερη ιδέα. – Ποια; – αναρωτήθηκε χαρούμενη η Νάντια. – Θα μας αφήσεις και το αυτοκίνητο; Η Ηρώ θα χαρεί πολύ! – Η Ηρώ θα μείνει μαζί μου. – Τι είπες; – Η Νάντια δεν πίστευε στ’ αυτιά της. – Τι λες τώρα; Δεν ξέρεις να φροντίζεις παιδιά! Όλη μέρα σε ταξίδια… Ούτε το όνομά σου δεν θυμάται! – Τώρα θα το δούμε, είπε και πήγε στην πόρτα. Σε λίγα λεπτά, γύρισε με την κόρη του από το χέρι. Ένα κορίτσι γύρω στα δέκα, μόλις τελείωσε την τρίτη δημοτικού – κρατούσε το χέρι του και χαμογελούσε χαρούμενα. – Γιατί την έφερες; Να συμμετέχει κι αυτή στον καβγά; – ρώτησε έξαλλη η Νάντια. Ο Λεωνίδας κάθισε, έβαλε την κόρη στα γόνατά του και άρχισε: – Ηρώ μου, να σε ρωτήσω κάτι; Θα απαντάς ειλικρινά, ναι; Θα μιλήσουμε σαν μεγάλοι. – Δηλαδή, σαν τότε που μιλάς με τους κυρίους στο γραφείο; – Ακριβώς έτσι. Η μικρή κούνησε το κεφάλι. Ήταν περήφανη που ο μπαμπάς της φερόταν “σοβαρά”. – Η μαμά σε έχει πειράξει καθόλου; Σε χτύπησε καμία φορά τελευταία; Η μικρή κοκκίνισε και κατέβασε το βλέμμα, παίζοντας με το φόρεμά της. – Τι ανοησίες λες; – φώναξε η Νάντια. – Άσε το παιδί ήσυχο! – Σώπα, Νάντια. Σοβαρά μιλάω με την κόρη μου, – της έκλεισε το στόμα ο Λεωνίδας, χαϊδεύοντας την Ηρώ. – Μη φοβάσαι, είμαι εδώ. Η μικρή έγνεψε. Τα μάτια της βούρκωσαν. Αγκαλιάζοντάς τον ψιθύρισε στη μασχάλη του: – Ναι, με βάρεσε τρεις φορές! Μία για ένα βαθμό, μία για γάλα που έριξα, και μια που φώναξα στον θείο Ανδρέα. Αυτή φιλούσε τον θείο σου όταν έλειπες. – Μην κλαις, παιδί μου… Εγώ είμαι εδώ. Δεν θα σε ξαναπειράξει η μαμά! – την παρηγόρησε ο Λεωνίδας. – Ψέματα λέει! – διέκοψε η Νάντια. – Ούτε που την άγγιξα! – Δηλαδή, σπίτι και αμάξι για χάρη της κόρης μας τα θέλεις; – ρώτησε πονηρά ο Λεωνίδας. – Ηρώ, θα απαντήσεις σε κάτι ακόμα; – Ναι… – Αν είχες επιλογή, με ποιον θα ήθελες να ζήσεις: με εμένα ή με τη μαμά; Η Ηρώ σίγησε, κοιτάζοντας πότε εκείνον, πότε τη μητέρα της. Η Νάντια προσπαθούσε να την πείσει, άπλωσε και τα χέρια. – Θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα φύγεις ξανά τόσο καιρό; – Υπόσχομαι! – απάντησε ο Λεωνίδας δίχως σκέψη. – Τότε θέλω να μείνω μαζί σου, μπαμπά. – Ορίστε! – φώναξε αγριεμένη η Νάντια, απλώνοντας χέρι, αλλά ο Λεωνίδας κράτησε γερά την κόρη του, προστατεύοντάς τη με το κορμί του. Ο Ανδρέας, όλο αυτό το διάστημα, δεν αντέδρασε. – Τα είπαμε όλα, λοιπόν, Νάντια. Δεν θα την ξαναδείς, – είπε ψύχραιμα, και πήγε την κόρη στο δωμάτιο της. Σε λίγα λεπτά, συνελέγησαν οι δυο τους. Η βαλίτσα του ήταν ήδη έτοιμη. Μπαμπάς και κόρη έφυγαν και έμειναν σε γνωστό ξενοδοχείο της πόλης, που ο Λεωνίδας χρησιμοποιούσε συχνά για τη δουλειά. Μερικούς μήνες μετά, έγινε το δικαστήριο. Χωρίς σταθερό εισόδημα ή σπίτι από τη Νάντια και τον Ανδρέα, η έδρα αποφάσισε να μείνει η Ηρώ με τον πατέρα της. Υπήρχε και η θέληση της μικρής να μείνει μόνο με τον μπαμπά. Ο Λεωνίδας πούλησε το μερίδιό του από το σπίτι και μετακόμισε με την κόρη σε καινούρια διαμέρισμα. Η μητέρα της μπορούσε να τη βλέπει μόνο σαββατοκύριακα. Ο ίδιος άλλαξε εντελώς τη ζωή του, ώστε να περνάει χρόνο με την Ηρώ. Πλέον, πολυήμερα επαγγελματικά ταξίδια δεν υπήρχαν. Και το χαμόγελό της έγινε το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο… Γράψτε στα σχόλια τι πιστεύετε για αυτή την ιστορία! Βάλτε μας ένα like!