Τυχαία συνάντηση
Το μπουφάν της Παναγιώτας ζέσταινε μόνο το κάτω μέρος της. Το πούπουλο είχε μαζευτεί, και πάνω-πάνω είχε μείνει ένα λεπτό πανωφόρι που το τρυπούσαν όλοι οι αέρηδες. Κάτω, τη βοηθούσαν τα χοντρά πλεκτά παντελόνια και οι γούνινες μπότες· το μάλλινο φουλάρι το τραβούσε πάνω στους ώμους, περνώντας το μέσα από τα μανίκια, για να μη ξεπαγιάσει.
Το αυτοκίνητο της φίλης της, της Κατερίνας γνωστή από τη λαϊκή αγορά, είχε βγάλει πάλι πρόβλημα. Έτσι, τώρα είχαν χωρίσει και καθεμία, φορτωμένη με τις σακούλες της, προσπαθούσε να βρει κάποιον να τις πάει. Δύσκολα να χωρέσουν και οι δύο σε ένα αμάξι με τόσα πράγματα, οπότε πήρε η καθεμία τον δρόμο της.
Όταν δούλευε η Παναγιώτα σε μαγαζί, δεν είχε τέτοιους μπελάδες. Μα τα λεφτά δεν έφταναν μόνη της μεγάλωνε δυο παιδιά, κι έτσι τελευταία είχε ξεκινήσει να πηγαινοέρχεται μόνη στα παζάρια με την Κατερίνα.
Τα λεφτά δεν αυξήθηκαν, το εμπόρευμα δεν πουλήθηκε ακόμα, αλλά τα προβλήματα πλήθυναν.
Πλέον έπρεπε να φέρνει κάθε πρωί τα πράγματα στη λαϊκή και το βράδυ να τα μαζεύει, να τα κουβαλάει σπίτι, και να τα ανεβάζει, δώστου και ξανά, στον τέταρτο όροφο αν δεν ήταν ο γιος της στο σπίτι να βοηθήσει.
Κάποτε τραγουδούσε κι εκείνη το „Θέλουμε αλλαγή”, μα αυτή η „αλλαγή” της ήρθε αλλά χωρίς καθόλου ομορφιά το εργοστάσιο όπου δούλευε έκλεισε, τις απολύσανε. Ο άντρας της είχε εξαφανιστεί από παλιά, και στην Παναγιώτα δεν έμενε τίποτε άλλο παρά να κάνει εμπόριο ενώ πάντα νόμιζε πως αυτό δεν της ταίριαζε καθόλου.
Και να τη τώρα, στέκεται στην άκρη του δρόμου, μέσα στη λάσπη του χειμώνα, σχετικά νέα γυναίκα κι ας φαίνεται εξαντλημένη τα χείλη της σκασμένα, τα μάγουλα κόκκινα απ το κρύο στις αγορές, τα μάτια της δακρυσμένα.
Τα αυτοκίνητα περνούσαν και της πετούσαν γκρίζα νερά. Προσπαθούσε να μην κοιτάζει τη βρωμιά στους δρόμους, μόνο τα κεραμίδια και τα δέντρα, όπου το χιόνι ήταν ακόμα άσπρο. Στη ζωή υπάρχει πολύ γκρι, καλό να μην του δίνεις σημασία.
Σήκωσε πάλι το χέρι να κάνει ωτοστόπ και επιτέλους, σταμάτησε δίπλα της ένα βρώμικο ξένο αυτοκίνητο.
Θα πάτε προς Παγκράτι; Δε θα ζητήσω πολλά ευρώ, είπε στην ανοιχτή πόρτα και μετά κόμπιασε.
Τον αναγνώρισε αμέσως. Όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει, σαν να μην άλλαξε καθόλου το ίδιο σοβαρό και μυστηριώδες βλέμμα, τα ελαφρώς ανασηκωμένα φρύδια, το ζεστό χαμόγελο.
Όσο προσπαθούσε να συνέλθει, εκείνος βγήκε γρήγορα, φόρτωσε τα πράγματά της στο πορτμπαγκάζ.
