Νικόλα, ήρθε η ώρα. Θα σου πρότεινα να περάσεις από γιατρό, να ρίξεις μια ματιά στην καρδιά σου.
Τι έχει δηλαδή η καρδιά μου;
Μάλλον δεν έχεις καθόλου!
Ο Άρης ήταν μπερδεμένος. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η εξώπορτα της πολυκατοικίας, απ όπου τόσες φορές είχαν επιστρέψει μετά τη βόλτα τους, ήταν τώρα κλειδωμένη. Καθόταν απέναντι από μια ξεβαμμένη καφέ πόρτα.
«Μήπως έκανα λάθος;» αναρωτήθηκε. «Όχι!» απάντησε μέσα του με σιγουριά. Οι μυρωδιές του έλεγαν πως ήταν το σωστό μέρος.
«Απλώς χρειάζεται λίγη υπομονή ακόμα κι ο αφεντικός θα θυμηθεί γιατί με πήγε με το αμάξι μέχρι το βουνό και με άφησε εκεί. Παιχνίδι είναι! Εγώ γύρισα. Τώρα περιμένω!»
Άρχισε να χιονίζει. Τα ποδαράκια του Άρη πάγωναν όλο και πιο πολύ. Το σώμα του έτρεμε, το τρίχωμά του δεν τον έσωζε πια.
«Μην σκέφτεσαι το φαγητό. Σε λίγο θα με δουν, θα χαρούν, θα μου δώσουν ένα μεγάλο, νόστιμο κόκαλο…»
Ο μικρός σκύλος πλησίασε στη χιονοστιβάδα κι άρχισε να τρώει χιόνι. Κάθισε στο χιόνι, γλείφοντας το παγωμένο νερό που του έκαιγε το στόμα. Τουλάχιστον η δίψα έφυγε. Το κρύο, όμως, δυνάμωνε.
«Θα με αφήσουν να μπω, θα ξαπλώσω δίπλα στη μεγάλη άσπρη καλοριφέρ. Πρώτα, όμως, το κόκαλο. Και μετά σούπα. Μετά θα τους γαβγίσω όλους για πλάκα. Ήταν άσκηση, το ξέρω.»
«Έψαχνα την αυλή μας πολλές νύχτες. Χτες τρύπωσα στην ανοιχτή εξώπορτα για να ζεσταθώ. Το πρωί με ξύπνησε μια κλωτσιά στη μέση από τον οδοκαθαριστή. Ούρλιαξα. Δεν είχα ούτε κουράγιο να τον δαγκώσω.»
«Οι άνθρωποι είναι παράξενοι. Όταν είμαι με το λουρί και τον αφεντικό, όλοι μου χαμογελούν, τον χαιρετούν. Μόνος, όμως, με κοιτούν με κακία, και ο άλλος με κλώτσησε. Τώρα ακόμα με πονάει το πλευρό.»
Ο Άρης κάθισε για ώρες κοιτώντας την πόρτα της πολυκατοικίας. Κανείς δεν έμπαινε ούτε έβγαινε. Άρχισε να κλαψουρίζει. Στα όνειρά του ήταν ήδη χορτάτος κι ευτυχισμένος.
«Λίγο ακόμα να περιμένω. Λίγο…»
Άρχισε θύελλα. Ο Άρης δεν ένιωθε πια τα πόδια του. Κουλουριάστηκε και άρχισε να βυθίζεται σιγά σιγά στη λήθη. Το καθήκον του το είχε κάνει: είχε βρει το σπίτι. Ήταν καλός. Τώρα μπορούσε να κοιμηθεί…
Ο κύριος Παναγιώτης έμενε μόνος στο διαμέρισμα. Είχε πολλές υποχρεώσεις: να δει τηλεόραση, να πιει τσάι, να ξαναδεί τηλεόραση, να ξαναπιεί τσάι, μετά να κοιμηθεί και πάλι τσάι
Άλλα σήμερα δεν είχε άλλες δουλειές. Ούτε για τα επόμενα δέκα χρόνια δεν άλλαζε το πρόγραμμά του. Παλιά, όμως!
Ήταν οδηγός προαστιακού στη γραμμή προς Κηφισιά. Πήγαινε τον κόσμο από τα προάστια στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν ένα κομμάτι του παλμού της πόλης. Κι ήταν απαραίτητος.
«Δεν πειράζει», παρηγορούσε τον εαυτό του. «Σε λίγο μπαίνει η άνοιξη. Θα φυτέψω τα λουλούδια μου. Το καλοκαιράκι φτάνει! Λίγο ακόμα και θα τη βγάλω».
Πήγε στην κουζίνα. Έβαλε νερό να βράσει για τσάι. Παλιά εκείνη τη στιγμή μπορούσε να μιλήσει με κάποιον, να έχει παρέα. Τώρα όλα φαινόντουσαν άδεια. Τον άφησαν μόνο, γρήγορα, ύπουλα.
Το βραστήρα άρχισε να σφυρίζει. Ο Παναγιώτης άνοιξε το ντουλάπι για το τσάι του. Το κουτί άδειο.
«Α ρε διάολε… Τελείωσε. Πρέπει να πάω σούπερ μάρκετ», σκέφτηκε χαρούμενος. Ντύθηκε γρήγορα κι έφυγε απ το διαμέρισμα.
«Το φως στο χολ κάηκε ή το ξανακλέψαν; Πρέπει να βάλω καινούργιο όταν γυρίσω», σκέφτηκε.
Μόλις άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας, σκόνταψε σε κάτι και λίγο έλειψε να πέσει.
«Α παναγία μου!» μουρμούρισε. Ήταν σκύλος, καλυμμένος με χιόνι. Το χιόνι δεν έλιωνε πάνω του.
