Μικρούλα
Τη φώναξε «Μικρούλα» από την πρώτη στιγμή που κάθισε δίπλα μου, σε ένα παρόμοιο κόκκινο, βελούδινο κάθισμα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, μεταχειρισμένο από τόσες πλάτες και αγκώνες όπως και το δικό μου.
Για λίγο κοίταζε αμίλητος την αίθουσα και μετά γύρισε σε εμένα.
Τι έγινε, μικρούλα, βαριέσαι; ρώτησε με έναν αναστεναγμό. Δοκίμασε να σταυρώσει τα πόδια του, αλλά ο στενός διάδρομος ανάμεσα στις σειρές δε βοηθούσε, το μυτερό παπούτσι βρήκε σε μια καρέκλα μπροστά και το πόδι λύγισε παράξενα. Ο Μιχάλης στραβομουτσούνιασε.
Έκανα πως δεν τον άκουσα, καρφώθηκα στη σκηνή, αν και δεν είχε τίποτα να δω. Μερικά τραπέζια ενωμένα, ένα βήμα, κόσμος που έστηνε τον ήχο όλα ίδια, όπως σε κάθε συνέδριο. Και αποπνικτική ατμόσφαιρα.
Αυτού του είδους οι χώροι με ενοχλούσαν, πάντα. Κόσμος κολλητά, ώμο με ώμο, να μη μπορείς να σηκωθείς ούτε να πάρεις ανάσα.
Ε, καλά είπε ο Μιχάλης, ξύνοντας το πηγούνι του. Χάθηκε το παιχνίδι εδώ μέσα! Θα το ξαναπώ, μικρούλα, δεν θα μας πουν τίποτα καινούριο σήμερα. Στο λέω εγώ, τα χω διαβάσει όλα τα χαρτιά, είναι η δουλειά μου. Τίποτα που να αξίζει.
Γύρισα και τον κοίταξα αυστηρά.
Ήταν φροντισμένος, κουστούμι, γραβάτα, παπούτσια πεντακάθαρα. Και πάλι, όμως, κάτι δε κόλλαγε. Σα να είχαν βάλει τη φιγούρα του, όπως ήταν, μέσα σε ρούχα που δεν του ταίριαζαν. Ήταν χιουμορίστας, πειραχτήρι και ολίγον μάγκας τέτοιος ήταν ο Μιχάλης. Και τα μαλλιά του όρθια, με δυο φούντες που στριφογύριζαν σαν μπουκλίτσες, απίστευτα μαλακά.
Μιχάλης, είπε και μου άπλωσε τη μεγάλη παλάμη του, πριν προλάβω να πω τίποτα. Να σου πω, πάμε να φάμε τίποτα; Ε, πεινάς, φαίνεσαι αδυνατούλα. Να σε ταΐσω, εγώ το βλέπω το πράγμα. Πάμε, λοιπόν, φύγαμε!
Τα φώτα ήδη είχαν χαμηλώσει, στο βήμα ανέβαιναν πρόεδροι, διευθυντές και στενοί συνεργάτες, το κοινό χειροκροτούσε, μα ο Μιχάλης ατάραχος με τραβούσε προς την έξοδο, πατώντας διαρκώς πάνω σε παπούτσια άλλων και δικαιολογώντας τη γραβάτα που ξέφευγε από το σακάκι, λες και ύψωνε τη γλώσσα του σε όλους αυτούς τους σοβαροφανείς.
Τι κάνετε εκεί, αφήστε με! διαμαρτυρήθηκα τραβώντας το χέρι μου, αλλά εκείνος δεν μ άφηνε και προχωρούσα γρήγορα πίσω του, έξω.
Βγήκαμε στο φουαγιέ, πάνω που ο ομιλητής ζητούσε από όλους ησυχία χτυπώντας το μικρόφωνο.
Αφήστε με! Πρέπει να γυρίσω μέσα, να σημειώσω τα βασικά, έχω αποστολή! είπα οργισμένη, κρατώντας το μπλοκάκι μου στο στήθος, μου έπεσε το στιλό, σκύβω να το σηκώσω, αλλά ο Μιχάλης με πρόλαβε.
