Μην τολμήσεις να τραγουδήσεις
Το χαμόγελό σου δεν είναι σωστό.
Όλγα δεν κατάλαβε αμέσως πως αυτός απευθυνόταν σε εκείνη. Κοίταζε τα χέρια της, διπλωμένα στα γόνατά της πάνω στο σκούρο μπλε φόρεμα, που ποτέ δεν θα διάλεγε μόνη. Πολύ στενό στους ώμους. Πολύ λαμπερό. Πολύ ξένο.
Όλγα. Είπα, το χαμόγελό σου είναι λάθος. Πολύ σφιγμένο. Ο κόσμος το καταλαβαίνει.
Ο Νίκος μιλούσε χαμηλόφωνα, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του. Κοιτούσε την αίθουσα, όπου ήδη κάθονταν οι καλεσμένοι της επετείου της εταιρίας του. Είκοσι χρόνια εταιρία. Μεγάλη γιορτή. Σημαντική βραδιά. Ο ρόλος της είχε οριστεί από πριν, σαν σημείο σε επαγγελματικό συμβόλαιο: να κάθεται δίπλα του, να φαίνεται κόσμια, να μη μιλάει άσκοπα, να μην πιει πάνω από ένα ποτήρι, να μην πιάσει κουβέντα με συνεργάτες χωρίς την άδειά του.
Συγγνώμη, είπε εκείνη.
Δεν θέλω συγγνώμες. Θέλω να το διορθώσεις.
Το εστιατόριο ήταν από εκείνα τα μέρη που νιώθεις τα χρήματα να βαραίνουν τον αέρα. Δεν φωνάζουν, απλά τα αισθάνεσαι παντού. Στο βάρος των τραπεζομάντιλων, στο ζεστό φως των πολυελαίων, στο πώς σερβιτόροι κινούνται σχεδόν αόρατοι, σαν να αιωρούνται. Η Όλγα είχε έρθει εδώ μερικές φορές ακόμη, και κάθε φορά της φαινόταν πως βρισκόταν σε λάθος μέρος. Όχι σαν σύζυγος επιτυχημένου επιχειρηματία, αλλά σαν άνθρωπος. Μια γυναίκα με όνομα και ιστορία, με κάτι που κάποτε υπήρχε μέσα της.
Ήταν πενήντα πέντε χρονών. Είκοσι οκτώ από αυτά παντρεμένη με τον Νίκο Χατζηδάκη. Γνωρίστηκαν όταν τελείωνε το Ωδείο. Ήταν λαμπερή, φωνάρα, ερωτευμένη με τον Μανώλη Καλομοίρη και τον Θεοδωράκη. Αυτός ήταν νέος επιχειρηματίας, με μάτια που έλαμπαν και τη σιγουριά πως ο κόσμος ήταν κάτι που αγοράζεις ή το πλάθεις όπως σε βολεύει. Την κοιτούσε σαν να ήταν όλος του ο κόσμος. Μετά αποδείχτηκε πως ήθελε να την πλάσει ο ίδιος.
Νίκο, να πάω λίγο στη Δανάη; Κάθεται εκεί μόνη.
Η Δανάη θα περιμένει. Δεν έχεις δουλειά στο τραπέζι των Καραμανλήδων.
Μα γνωριζόμαστε είκοσι χρόνια
Όλγα. Χωρίς θυμό στη φωνή του. Μόνο κούραση, σαν να μιλάει σε παιδί. Εδώ έχει σημασία η βραδιά. Κάτσε. Χαμογέλα.
Χαμογέλασε. Σωστά. Σύμφωνα με τις οδηγίες.
Η αίθουσα γέμιζε. Συνεργάτες, πελάτες, παράγοντες, γυναίκες παραγόντων. Όλοι στολισμένοι, όλοι εύθυμοι όσο πρέπει, να συζητούν τα σωστά θέματα για τέτοια βράδια. Η Όλγα άκουγε κουβέντες μισές και σκεφτόταν πως δεν θυμόταν πια πότε μίλησε τελευταία φορά για κάτι που τη συγκινούσε στ αλήθεια. Για τη μουσική. Για το πώς γράφεται η φούγκα. Γιατί η δεύτερη συμφωνία του Καλομοίρη της ράγιζε ακόμα την ψυχή, έστω κι αν ακουγόταν μόνο στο ραδιόφωνο.