Κάθισε στη θέση του συνοδηγού, ίσιωσε το φουλάρι της και ξεκίνησε να βρίσκει δικαιολογίες ήταν έτοιμη να εξηγήσει γιατί σήμερα είναι τόσο άσχημη η εικόνα της. Σίγουρα θα την είχε αναγνωρίσει κι εκείνος.
Ή μήπως όχι;
Τόσα χρόνια είχαν περάσει. Πόσα;
***
Ήταν τότε είκοσι δύο χρονών. Την είχαν στείλει για πρακτική σε ένα παλιό δασαρχείο έξω απ τη Λαμία. Ο αρραβωνιαστικός της, ο Αλέξανδρος, την περίμενε ήδη στην Αθήνα. Όλα σύμφωνα με το σχέδιο: πρακτική πτυχίο γάμος.
Τι μπορεί να αλλάξει μέσα σε τρεις μήνες πρακτική; Τίποτα…
Έμεινε σε ένα δωμάτιο στο χωριό, φιλοξενούμενη σε μια κυρία, τη Μαρία, που δούλευε κι αυτή στο δασαρχείο. Μαζί με τον σχεδόν κουφό πεθερό της ζούσε. Εύκολη, φιλική ψυχή η Παναγιώτα γρήγορα έγιναν φίλες και φρόντιζαν μαζί τον παππού.
Μια μέρα έπαθε κάτι ο παππούς σωριάστηκε χάμω. Έτρεξε να βρει βοήθεια, αλλά πουθενά κανείς. Τότε περνούσε ένας τρακτέρ από το δρόμο. Έκανε σήμα· σταμάτησε ένας νεαρός ψηλός, όμορφος, με σοβαρό βλέμμα.
Ήρθαν σπίτι, εκείνος σήκωσε τον παππού λες και ήταν πούπουλο και τον έβαλε μπροστά στο τρακτέρ. Ανέβηκε κι εκείνη μαζί τους. Καρδιοχτυπούσε θα προλάβουν άραγε τον γιατρό;
Έφτασαν στον αγροτικό γιατρό, ήρθε και το ασθενοφόρο. Κι ο νεαρός δεν έφευγε, πήγε μαζί στην κλινική με την Παναγιώτα.
Όταν πια ηρέμησαν όλα, συστήθηκαν φυσιολογικά.
Δούλευαν στον ίδιο φορέα, έμεναν σε διπλανά σπίτια. Τον έλεγαν Μανώλη.
Ήταν κιόλας βράδυ. Άφησαν τον παππού στο νοσοκομείο εγκαίρως και όλα πήγαν καλά. Μα πώς να γυρίσουν πίσω; Το ασθενοφόρο δεν θα τους γύριζε σε τόσο μακρινό χωριό.
Έλα, η μάνα ενός φίλου μου μένει κοντά εδώ. Θα μείνουμε εκεί απόψε. Αύριο θα μας πάρουν τα παιδιά με τα αγροτικά για να φύγουμε.
Η Παναγιώτα είχε ήδη καταλάβει ότι ο Μανώλης ήταν άνθρωπος τίμιος, αλλά και πάλι κάπως ντρεπόταν.
Όχι, ντρέπομαι. Θα μείνω στο νοσοκομείο και το πρωί με παίρνετε.
Ε, πού; Σε αυτές τις καρέκλες; Άκου με, η κυρα-Λίτσα είναι χρυσή, και το σπίτι μεγάλο. Εγώ θα κοιμηθώ με το γιο της στον ξενώνα.
Τελικά πείστηκε. Ο Μανώλης είχε δίκιο κοιμήθηκε σε φουσκωτά στρωσίδια, δεν κατάλαβε πότε την πήρε ο ύπνος. Η κυρα-Λίτσα ήταν σαν μάνα.