Άσε αυτά, μικρούλα! Θα σου στείλω εγώ όλα τα πρακτικά, στο σπίτι με την ησυχία σου τα διαβάζεις. Τώρα πρέπει να φας. Αλλά πρώτα, νερό. Έχεις χλωμήσει και η καρδιά σου χτυπάει, έτσι; Κοίτα τον σφυγμό σου! Ε, λοιπόν, αέρας, φαγητό και καμία δουλειά με συνέδρια τώρα.
Κι όντως, δεν ένιωθα καλά. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά, το αίμα μου βουητό στ αυτιά.
Κανείς δεν είχε ποτέ ενδιαφερθεί έτσι για εμένα. Πάντα εγώ φρόντιζα: μάνα, άντρα, παιδί. Έτσι ήξερα. Βαρύ, κάπως, καμιά φορά ήθελα κι εγώ να «ανέβω στα γόνατα», να χασομεράω, να πίνω κρασί και να γελάω σαν τις ηθοποιούς στις ταινίες, αλλά δε μου τύχαινε.
Κι ο Μιχάλης μού έδωσε αυτή την ευκαιρία.
Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα σε ένα ζεστό εστιατόριο στη Βασιλίσσης Σοφίας, με έναν σερβιτόρο να φέρνει φρέσκο χυμό πορτοκάλι και λεμόνι, τόσο λαμπερό και ζωηρό, λες και έστυψαν τον ίδιο τον ήλιο της Κρήτης μέσα στο ποτήρι.
Πιες. Και νερό. Τώρα, τι θα φάμε; ρώτησε ο Μιχάλης.
Άραγε του άρεσα πραγματικά; Είχα μια συμπαθητική μορφή, λεπτή, τίποτα περιττό. Ίσως αν δεν είχα αυτή τη μόνιμη έκφραση εξάντλησης, να μην πήγαινα απαρατήρητη από τους άντρες. Τώρα έμπαινα στα σαράντα πέντε, οικογένεια, η αγάπη δεν υπήρχε πια, όλα απλώς κουραστικά, σαν τριαντάφυλλο που μαράθηκε.
Κι όμως, έτσι του άρεσα στον Μιχάλη η εξαντλημένη μικρούλα.
Δεν θέλω τίποτα. Θα συνέλθω και θα γυρίσω μέσα! ψιθύρισα.
Μάλιστα! είπε ο Μιχάλης. Αλλά πρώτα λαβράκι με λαχανικά, καμιά σαλάτα, και Τι θα πιεις, μικρούλα;
Σήκωσε το βλέμμα του απ το μενού, όμορφος, γελαστός, ξέγνοιαστος, να μυρίζει άρωμα και τσιγάρο, γεροδεμένος, με κοίταξε.
Κοκκίνισα. Μα τι μου συμβαίνει; Ο εντελώς άγνωστος με πήρε, με ταΐζει, με φωνάζει μικρούλα, μου φτιάχνει τις τούφες στο μέτωπο, και εγώ λιώνω.
Στο σημείο που με άγγιξε, το δέρμα μου έκαιγε, ανατρίχιαζα.
Ήπιαμε λευκό κρασί και μου έλεγε για τα χρόνια στα έργα, στην Πολυτεχνειούπολη, για τα μαστορέματα στα νησιά, ύστερα για τη δική του εργολαβική εταιρεία, με τον κολλητό του, τον Γιώργο.
Και μετά, μικρούλα, φτιάξαμε ένα μικρό συνεργείο, χτίζαμε εξοχικά, μια χαρά, όλος ο κόσμος θέλει άνεση. Ξέραμε πώς να το κάνουμε. Έλα, φάε! με παρακινούσε. Στην υγειά σου, μικρούλα! Μόλις σε είδα, είπα: Αυτή θέλει φαΐ! Θες να παραγγείλουμε κι άλλο;
Ήταν ζαλισμένη. Από το κρασί, την ευγένεια, το ότι για πρώτη φορά στη ζωή της κάποιος νοιάστηκε να την δει σαν μικρούλα ταλαιπωρημένη.
Στο σπίτι τα πράγματα ποτέ δεν ήταν έτσι. Η μητέρα μου δούλευε διαρκώς, έφευγε νωρίς, γυρνούσε αργά, μόνο εγώ της ζέσταινα φαγητό, έπλενα πιάτα, τα ίδια κάθε μέρα.