Το ραδιόφωνο στο σπίτι το άνοιγαν σπάνια. Ο Νίκος δεν αγαπούσε τα κλασικά. Έλεγε πως του χαλούσαν τα νεύρα.
Στο διπλανό τραπέζι, μια γυναίκα με κόκκινο φόρεμα γελούσε τρανταχτά με κάποιον. Το γέλιο αληθινό, βραχνό, ζωντανό. Η Όλγα έπιασε τον εαυτό της να την κοιτά με φθόνο. Όχι για το φόρεμα ή γιατί ήταν μικρότερη κι όμορφη. Επειδή απλώς γελούσε γιατί μπορούσε. Χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Το δείπνο κυλούσε. Προπόσεις, χειροκροτήματα, λόγια για τα είκοσι χρόνια επιτυχίας και το λαμπρό μέλλον. Ο Νίκος εκφώνησε το δικό του τοστ λιτά, δυνατά, όπως πάντα. Η αίθουσα χειροκρότησε. Ήξερε να κρατά τους ανθρώπους, αλήθεια. Η Όλγα χειροκρότησε κι αυτή και σκέφτηκε ότι ίσως ήξερε να το κάνει κι η ίδια κάποτε. Να σταθεί μπροστά σε κόσμο και να τραγουδήσει τόσο, που να ξεχνούν να ανασαίνουν.
Τελευταία φορά που τραγούδησε σε κόσμο είχε είκοσι τέσσερα χρόνια. Στη βραδιά του Ωδείου, που ο Νίκος την πήγε κι ύστερα την πήρε πριν τελειώσει, γιατί τον πήραν για δουλειά.
Ο παρουσιαστής ανακοίνωσε διαγωνισμό ταλέντου σχεδόν στο τέλος, όταν οι καλεσμένοι είχαν χαλαρώσει, η αίθουσα θόρυβο πια. Μια ελαφριά διασκέδαση στο φινάλε: όποιος ήθελε, να πάει στη μικρή γωνία-σκηνή και να δείξει τι ξέρει. Κάποιος αστείο, κάποιος ένα κόλπο, κάποιος τραγούδι. Ο Νίκος μειδίασε.
Τι γελοιότητες, είπε ήσυχα.
Η Όλγα δεν απάντησε. Κοίταζε επιμονή τη σκηνή. Εκεί ένα μικρόφωνο. Κι ο πιανίστας, νεαρός με φιλικό πρόσωπο, που ήδη είχε παίξει κάμποσα κομμάτια κατά το δείπνο. Η Όλγα τον πρόσεξε από νωρίς: είχε μακριά δάχτυλα και συνήθεια να γέρνει το κεφάλι στο ρυθμό, ακόμα και στα σιγανά.
Βγήκαν δύο. Ένας είπε ανέκδοτο, ένας έπαιξε φυσαρμόνικα. Ο κόσμος χτύπησε παλαμάκια χωρίς ενθουσιασμό. Πάλι ο παρουσιαστής κάλεσε συμμετοχές και η αίθουσα ήσυχασε.
Η Όλγα ένιωσε μέσα της κάτι να μετακινείται. Όχι βίαια, μόνο ήσυχα, σαν να άνοιξε μετά από χρόνια μια πόρτα. Άφησε τη χαρτοπετσέτα, σηκώθηκε.
Πού πας; ρώτησε ο Νίκος.
Τουαλέτα.
Ούτε πήγε εκεί. Πήγε στον παρουσιαστή, ψιθύρισε στ αυτί του. Αυτός σήκωσε έκπληκτος το φρύδι, έγνεψε. Ύστερα πλησίασε τον πιανίστα, μίλησαν λίγο, εκείνος χαμογέλασε και τα μάτια του έλαμψαν.
Όταν ο παρουσιαστής πρόφερε το όνομά της, φαίνεται πως ο Νίκος δεν κατάλαβε τι γινόταν. Μετά κατάλαβε. Η Όλγα είδε τη φάτσα του στη γωνία καθώς πήγαινε στη σκηνή αλλά προσπάθησε να μην τον κοιτάξει. Κοίταξε το μικρόφωνο.