Και καθώς της ετοίμαζε πρωινό, της τα είπε όλα. Ο Μανώλης, της είπε, είχε μια γυναίκα, μάζεψε και τον γιο της, και τον παράτησε μετά. Εκείνος, παρά τις δυσκολίες, κράτησε τον γιο, αγόρασε ζώα, προσπάθησε, χτίζει και καινούριο σπίτι. Ήθελε γυναίκα στο πλάι του.
Η Παναγιώτα χαμογελούσε. Είχε αρραβωνιαστικό, νέο, προκομμένο, και δεν άνοιγε κουβέντα για χωρισμένους με παιδιά.
Όμως, μετά από εκείνο το περιστατικό, άρχισαν όλο και πιο συχνά να διασταυρώνονται οι δρόμοι τους. Στο δάσος, στην καντίνα, στη γειτονιά. Η Μαρία ήξερε καλά τον Μανώλη και μαζί έφεραν πίσω τον παππού.
Του αρέσεις, του Μανώλη, της έλεγε. Τον ρώτησα και κοκκίνισε! Είστε ταιριαστοί.
Έλα τώρα! Έχω τον Αλέξανδρο.
Ναι, αλλά δεν είναι άντρας σου ακόμη. Ο Μανώλης είναι στήριγμα. Οργάνωσε ολόκληρο στάβλο, ζώα, χώματα, και τι δεν κάνει! Έχει και ένα γιο που μόνο μάνα του λείπει.
Κι η καρδιά της χτυπούσε γιατί κι εκείνη τον έψαχνε με τα μάτια. Ήταν γεμάτος σιγουριά, μια ήρεμη δύναμη που τη νιώθεις κι από μακριά. Κυρίως, όλοι τον σέβονταν.
Να το συζητήσεις με τον Σταύρη,” της έλεγαν οι αγρότες.
Η Παναγιώτα ξεχώριζε εκεί μια κυρία σε χωριό, ψηλή, λεπτή, με ελαφρύ καφέ παλτό, άσπρο μέσα στη λάσπη της άνοιξης. Πετούσε πάνω από τη βρωμιά. Οι άντρες κάτι παρατούσαν στο στόμα, ο τρόπος τους γινόταν λες και σοβαρότερος.
„Κυρία μου, τι κάνετε εδώ;”
Παναγιώτα, μένεις λίγο; Να σε πάω εγώ προς το χωριό.
Μονο μερικά χιλιόμετρα απ το δασαρχείο, μα είχε βροχή και μπήκε στο τρακτέρ.
Και το παιδί σου με ποιον; για την Παναγιώτα άντρας με παιδί σήμαινε ότι είναι μεγάλος, αν και δεν την περνούσε παρά δυο χρόνια.
Εσύ κι οι τυπικότητες! Λέγε μου „εσύ”. Είναι με τη μάνα μου το παιδί. Η κα Μαρίνα βοηθάει, τον πάμε και στον παιδικό. Μεγαλώνει, βλέπεις…
Πώς τον λένε;
Γιώργη. Τρέχει σαν τον άνεμο! Να τον κρατάς πάντα από κοντά. Η γιαγιά κάνει μάχη να τον προλάβει, τη κοίταξε, Εσένα δε σου άρεσε όμως;
Γιατί; Ωραία είναι…
Περίμενε να ανοίξει η άνοιξη, να πρασινίσει το βουνό. Είναι πανέμορφα εδώ. Μόνο που το βράδυ δεν έχει φώτα, αλλά θα το φτιάξουμε.
Πήγαιναν μέσα στο σκοτάδι. Ο Δήμος είχε κόψει τον δημοτικό φωτισμό, δεν υπήρχαν λεφτά. Και σ’ αυτό το θα το φτιάξουμε ο Μανώλης σα να έπαιρνε την ευθύνη όλου του χωριού.
Που να ξερε τότε πως η ευθύνη είναι το πιο μεγάλο προσόν σ έναν άντρα!
Τα φλερτ του άρχισαν να γίνονται φανερά. Κατέβαινε στο σπίτι τους, έφερνε ξύλα στη Μαρία, πήγαινε φάρμακα στον παππού. Κι εκείνη αγωνιούσε, πάλευε με τα συναισθήματά της.
Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της να ζει στο χωριό. Στην πόλη, την κρατούσε μόνο ο Αλέξανδρος και οι προετοιμασίες της οικογένειας. Πώς θα νιώσει ο Αλέξανδρος αν μάθει πως βρήκε άλλον; Πώς θα το πάρει η μάνα της;
Με τα βράδια, όταν άκουγε μόνο τους σκύλους και τον αέρα, φανταζόταν τον εαυτό της με τον Μανώλη. Ήξερε πως θα την αγαπάει πάντα, θα την ευγνωμονεί αν σταθεί μητέρα στο παιδί του. Και παιδιά δικά τους, θα μοιάζουν σ εκείνον…
Αλλά η απόφαση μακριά ακόμα δύσκολο να αφήσει τα σίγουρα. Είχε βάλει στο χέρι τα δαχτυλίδια ήδη ο Αλέξανδρος, η μάνα του μάθαινε να μαζεύει για τον γάμο, οι γονείς της κι αυτοί ελπίζανε. Δεν είναι εύκολο να τους διαψεύσεις όλους.
Όμως μέσα της γεννιόταν έντονη προσδοκία αγάπης. Αυτή και η άνοιξη της θόλωναν το μυαλό.
Της φαινόταν τώρα πως ποτέ δεν αγάπησε τον Αλέξανδρο, αλλά τον Μανώλη ναι πραγματικά. Το ότι είχε ακόμα αρραβωνιαστικό έφερνε δραματισμό, και αυτό το έκανε πιο ρομαντικό.
Μια νύχτα, στο αποκορύφωμα της δραματικότητας, σχεδόν προκάλεσε η ίδια την οικειότητα δεν κατάλαβε αν έλεγε αντίο στο παρελθόν ή στη νέα αγάπη. Εκείνος προσπάθησε να το αποφύγει, την καθησύχαζε, αλλά τελικά ενέδωσε, σκέφτηκε πως ίσως αυτή η στιγμή να κλείσει ό,τι έπρεπε να κλείσει.
Ήταν πρώτη της φορά και ήταν τόσο όμορφα που δεν μετάνιωσε τίποτα.
Μα δεν πήρε ποτέ τελική απόφαση. Ήταν αφέλεια, αναποφασιστικότητα ή απειρία;
Κάποια μέρα, στο πηγάδι, συνέβη η κρίσιμη συνάντηση. Πήγαινε να πάρει νερό και είδε ένα ξανθό αγοράκι.
Σκαρφάλωνε επικίνδυνα στο χείλος του πηγαδιού. Η Παναγιώτα έτρεξε πιο γρήγορα.
Εε, τι κάνεις εκεί; Όχι, μπορείς να πέσεις! Η μαμά σου πού είναι;
Και τότε μια λυπημένη κοπέλα πέρασε τρέχοντας και τον πήρε από κοντά.
Δεν πρόλαβα να τον κρατήσω. Ευχαριστώ.
Είσαι η μαμά του;
Όχι, είμαι η Γεωργία, τον προσέχω. Δεν πειράζει, θα τον προσέχω περισσότερο.
Η Παναγιώτα σκέφτηκε ανήσυχα γιος του Μανώλη ήταν, πόσο ξένο της φάνηκε το παιδί. Πόσο δύσκολη η συνήθεια σ ένα ξένο παιδί που δεν σε ξέρει.
Ύστερα την επισκέφτηκε η μητέρα του Μανώλη, η Καλλιόπη. Έκλαιγε· της έλεγε πως ο Γιώργης είχε μάθει στη Γεωργία, το κορίτσι της γειτονιάς με τα δυο χέρια, που αγαπούσε τον Μανώλη κρυφά. Όλα πήγαιναν καλά ώσπου ήρθε εσύ και τον άρπαξες.
Η Παναγιώτα σάστισε. Εκείνη να είναι το πρόβλημα στους άλλους; Δεν ήταν εκείνος που της άλλαξε τα σχέδια; Είχε τόσες τύψεις πλέον.