«Άρη!» αναγνώρισε τον σκύλο του γείτονα.
«Άρη, τι έπαθες; Είσαι εντάξει; Περίμενε, θα χτυπήσω το κουδούνι στους ιδιοκτήτες σου». Πήγε στο θυροτηλέφωνο και κάλεσε το διαμέρισμα του Άρη. Τίποτα. Μετά πήρε γείτονες. Μια γειτόνισσα απάντησε.
«Είμαι ο Παναγιώτης. Ξέρετε που είναι οι γείτονες απ το 64; Ο σκύλος τους παραλίγο να μείνει στον τόπο!»
«Φύγανε, χώρισαν από ό,τι ξέρω. Το διαμέρισμα πουλιέται.»
«Τι να σου πω, ευχαριστώ…»
Ο κύριος Παναγιώτης έβγαλε το μπουφάν του, το έστρωσε δίπλα στον σκύλο. Προσεκτικά τον σκούπισε, τον σήκωσε πάνω στο μπουφάν. Φαινόταν πως δεν ανέπνεε.
«Αχ, βρε Άρη… Άντε ζωντάνεψε!»
Τον έσυρε στην είσοδο, δίπλα στο καλοριφέρ. Τον χάιδεψε στο παγωμένο του τρίχωμα. Μετά χτύπησε την πρώτη πόρτα του ισογείου. Η Ντίνα άνοιξε.
«Παναγιώτη, τι έγινε;»
«Ντίνα, ο σκύλος… Σε παρακαλώ πολύ, βρες μια κοντινή κτηνιατρική να πάρεις ταξί να έρθει.»
«Ναι, μισό λεπτό… Έλενα;»
«Ποια είστε;»
«Ο γείτονας απ το 72, ο Παναγιώτης. Το τηλέφωνο της μου το έδωσε η Ντίνα.»
«Α, καλησπέρα κύριε Παναγιώτη.»
«Για τον Άρη είναι…»
«Αυτό είναι του Νικόλα. Εγώ ποτέ δεν ήθελα αυτό το βλαμμένο το σκυλί.»
«Εμείς πάμε στον κτηνίατρο τώρα…»
«Κύριε Παναγιώτη, αυτός ο κακομοίρης δεν μπορούσε ούτε ένα δάνειο να αποπληρώσει… και πήγε κι αγόρασε και σκύλο! Εγώ κράτησα όλο το σπίτι στις πλάτες μου. Του ζήτησα να το ξεφορτωθεί Ούτε αυτό κατάφερε! Γεια σας!»
«Νικόλα, είμαι ο Παναγιώτης, ο γείτονας, ο πρώην. Ο Άρης γύρισε σπίτι!»
«Θα κάνετε λάθος. Ο Άρης χάθηκε στο βουνό.»
«Είμαι σίγουρος!»
«Αποκλείεται.»
«Ε… δεν είναι σωστό αυτό.»
«Δεν καταλαβαίνω;»
«Μια χαρά καταλαβαίνεις. Τυχερός που δεν έχω τέτοιους γείτονες!»
Πέρασαν μερικοί μήνες και ο Άρης έμενε σε νέο σπίτι. Τα άκρα των αυτιών του τα έχασε και ακόμα πονούσε να πατήσει σε δύο πόδια, αλλά συνήθισε. Κατάλαβε πως δεν ήταν παιχνίδι. Ήταν το παιχνίδι δυο ενηλίκων που του ζήτησαν να εκτελέσει διαταγή „πέθανε”. Κυριολεκτικά.
Είχε πια νέο αφεντικό. Βγαίνουν βόλτα τρεις φορές τη μέρα. Δεν είναι νέος, κι έτσι ο Άρης του κάνει προπόνηση στο τρέξιμο να μην πετρώνει μπροστά στην τηλεόραση.
«Αστεία πλάσματα οι άνθρωποι. Αυτοί πριν, γελούσαν αλλά πήγαν να με σκοτώσουν. Αυτός τώρα συνέχεια γκρινιάζει, αλλά είναι καλόψυχος και τρυφερός. Δεν είμαι χαζός: εκείνους να τους φοβάμαι, αυτόν να τον αγαπάω!»
Κάποια στιγμή, η πόρτα του Παναγιώτη χτύπησε.
«Κύριε Παναγιώτη, είμαι ο Νικόλας. Τώρα μένω με μια κοπέλα, έχει ένα παιδί, κι εκείνη θέλει σκύλο. Να πάρω τον Άρη πίσω; Συγγνώμη για όλα. Πόσα χρωστάω για τον κτηνίατρο;»
«Νικόλα, δεν σε καταλαβαίνω.»
«Έτυχε έτσι… Δεν βγάζω καλά, κι…»
«Στον σκύλο δεν έχει σημασία πόσα βγάζεις… Ο Άρης χάθηκε στο βουνό.»
«Μα, κύριε Παναγιώτη, να τος, είναι πάνω στο χαλάκι.»
«Αυτός είναι ο Ντινό, ο Άρη τον έχασες.»
«Άρη, έλα!»
Ο σκύλος έμεινε ήσυχος στη θέση του. Μόνο δάγκωσε τον αέρα προς τον παλιό του αφέντη.
«Νικόλα, ήρθε η ώρα. Να πας σε γιατρό. Έλεγξε την καρδιά σου.»
«Τι έχει η καρδιά μου;»
«Εκεί είναι το θέμα. Μάλλον δεν έχεις!»
Από εκείνη την ημέρα κατάλαβα: Μπορείς να χάσεις πολλά στη ζωή, αλλά αν χάσεις τη συμπόνια σου, δεν σου μένει τίποτα. Ο σκύλος, τελικά, διαλέγει να αγαπά εκείνους που τον αγαπούν στ αλήθεια.