Σε γιορτές, Πρωτοχρονιά, έφτανε μετά τις δέκα, από δουλειά στο μανάβικο, καλή είσπραξη, μα κατάκοπη, χλωμή. Εγώ τής διάλεγα το φόρεμα, χτένιζα μαλλιά, τη βοηθούσα να κατέβει στους καλεσμένους.
Ο κόσμος άφθονος συγγενείς, γείτονες, φίλοι γελαστοί, κι εγώ να προσέχω να μην ξεραθεί η μάνα μου με τη πρώτη της βότκα. Μένει βότκα πιστή, σα σαπούνι στην καρδιά! Μετά τον πρώτο γύρο, σωριάται κοιμισμένη στη γιορτή και εγώ να της δίνω αγκωνιά, να συνέρχεται, να πίνει άλλη μια, να λέει τοστ, να γελάει, πικρά όμως… Πότε να γίνω εγώ αδύναμη; Δεν γινόταν.
Νυμφεύτηκα νωρίς ο Ανδρέας, δέκα χρόνια μεγαλύτερος, συνετός, μορφωμένος αλλά απόμακρος. Για αυτόν ήμουν μια γρανάζι στη μηχανή της ζωής του. Μια καλή νοικοκυρά. Δεν περίμενα αγάπη, τα είχα αφήσει πίσω αυτά, ενδιαφερόμουν μόνο να έχω το σπίτι, τη δική μου οικογένεια, δεν υπήρχαν πια οι πρησμένες φλέβες, η θλίψη του παλιού διαμερίσματος. Τώρα είχαμε σαλόνι στα Πατήσια, μπαλκόνι, δύο δωμάτια, βιβλιοθήκη, άντρα. Όλες με ζήλευαν ξεχωριστά από πεθερές, λες και ζούσαμε σε όνειρο.
Σε όλη μου τη ζωή, λοιπόν, ήμουν «Ειρήνη». Ούτε καν το πλήρες όνομά μου ακόμη και η μάνα μου με έλεγε Ειρήνη, όπως και οι φίλες μου.
Και τότε, εμφανίστηκε ο Μιχάλης και ήμουν «μικρούλα». Κρασί, μεζέδες Και να ενδιαφέρεται κάποιος τι σκέφτεται η μικρούλα, τι επιθυμεί.
Ο Ανδρέας δεν είχε χρόνο γι αυτά. Μόνο για το σπίτι, για τα μεγάλα έξοδα ή διακοπές μιλούσε και πάλι ανακοίνωνε σκέψεις, δεν άκουγε. Λάτρευε το φρέσκο αέρα, ποτέ δεν αφηνόταν για μια τρυφερή λέξη ή ένα βλέμμα.
Όμως, ο Μιχάλης μόλις μπήκαμε παρέγγειλε να μας βάλουν σε τραπέζι μακριά από ρεύματα και τρεχάματα.
Τρυφερός…
Ρωτούσε για μένα, απαντούσα με ντροπή. Ναι, έχω άντρα. Και κόρη, βέβαια η Τατιάνα, φοιτήτρια στη σχολή ξένων γλωσσών, της είχα βρει καλό καθηγητή κι ετοιμαζόταν τώρα για πρακτική στην Ιταλία.
Τη μικρή δεν τη «θέλαμε», ούτε προσευχές ούτε όνειρα, απλά ήταν η ώρα όπως έλεγε η πεθερά του Ανδρέα. Ποτέ δε συνέβαινε τίποτα χωρίς κόπο. Όταν έμεινα έγκυος, ο Ανδρέας ήταν απόμακρος, δεν άγγιζε την κοιλιά, δεν μιλούσε με το μωρό. Θεωρούσε το θέμα παράξενο, άβολο. «Θα το μεγαλώσω όταν βγει, τώρα πήγαινε στον γιατρό, αν θες πάω να σε πάω με το αμάξι», έλεγε.