Ο Μανώλης την παρακάλεσε να μείνει. Την αποχαιρέτησε στο σταθμό, της μιλούσε ασταμάτητα. Η μάνα του και η Γεωργία απλώς είχαν πλάσει σενάρια. Η Γεωργία ήταν ήσυχη κι αχρωμάτιστη με έναν τέτοιο άντρα έχανε το χρώμα της.
Η Παναγιώτα ένιωθε πια πληγωμένη. Δεν άντεξε να είναι μέρος του δράματος, γύρισε στην πόλη, στον αρραβωνιαστικό της.
Κι έτσι τον άφησε να στέκεται μόνος στον σταθμό, με καρό πουκάμισο, λυγισμένους ώμους και πίκρα στα μάτια. Έτσι τον θυμόταν χρόνια.
Έκλαιγε μες στο τραίνο.
Τέτοια ήταν η τρίμηνη πρακτική.
Μα η νιότη γιατρεύει. Προχώρησε μπροστά, παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο, έφτιαξε οικογένεια.
**
Τώρα, στο αυτοκίνητο, προσπαθούσε να βρει μια δικαιολογία γιατί φαίνεται τόσο κουρασμένη. Ήταν σίγουρη ότι θα την γνώριζε.
Ή είχε αλλάξει τόσο πολύ; Είχε πάρει κιλά, τα χείλη σπασμένα, το μπουφάν άχαρο….
Πόσα χρόνια έχουν περάσει;
Δεκαέξι. Ναι, δεκαέξι χρόνια.
Στην αρχή ταξίδευαν σιωπηλοί.
Τι χειμωνιάτικος καιρός, είπε όταν μια νταλίκα τους ξεβρέχιασε από μια λακκούβα.
Ε, εδώ στην Αθήνα. Προς το χωριό, όμως, έχει καθαρό αέρα και οι δρόμοι είναι περίεργα περιποιημένοι.
Είστε από εκεί;
Πηγαινοέρχομαι συχνά. Δουλειές.
Ευχαριστώ που με πήρατε ήταν δύσκολη μέρα, χάλασε το αυτοκίνητο. Κι εγώ πάντα με αμάξι, μα σήμερα… Εννοείται, θα σας πληρώσω…
Τότε ο Μανώλης γύρισε και της έριξε ματιά παράπονο. Κατάλαβε την είχε αναγνωρίσει.
Χαίρετε, είπε σιγανά, προφυλαγμένη.
Γεια σου, Παναγιώτα!
Με γνώρισες λοιπόν; Εγώ νόμιζα, θα με είχες ξεχάσει πια.
Δεν ξεχνιούνται αυτά, το βλέμμα στο τιμόνι.
Κι έσφιξε η καρδιά της η φωνή του, τα χέρια του, το βλέμμα. Ζεστάθηκε, έβγαλε το φουλάρι.
Εσύ, Μανώλη, πώς πας;
Παύση· έδειξε ότι κι αυτός έψαχνε τα λόγια ανάμεσα στο παρελθόν.
Είμαι καλά, να πούμε. Προσπαθώ, το χει ανάγκη ο καιρός. Κι εσύ, βλέπω, το ίδιο.
Εργάζεσαι εκεί ακόμα; Στο δασαρχείο;
Όχι, δεν υπάρχει πια. Με τη μεταπολίτευση διαλύθηκε. Εγώ μεταπήδησα, είμαι μόνος επαγγελματικά.
Σωστά τα λες. Εδώ έτσι όπως τα φέρνει η ζωή Φάρμα έχεις ακόμα;
Και φάρμα και εταιρεία Με κρέατα ασχολούμαστε τώρα.
Τώρα όλοι λίγο ή πολύ έχουν μπει στο εμπόριο.
Ξαφνικά θυμήθηκε το όνομα Προυδαντίδης σε ετικέτα σε χωριάτικα λουκάνικα. Είχε γελάσει τότε· τύχη που το θυμήθηκε τώρα.