Τρία σκαλιά στη σκηνή. Ανέβηκε. Η αίθουσα γεμάτη κόσμο σε κομψά σακάκια, ακριβά φορέματα. Μερικοί αδιάφοροι, κάποιοι με ευγενική αναμονή: καλά, τι άλλο θαχουμε.
Η Όλγα έγνεψε στον πιανίστα.
Εκείνος πήρε τους πρώτους συγχορδίες κι η αίθουσα αμέσως ησύχασε δεν ήταν λαϊκό τραγούδι ούτε ελαφρολαϊκό. Ήταν Καλομοίρης. Ένα τραγούδι χωρίς λόγια μόνο φωνή και μουσική.
Τραγούδησε. Πρώτα δεν πίστευε και η ίδια ότι υπάρχει η φωνή της. Ότι δεν είχε χαθεί με τα χρόνια, δεν στέρεψε, δεν εξατμίστηκε. Ήταν εκεί. Κάπως αλλιώτικη, σκουρότερη, φορτωμένη από τα χρόνια, αλλά ζωντανή. Αληθινή.
Η αίθουσα σώπασε στο τρίτο μέτρο. Ξαφνικά, σαν να κόπηκε κομμάτι: σταμάτησαν συζητήσεις, τα ποτήρια έμειναν κάτω, γυρίσαν προς τη σκηνή. Η Όλγα δεν το πρόσεχε σχεδόν. Τραγουδούσε και μόνο έννοια της ήταν να μη χάσει την πνοή της, να κρατήσει τη φράση, να μη σκεφτεί τον Νίκο ή τι θα ακολουθήσει.
Μετά τίποτα δεν είχε σημασία. Ήταν μόνο αυτή.
Όταν τελείωσε, ακολούθησαν λίγες στιγμές απόλυτης σιωπής. Μετά, η αίθουσα σηκώθηκε. Όχι όλοι μαζί, αλλά σηκώθηκαν. Το χειροκρότημα αληθινό, όχι ευγενικό. Η γυναίκα με το κόκκινο φορούσε φώναζε μπράβο. Ο πιανίστας την κοιτούσε από κάτω σαν να έβλεπε κάτι σπάνιο.
Η Όλγα κατέβηκε απ τη σκηνή. Τα πόδια της σαν βαμβάκι. Η καρδιά της χτυπούσε έντονα αλλά ήρεμα. Πήγαινε στο τραπέζι τους κι ήδη έβλεπε το πρόσωπο του Νίκου.
Δεν χειροκροτούσε.
Κάτσε, είπε.
Κάθισε.
Καταλαβαίνεις τι έκανες μόλις;
Τραγούδησα.
Μην ειρωνεύεσαι. Η φωνή του έκοβε και έσταζε παγωνιά. Έκανες το νούμερό σου στη βραδιά μου. Χωρίς την άδειά μου. Καταλαβαίνεις πώς φαίνεται;
Πώς φαίνεται;
Σαν να βαρέθηκες την ανωνυμία. Σαν να μην σου φτάνει. Πήρε το ποτήρι και το άφησε σιγά. Φεύγουμε. Σε δέκα λεπτά.
Νίκο, δεν
Σε δέκα λεπτά, Όλγα.
Πρόλαβαν να την πλησιάσουν τρεις. Η γυναίκα με το κόκκινο, η Τατιάνα λέγονταν, της έσφιξε το χέρι: Είσαι υπέροχη από πού είσαι; Κάποιος γέρος με ψαλιδισμένη γενειάδα της είπε μονάχα: Εξαίσιο. Πού σπουδάσατε; Η Δανάη, εκείνη η παλιά φίλη, ήρθε τρέχοντας απ το τραπέζι της, την αγκάλιασε μύριζε άρωμα και κάτι παλιό, ζεστό. Η Όλγα λίγο έλειψε να βάλει τα κλάματα.
Όλγα, πού ήσουν; Χρόνια, εσύ τραγουδούσες σαν
Δανάη, πρέπει να φύγουμε, πετάχτηκε ο Νίκος, πια. Την πήρε από το μπράτσο, ήρεμα, σχεδόν απαλά, αλλά τα δάχτυλά του έσφιγγαν τόσο που το ένιωθε διαπερνόντας το ύφασμα. Συγγνώμη, η Όλγα δεν αισθάνεται καλά. Πρέπει να φύγουμε.