Πήγαινε και έφερνε και από το μαιευτήριο, αγόραζε το καλύτερο φαΐ, σηκωνόταν τα βράδια για τη Τατιάνα, πήγαινε για εμβόλια. Σαν ήρθε η επισκέπτρια στην οικογένεια, έψαξε αν έπλυνε τα χέρια, αν φόρεσε καθαρή ρόμπα, ζέστανε το στηθοσκόπιο με την ανάσα του.
Ειρήνη, κουράστηκες πολύ; ρωτούσε η φίλη μου Αργυρώ. Το παιδί δεν είναι λουλούδι, είναι σταυρός! Σου προσφέρει στήριγμα ο Ανδρέας;
Σήκωσα τους ώμους. Μάλλον. Μα λίγο…
Ένιωθα κάπως θύμα κι ήταν ευχάριστο. Πάντα βρίσκομαι να τρέχω, όλος ο κόσμος ξέρει πως με λυπούνται κι ο άντρας δέχεται παρατηρήσεις. Γιατί δε με προσέχει;
Ο Μιχάλης με λυπήθηκε, με τάιζε λιχουδιές, και πάλι ένιωθα αμήχανα, αντιστεκόμουν.
Έλα τώρα, μικρούλα! αγανακτούσε ο Μιχάλης. Φάε λίγο! Έτσι σε αφήσω; Ε όχι!
Τσιμπούσα λίγο, τον κοιτούσα με παραπονιάρικα μάτια κι έτρωγα.
Με συνόδευσε ως το μετρό, ύστερα αρνήθηκα παρέα, είπα πως έχω δουλειά.
Το βράδυ, στο email ήρθαν οι σημειώσεις.
«Για τη μικρούλα, από τον Μιχάλη!» έγραφε η σημείωση.
Έκλεισα βιαστικά το λάπτοπ, αλλά η Τατιάνα μάλλον τα είδε και χαμογέλασε.
Μα τι βλακείες σκαρφίζονται! άρχισα να φωνάζω. Επίσημα έγγραφα και βάζουν τέτοιες χαζομάρες!
Η Τατιάνα όμως είχε φορέσει ακουστικά, έφυγε με τη μουσική της.
Ειρήνη, Τατιάνα, ήρθα! Ελάτε να φάμε! ακούστηκε από τον διάδρομο.
Ο Ανδρέας, κατακουρασμένος από το λεωφορείο και το μετρό, έβγαλε το πουκάμισο, έμεινε με το παντελόνι, ύστερα φόρεσε σορτσάκι με κάτι τεράστιες φοίνικες, άνοιξε διάπλατα το μπαλκόνι, ανάσανε.
Μύριζε ελαφρώς ιδρώτα, μπαγιάτικο.
Δεν θα πλένομαι τόσο συχνά, Ειρήνη! Αμάν! Ούτε που αντέχω τα ντους σας! Αύριο θα πλυθώ! αγανακτούσε στις ήσυχες υποδείξεις μου. Τέλος, πεινάω.
Τρώγαμε σιωπηλοί. Εγώ σκεφτόμουν τον Μιχάλη τη φρεσκάδα του, την καθαριότητα, τις λεπτότητές του
Την επόμενη μέρα με πήρε τηλέφωνο στη δουλειά.
Καλημέρα, μικρούλα! Τι κάνεις; Μου έλειψες. Έφαγες; ακούστηκε στο κινητό και κοκκίνισα, βεβαιώθηκα πως δεν ακούει κανείς. Το ηχείο μού φώναζε.
Όχι Όχι, ακόμα, τρέχω, απάντησα αμήχανα. Μικρούλα. Αδύναμη και γλυκιά Ανατρίχιασα.
Άσε τα όλα, κατέβα. Είμαι στο καφέ απέναντι, ούτε κάτι ιδιαίτερο, μα φαγητό θέλει το κορμί! Έλα, σε περιμένω!
Τα έχασα, είπα ένα ψέμα στους συναδέλφους, μπήκα στο ασανσέρ, κοντοστάθηκα πριν πατήσω κουμπί. Τα μάγουλα καίνε. Όλοι κατάλαβαν, σκέφτηκα, πως πάω ραντεβού με εραστή.
Και έτσι τον σκέφτηκα πρώτη φορά «εραστής». Νιώθω ταραχή, απερισκεψία.