Μην μου πεις Τα λουκάνικα Προυδαντίδης δικά σας είναι;
Κάτι τέτοιο, ναι! Δεν είναι νόστιμα;
Μια χαρά! Η μάνα μου όποτε βρίσκει τα αγοράζει. Απίστευτο
Ο Μανώλης άρχισε να της μιλά για το ξεκίνημα της οικογενειακής παραγωγής, την επιχείρηση, τα πρώτα δύσκολα βήματα, πώς έδωσε δουλειά σε ανθρώπους του χωριού, πώς πλέον έχουν δίκτυο σε όλη τη Στερεά Ελλάδα.
Η Παναγιώτα ένιωσε πιο αμήχανα: εκείνη με τα παλιά της ρούχα, εκείνος αυτοδημιούργητος. Λες κι άλλαξαν ρόλους.
Ο γιος σου πώς είναι;
Ο Μανώλης χαμογέλασε.
Έχω τρία παιδιά.
Τρία;
Τρεις γιους. Κι εσύ;
Γιο και κόρη. Μάριος και Ειρήνη.
Ο Γιώργης είναι φαντάρος πέρασε ζόρια Η Γεωργία άσπρισε απ το άγχος! Ευτυχώς γύρισε την άνοιξη.
Η Γεωργία Τελικά με τη σιωπηλή παντρεύτηκε.
Πόσες φορές μετάνιωσε η Παναγιώτα που έφυγε τότε! Πόσες φορές Κι ειδικά τώρα που τον έβλεπε.
Ο Αλέξανδρος αποδείχτηκε ένα τίποτα για άντρας. Τον πρώτο καιρό κάπως προχώρησαν· διορίστηκε μηχανικός, έφυγαν για Βοιωτία, δουλειές, έδωσαν και σπίτι. Μεγάλωναν τα παιδιά, προβλήματα πολλά, όλα ανεκτά.
Γρήγορα όμως άρχισε να μαλώνει στη δουλειά, να αλλάζει θέσεις, να πίνει. Έχασαν το σπίτι, γύρισαν στη μητέρα του Αλέξανδρου. Εκείνος παράτησε τα πάντα, άρχισε να ξενοκοιμάται.
Η Παναγιώτα δεν άντεξε, τον χώρισε, γύρισε στη μάνα της με τα παιδιά. Τον πατέρα της τον είχε χάσει πια.
Ήθελε να του τα πει όλα, μα είπε άλλα:
Ο δικός μου ο μεγάλος είναι Β’ Λυκείου. Η μικρή στην Α Γυμνασίου. Ο χρόνος τρέχει.
Ναι, περνάει.
Σιωπή. Ήθελαν να μιλήσουν για τα σημαντικά, αλλά νόμιζαν και οι δύο πως είναι μόνο δικό τους.
Ένιωσε τύψεις η Παναγιώτα. Μα θυμήθηκε τη μάνα του, τη Γεωργία σε αυτές είχε παραχωρήσει τελικά τη θέση.
Κι εσύ πώς είσαι; ρώτησε ο Μανώλης αδιάφορα.
Βλέπεις! Είμαι άνεργη. Ξεκίνησα δικό μου, μα είναι δύσκολα, μόνη.
Ο άντρας σου; Ο Αλέξανδρος, ναι;
Το θυμάσαι; Έχεις μνήμη!
Παναγιώτα, είχα δει και τη νύφη που θα έπαιρνες. Να φανταστείς, την ακολούθησα με το αμάξι σας μέχρι το κέντρο από μακριά.
Τι;
Η θεία σου η Μαρία μου το πε μια μέρα πριν το γάμο. Μου λέει: Άστο τώρα, αύριο παντρεύεται. Έφυγα με το αμάξι, σε είδα ευτυχισμένη και όμορφη. Δεν ήθελα να φανώ. Γύρισα στο χωριό και έκανα πρόταση στη Γεωργία.
Ωχ Αν το ξερα, τα μάτια της άδεια.