Σήμερα ο Μιχάλης φορούσε τζιν και μπλούζα, πάλι κάπως ατημέλητος αλλά φρέσκος.
Ήπιαμε καφέ, του έλεγα για την παιδική μου ηλικία, με άκουγε.
Μικρούλα, ξέρεις ότι είσαι όμορφη; Να πάμε για ψώνια, θα σου πάρω φόρεμα. Έχω γνωστούς, θα σε φροντίσουν! Θέλω να σε δω με φόρεμα.
Και με είδε. Όχι αμέσως, αργότερα, όταν με πήγε το βράδυ σε μπουτίκ στο Κολωνάκι, κάθισε να με περιμένει, ενώ οι κυρίες έτρεχαν γύρω μου.
Θεέ μου, πώς με κοίταζε! Με μάτια πεινασμένα, λαχταριστά. Ο Ανδρέας ποτέ έτσι.
Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο βλέμμα! ψιθύρισα αργότερα στη φίλη μου Αργυρώ. Μόνο στις ταινίες! Σαν γυναίκα νιώθω πια κι όσο κι αν ντρέπομαι, μου αρέσει.
Ο Ανδρέας; ρώτησε, ρεαλιστικά, η Αργυρώ.
Δεν ξέρει τίποτα. Και να μην μάθει. Ούτε εγώ ξέρω πια Κράτα εσύ το φόρεμα, στο σπίτι δεν μπορώ να το εξηγήσω!
Η Αργυρώ ύψωσε τους ώμους. Τι είναι να γίνει θα γίνει.
Δεν ξέρω, Ειρήνη Μα ο Ανδρέας, όσο και να ναι, κοίτα τι σου έκανε όλα τα χρόνια, που έτρεξε μέχρι την Αταλάντη να φέρει φρέσκο γάλα χειμωνιάτικα, δούλεψε, σήκωσε σπίτι. Άλλος να ταν, θα αράζε στον καναπέ με μπύρα, μα αυτός διαβάζει, μορφωμένος. Τι είναι ο Μιχάλης; Πού βρήκε τα λεφτά;
Δεν με νοιάζει! Εσύ ζηλεύεις! Εγώ θα σκάσω αν μείνω άλλο με τον Ανδρέα. Δεν έγινε ποτέ για μένα, κατάλαβες; Ζηλεύεις!
Η Αργυρώ κούνησε τους ώμους αδιάφορα. Ισως να ζήλευε αλλά όχι γι αυτόν τον Μιχάλη, για τον άντρα μου
Πλέον αργούσα να γυρίσω σπίτι, μαγείρευα κάτι πρόχειρο, εγώ δεν έτρωγα, ανακάτευα το κρύο τσάι αφηρημένη.
Μαμά, μου δίνεις ψωμί; πέντε φορές ζήτησε η Τατιάνα, σηκώθηκε μόνη, έψαξε στη ψωμιέρα. Τέλος το ψωμί πια! είπε με παράπονο.
Χαμογέλασα αμυδρά, μουτρωμένη, κλείστηκα στο δωμάτιο.
Και ονειρευόμουν με ανοιχτά μάτια, με ιδρωμένες παλάμες.
Ο Μιχάλης ήξερε να φιλά, γελούσε με την αδεξιότητά μου, με λυπόταν, πάντα με έλεγε «μικρούλα», με τάιζε, μου έκανε δώρα, τα φυλούσα κρυφά στην Αργυρώ, μου έβαζε λεφτά στην κάρτα. Πάνω στην τρέλα του έστελνε μηνύματα αργά τη νύχτα. Ξέφευγα στο μπάνιο να τα διαβάσω. Έσβηνα τα ίχνη, ξανά-μπήκα, και μετά έκλεινα το κινητό, έπλενα το πρόσωπο να συνέλθω.
Ο Ανδρέας τη νύχτα γύριζε πλευρό, με αγκάλιαζε βαρύς, έβγαζε ένα ρέψιμο. Εγώ έμενα ακίνητη. Κρίμα που υπάρχει στη ζωή μου ο Ανδρέας Κρίμα που τόσο καιρό δεν ήξερα πώς είναι να είσαι μικρούλα, όμορφη, ποθητή. Τόσα χρόνια χαμένα.