Μόνο θα τα χαλούσα, αν ερχόμουν. Ήσουν πολύ χαρούμενη τότε.
Ναι, ίσως. Μικρή ήμουν σε λίγο χώρισα, γύρισα πίσω με τα παιδιά.
Κρίμα.
Έχω μάθει να τα βγάζω πέρα, επέμεινε, Τελικά είμαι δυνατή. Έντυσα, τάισα τα παιδιά μου, διαβάζουν. Ο μεγάλος θέλει ιατρική. Εντάξει όλα. Εμπόριο, βέβαια, λίγο δύσκολα, αλλά τόσο κρατιέμαι στη θέση μου στη λαϊκή έχει πολύ κρύο αλλά πουλάω.
Ήθελε να δείξει πως παρά τις δυσκολίες, δεν τα παράτησε. Και έτσι είχε γίνει.
Ο Μανώλης έμενε σκεπτικός.
Και με τη Γεωργία πώς τα πας; Με τη γυναίκα σου;
Σήκωσε τους ώμους, κάπως αλλού το μυαλό του.
Εντάξει. Φτιάχνει ψωμί.
Μόνη της;
Ναι. Στ αρχήν στο σπίτι. Τώρα φτιάξαμε τον Φούρνο της γιαγιάς. Εκεί δουλεύει. Για εκείνη το φτιαξα.
Η Παναγιώτα θυμήθηκε: κάποτε μπήκε στο μαγαζί αυτό, φίλη τη σύστησε για τα καλά ψωμιά Της έδειξε τη νεαρή υπεύθυνη, μια κοντούλα γυναίκα, εμφανίσιμη, με κοντό ανδρικό μαλλί και λευκή ποδιά. Παλιότερα το πρόσωπο της φάνηκε γνωστό· τώρα κατάλαβε από πού.
Ήμασταν κοντά στον δρόμο μου, έψαχνε τη διεύθυνση ο Μανώλης, επόμενη γειτονιά είναι.
Σταμάτησε, βγήκε γρήγορα.
Και ξαφνικά πήγε ως το ανθοπωλείο, αγόρασε ένα τεράστιο μπουκέτο μαργαρίτες. Της άνοιξε την πόρτα, της έβαλε τα λουλούδια στα γόνατα, πάνω απ τα πλεκτά της.
Η Παναγιώτα κοιτούσε τα λουλούδια και οι λευκές τους κορυφές θόλωναν μπρος στα μάτια της. Γρήγορα σκούπισε τα δάκρυα πριν λίγο δεν το παιζε δυνατή γυναίκα;
Μετά της βοήθησε να τα κουβαλήσει όλα ως το σπίτι, μέχρι τον τέταρτο, με την είσοδο γεμάτη γκράφιτι. Εκείνη κρατούσε τα λουλούδια σφιχτά στο στήθος.
Θα περάσεις πάνω; Καλύτερα μάλλον να μην έρθει: ακατάστατα, παντού εμπόρευμα, η μάνα με ερωτηματικά στα μάτια.
Ας τολμούσε, μόνο να ερχόταν, να έβλεπε, να λυπόταν
Όχι, Παναγιώτα· δουλειές. Έχω πολλά σήμερα, της έπιασε τον καρπό για λίγα δευτερόλεπτα, σαν αποχαιρετισμό.
Κι έφυγε βιαστικά.
Να τον φωνάξει; Να του τα πει;
Καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται, ένιωσε πιο ελαφριά κατάλαβε ξαφνικά πως και εκείνος τώρα νιώθει το βάρος του αποχωρισμού. Κι αυτό την λύτρωσε.
Τράβηξε μόνη τα πράγματά της ως το σπίτι.
Στην πόρτα η μάνα ερωτήσεις, ιστορίες, οικογενειακά. Μα η Παναγιώτα δεν άκουγε στα χέρια της ένιωθε ακόμα τα δικά του.
Έβγαλε τις μπότες, τις έβαλε στη θέρμανση, κινήσεις μηχανικές.
Η μητέρα της δίπλα της με τα δικά της.
Όταν κάθισε τελικά, τη ρώτησε:
Μαμά, θυμάσαι που πριν το γάμο σου είχα μιλήσει για έναν τύπο απ την πρακτική; Είχα μια ιστορία τότε…
Ναι, θυμάμαι. Γιατί το λες;
Είχες πει σ’ ένα χωριό θα πηγαίνεις; Να κυλιστείς στις λάσπες;. Τον είδα σήμερα.
Τον είδες; Πού;
Δεν έχει σημασία. Τα προϊόντα „Προυδαντίδης” που τρως, δικά του είναι. Κι η γυναίκα του ο φούρνος με τα ψωμιά. Έτσι…
Η μάνα της σιγή, ύστερα ακουμπάει την κούπα κάτω, σαν να πόνεσε. Ύστερα, ήρεμη, ψιθυρίζει:
Τη μοίρα δεν τη διαλέγεις. Κι αν διάλεγες, θα σκοτωνόμασταν όλοι για την καλύτερη
Η Παναγιώτα ένιωσε για πρώτη φορά οίκτο για τη μάνα της.
Σιγά, μαμά. Καλά πάμε. Σήμερα πούλησα δύο κοστούμια και τρία μπουφάν. Μη στεναχωριέσαι.
Μακάρι, παιδί μου. Αν ήξερες πού θα πέσεις, θα έστρωνες και το χαλί. Έτσι είναι
Γύρισε ο γιος της, ψηλός, σοβαρός, με μυστηριακό βλέμμα φωτοτυπία του Μανώλη.
Κι όμως πίστεψαν όλοι πως γεννήθηκε τόσο νωρίτερα, ενώ όλα πήγαιναν φυσιολογικά. Η Παναγιώτα δεν ήταν του παρελθόντος.
Ο Μάριος κάθισε στο τραπέζι.
Μαμά. Μην θυμώσεις! Πιάνω δουλειά στον ιππικό όμιλο, με άλογα. Μεροκάματο θα παίρνω. Σου ορκίζομαι, δε θα χαλάσει το σχολείο, μα Μη με παρεξηγήσεις!
Η Παναγιώτα αναστέναξε. Χθες θα του φώναζε. Μα σήμερα
Πήγαινε, Μάριε, είσαι μεγάλος πια. Κάθε δουλειά τίμια είναι. Και λεφτά θα χρειαστείς. Δεν έχω πρόβλημα.
Κι ο Μάριος χαμογέλασε πιο πλατιά από ποτέ. Κάτι είχε αλλάξει στη μάνα του κι ας μην ήξερε τι, μα ένιωθε ωραία με αυτό το εμπιστευτικό βλέμμα.
Η Παναγιώτα το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ούτε δάκρυα, ούτε παράπονο. Μια περίεργη ηρεμία την είχε κυριεύσει.
Κοίταζε τις μαργαρίτες, σκεφτόταν τη μοίρα, τη συνάντηση αυτή, πώς ο καθένας προχωράει πάλι μόνος, με νέα κεφάλαια στη ζωή.
Όπως τότε, κι αυτή η συνάντηση χώρισε τη ζωή της στα δυο. Ήξερε πως και οι δύο τους θα έχουν μπροστά τους ακόμη αλλαγές και εκπλήξεις. Δεν θα ξανασυναντηθούν, αλλά πάντα, κάπως, είχαν δώσει ο ένας στον άλλον νόημα.
Όλα γίνονται για κάποιο λόγο.
Η σημερινή συνάντηση, της το επιβεβαίωσε πιο πολύ από ποτέ. Μερικές φορές η ζωή μάς δίνει πίσω τα μαθήματα που δεν τολμάμε να διεκδικήσουμε. Το θέμα είναι να μην φοβόμαστε να αγκαλιάσουμε τις ευκαιρίες, ακόμα κι αν είναι διαφορετικές από αυτό που είχαμε ονειρευτεί.