Μα τώρα υπάρχει ο Μιχάλης, κι είναι η ευτυχία μου.
Βρισκόμασταν σπίτι του, σε φωτεινό διαμέρισμα στο Χαλάνδρι με μεγάλα παράθυρα, δίχως κουρτίνες, με θέα σε όλη την Αθήνα γεμάτη φώτα. Το κεφάλι μου στριφογύριζε από τη σαμπάνια και το άρωμά του. Τα σεντόνια ήταν αληθινό μετάξι…
Ο κόσμος διαλυόταν σε σπίθες, πυροτεχνήματα έσκαγαν στη νύχτα κι έπεφταν διαμάντια στα σεντόνια. Μαγεία
Μα στο σπίτι όλα βάραιναν. Νόμιζα πως όλοι γνώριζαν. Η Τατιάνα με κοίταζε περίεργα, ο Ανδρέας με βλέμμα βαρύ.
Εφευρίσκα δικαιολογίες να λείπω ως αργά, να μπαίνω όταν όλοι κοιμούνται. Ύστερα, έπινα μόνη πικρό στιγμιαίο καφέ και πλανιόμουν καρτερικά.
Ειρήνη! Πού είσαι; Αγόρασα λάχανο, είχαμε πει να το ψιλοκόψουμε. Έλα, είχαμε συμφωνήσει ήδη! ακούστηκε η φωνή του άντρα από το τηλέφωνο, και εγώ κοίταξα φοβισμένη τον Μιχάλη που κολυμπούσε στην άκρη της πισίνας. Το νερό κρύο, η πισίνα ανοιχτή, ένα κατασκεύασμα υπέροχο.
Ποτέ δεν είχα κολυμπήσει στη «Γλυφάδα», αλλά ο Μιχάλης με πήγε σήμερα, να αλλάξω ρούχα, να κολυμπήσω μαζί του βλέποντας τον ατμό να ανεβαίνει στην παγωμένη ατμόσφαιρα. Από τον πύργο διακρίνονται τα φώτα του Φαλήρου. Μα εμένα τίποτα δεν με νοιάζει πια εκτός από τον δικό μου καβαλιέρο. Επιτέλους βρήκα τον έρωτα
Λάχανο; ψέλλισα, τυλίγοντας πετσέτα στους ώμους. Άσ το, θα αργήσω. Θα πάμε με την Αργυρώ στο κολυμβητήριο. Μου είπαν να δυναμώσω την πλάτη κι εγώ πήρα συνδρομή. Το λάχανο αύριο. Συγγνώμη, βιάζομαι. Γεια!
Διέκοψα κι έτρεξα να ειδοποιήσω τη φίλη μήπως πάρει ο Ανδρέας τηλέφωνο!
Περίμενα να απαντήσει, άρχισα να λέω για το κολυμβητήριο μες στην αγωνία, ώσπου…
Ειρήνη, πήγα σας έφερα κύμινο. Εσείς στο λάχανο βάζετε κύμινο. Ήμουν στη λαϊκή, το αγόρασα, είπα να περάσω. Ο Ανδρέας στο βραστήρα ήδη. Το κύμινο σας έφερα απάντησε ήσυχα η Αργυρώ.
Δάγκωσα το χείλος, κοίταξα γύρω με αγωνία τον Μιχάλη, αλλά ήδη ήταν στον πύργο, έτοιμος να βουτήξει. Κάτω, κάτι νέες κοπέλες τον κοιτούσαν με υγρά βλέμματα.
Ε, μικρούλες, ένα, δύο, τρία! φώναξε πηδώντας, έβγαλε το κεφάλι απ το νερό και μου έγνεψε. Έλα, Ειρήνη, βουτάμε!
Οι κοπέλες γυρνούν να με κοιτάξουν. Και ξαφνικά νιώθω πάλι άσχημη, με στραβό στομάχι, χοντρές γάμπες, να κολυμπάω ατσούμπαλα. Πάλι με το βλέμμα της πίκρας.
Και οι νέες «μικρούλες» του Μιχάλη ήδη οργάνωναν παιχνίδι, γελούσαν πονηρά γύρω του.
Εκείνος γελούσε, κι ούτε που έδειξε να στενοχωριέται όταν χάθηκα. Σου λέει: Ε, δουλειές, οικογένεια, λάχανο Ας πάει.
Στο σπίτι σκοτάδι, φως βγαίνει μόνο απ την κουζίνα.
Ο Ανδρέας τοποθέτησε μπροστά μου ένα τηγάνι με αυγά.
Πεινάς μετά την προπόνηση; Φάε. Θέλεις σαλάμι;
Γέμισε μια μεγάλη κούπα τσάι.
Έγνεψα αρνητικά, τον απέφευγα, έπιασα το πιρούνι κι άρχισα να παίζω με τα αυγά.
Ξέρει ή όχι; Και τώρα; Γιατί τόσο ήρεμος;
Ειρήνη ξεφώνησε ύστερα από ώρα ο Ανδρέας. Η Αργυρώ έφερε κάτι πράγματα. Ήθελε να βοηθήσει, αλλά τη σταμάτησα. Δική σου κουζίνα, τι τρυπώνει; Πάντως έχει αφήσει πακέτα λέει δικά σου. Είναι;
Ανασήκωσα την τραπεζομάντηλα, είδα τα πακέτα, σήκωσα τους ώμους.
Έτσι λέω κι εγώ! φάνηκε να χαίρεται ο Ανδρέας. Βάλε και για μένα κάτι να πιω, ξεράθηκε το στόμα μου. Ή καλύτερα κονιάκ δώσ μου!
Πετάχτηκα, πήγα στο ντουλάπι, ύστερα σταμάτησα απότομα.
Μικρούλα, άκουσα τον άντρα μου, γύρισα απότομα. Η μικρούλα είναι στο τραπέζι, σκούπισέ την. Η Τατιάνα συνεχώς αφήνει ψίχουλα. Πάρε πανί και καθάρισε, ολοκλήρωσε ήρεμα και με κοίταξε βαριά από κάτω από τα φρύδια πριν γυρίσει πλάτη
Πήγαμε μετά δίπλα για κονιάκ, αμίλητοι, χωρίς να τολμόυμε να κοιταχτούμε.
Μετά σηκώθηκε κι έφυγε.
…
Αργυρώ, καταλαβαίνεις; Έφυγε! Πήρε τα ρούχα του, τα κλειδιά στο τραπεζάκι. Αργυρώ! Έκλαιγα στο τηλέφωνο, έβλεπα το παραμορφωμένο μου είδωλο, άσχημη και κουρασμένη μικρούλα, τρεις ώρες πριν ήμουν με τον Μιχάλη στην πισίνα. Ακόμα μύριζα χλώριο, η μέση μου έκαιγε. Αργυρώ! Πώς μπόρεσε; Δεν είναι αυτό αντρίκεια πράξη;
Εξοργίστηκα, έσφιξα τη γροθιά, χτύπησα το τραπέζι.
Ίσα-ίσα. Πραγματικός άνδρας. Άλλος θα σε είχε δείρει. Ο Ανδρέας απλώς έφυγε. Από το σπίτι του. Ακόμα και τώρα μιλάς εναντίον του; ειρωνεύτηκε η Αργυρώ. Τόσα χρόνια αναρωτιόμουν γιατί δεν σας κάθεται ο γάμος λεφτά είχατε, Τατιάνα αστέρι, ο Ανδρέας δεν έπινε. Αν ήταν φλύαρος ή καλοπερασάκιας, πάλι θα φώναζες. Εσύ όμως ήθελες άλλη ζωή, να σου λένε γλυκόλογα; Έστω κι εσύ δεν φέρθηκες ποτέ τρυφερά, ούτε ένα μπράβο. Και οι άντρες είν σαν τα παιδιά! Πες μπράβο μια φορά, θα κάνει για σένα τα πάντα! Εγώ, λοιπόν, δεν είμαι μαζί σου. Καληνύχτα.
Άφησα το κινητό στο τραπέζι, κάθισα σφαλισμένη, ξέσπασα σε κλάμα
Η Τατιάνα τελείωσε εξεταστική, έφυγε με φίλους στη Χαλκιδική. Δεν μιλούσε μαζί μου.
Ο Μιχάλης εμφανίστηκε μετά από μια βδομάδα, με περίμενε στη σκοτεινιά της εισόδου.
Μικρούλα! ψιθύρισε, με το παγωμένο πρόσωπο στη γούνα του μπουφάν. Μου έλειψες;
Τον είχα αναζητήσει στο τηλέφωνο να ξεσπάσω, δεν απαντούσε, αλλά τώρα εμφανίστηκε μόνος του
Μιχάλη Τι θες;
Έψαχνα το αυτοκίνητο με το βλέμμα.
Ήρθα να πάρω τα χρωστούμενα, μικρή! με αγκάλιασε.
Ποια χρωστούμενα; Τι λες;
Τρόμαξα, προσπάθησα να απελευθερώσω τον αγκώνα, αλλά κράταγε σφιχτά.
Σε τάισα; Σε φρόντισα; Να πληρώσεις, γατούλα! Έχω πρόβλημα με λεφτά, το σπίτι που σου άφησε μάνα σου, πέντε κατομμύρια αξίζει. Πάμε να το πουλήσουμε, κι αυτό που μένεις τώρα. Έλα να μιλήσουμε!
Έβγαλα μια φωνή, τίναξα τα χέρια, αλλά πάγωσα δεν υπήρχε ψυχή να με δει.
Άνοιγε, μικρούλα, κρυώνω! με έσπρωξε.
Λύγισα, έπεσα στα γόνατα στο χιόνι, και τότε ο Μιχάλης με απελευθέρωσε, τίναξε το κεφάλι, έπεσε στο πλάι.
Από πάνω του, ο Ανδρέας, αχτένιστος, χωρίς παλτό, έτρεμε στα χέρια.
Άι φύγε από δω! Μακριά από την Ειρήνη, σκοτώσου αν ξαναεμφανιστείς! βρυχήθηκε, όρμησε, κι εγώ του κράτησα το χέρι.
Ο Μιχάλης αντιλαμβάνεται χαμογελάει ειρωνικά, πήρε μια στον σβέρκο και σωπαίνει.
Άντε φύγε! Να μη σε ξαναδώ! φώναξε ο Ανδρέας, πήρε το σκουφάκι που έπεσε, σκούπισε τη μύτη του και γύρισε σε μένα. Πάμε σπίτι, κρύο έχει
Τι συζήτησαν και τι ένιωσαν εκείνη τη νύχτα ξέρει μόνο το φεγγάρι και το αεράκι απ το μισάνοιγο παράθυρο. Στο τραπέζι δύο άθικτες κούπες τσάι, το παλιό ρολόι χτυπούσε. Μετά σκοτάδι, δυο άνθρωποι άντρας και γυναίκα που αποφάσισαν να ζήσουν.
Κανείς δεν με φώναξε ξανά «μικρούλα». Αν το άκουγα, θα τιναζόμουν, θα γύριζα αλλού.
Ο Μιχάλης χάθηκε για πάντα. Δεν του βγήκε, γιατί ο άντρας μου στάθηκε ακλόνητος.
Ένα μεσημέρι, άκουσε στο λεωφορείο ότι παρέλαβα διαμέρισμα από τη μητέρα μου, άκουσε για τα αδιέξοδά μου, ήξερε πως αν πίεζε, θα τα έπαιρνε όλα: του είχα αφεθεί, με είχε ταΐσει, με είχε δαμάσει. Αλλά βιάστηκε. Ο Γιώργος, φίλος του, του πίεζε να ξεχρεώσει. Κι επεδίωξε να αρπάξει και τα χασε όλα. Δεν πειράζει όμως υπάρχουν κι άλλες μικρούλες, ταλαίπωρες, στερημένες, μελαγχολικές. Ο Μιχάλης θα βρει άλλες να τους δώσει λίγο ευτυχία και μετά να πάρει τα οφειλόμενα.
Εγώ όμως… Εγώ έμαθα να εκτιμώ τη σιγουριά του απλού, ήσυχου άντρα που βάζει το τσάι μου δίχως να το ζητήσω, κι ας μην ξέρει να φτιάχνει μεγάλα λόγια.
Κι αυτή η σιγουριά είναι η μόνη μου αλήθεια.