Στο αυτοκίνητο δεν είπε λέξη. Σιωπή ως το σπίτι. Η σιωπή του ήταν χειρότερη απ τα λόγια. Η Όλγα κοιτούσε απ το τζάμι τη νυχτερινή Αθήνα, τα φώτα, τις βιτρίνες. Μέσα της αναδεύτηκε μια περίεργη ηρεμία. Ούτε λύπη ούτε φόβος – κάτι τρίτο. Μάλλον σαν να θυμήθηκε ξανά το όνομά της.
Στο σπίτι, έβγαλε το σακάκι, το κρέμασε προσεκτικά και γύρισε σε εκείνη.
Λοιπόν, άκου. Καταλαβαίνω πως βαριέσαι. Καταλαβαίνω ότι κάτι ψάχνεις για σένα. Πρέπει όμως να ξέρεις όρια. Υπάρχουν πράγματα που αρμόζουν και που όχι. Απόψε με εξέθεσες μπροστά σε όσους εξαρτιέται η δουλειά μου.
Τραγούδησα. Ο κόσμος χειροκρότησε.
Έγινες καλλιτέχνης σε εταιρική γιορτή. Ξέρεις τη διαφορά;
Όχι, είπε, και η ίδια απόρησε πόσο ήρεμα ακούστηκε η φωνή της. Εξήγησε τη.
Την κοίταξε ώρα. Τέλος είπε:
Έχεις τα πάντα. Σπίτι, άνεση, θέση. Άραγε, τι άλλο θες; Και ειλικρινά, δεν θέλω να το βρω.
Θα σου πω τι λείπει. Εμένα μου λείπω.
Τι σημαίνει αυτό;
Εσύ ξέρεις.
Πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Έκλεισε την πόρτα. Ξαπλωμένη, κοιτούσε το λευκό, τέλειο ταβάνι, όπως τέλεια η ζωή τους απ έξω. Άκουγε τον Νίκο να τριγυρνά, να ανοίγει-κλείνει ντουλάπια. Ύστερα τίποτα.
Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα. Αναλογιζόταν. Θυμόταν πώς πριν δεκαπέντε χρόνια δέχτηκε να φύγει από το ωδείο που δίδασκε φωνητική. Ο Νίκος της είπε πως αυτό ήταν ντροπή για γυναίκα στη θέση του. Πως τα χρήματα αστεία, δεν χρειαζόταν να δουλεύει. Συμφώνησε. Πίστευε πως θα βρει κάτι άλλο. Μα ποτέ δεν βρέθηκε κάτι άλλο, γιατί κάθε τι προσπαθούσε, εκείνος εύρισκε λόγο πως δεν ταίριαζε. Δεν τη χτύπησε ποτέ. Ούτε φώναξε. Ήξερε να εξηγεί ψύχραιμα τι είν το σωστό. Και σε είκοσι οκτώ χρόνια τέτοιας σιγαλιάς, ξέχασε να ακούει τη δική της φωνή. Και κυριολεκτικά.
Μέχρι το χθεσινό βράδυ.
Το πρωί, όσο ήταν στο μπάνιο, ανέβασε απ το πατάρι μια παλιά τσάντα. Έβαλε τα χαρτιά της εκεί διαβατήριο, δίπλωμα ωδείου που βρήκε σε συρτάρι, μερικές φωτογραφίες, το κινητό. Λίγα μετρητά που μάζευε τρία χρόνια για μια ώρα ανάγκης. Δεν ήξερε για ποιά. Τώρα ήξερε.
Ντύθηκε απλά. Τζιν, πουλόβερ, μπουφάν. Όταν βγήκε ο Νίκος από το μπάνιο, στεκόταν στην πόρτα με την τσάντα στον ώμο.
Πού πας;
Φεύγω.
Η παύση κράτησε.
Μην λες σαχλαμάρες.
Καθόλου. Φεύγω.
Όλγα. Ήρεμα, κρατώντας πετσέτα. Είσαι συγκινησιακά φορτισμένη τώρα. Ξάπλωσε, ηρέμησε. Θα μιλήσουμε το βράδυ.
Τα είπαμε ήδη.
Δεν έχεις λεφτά. Δεν έχεις δουλειά. Πού θα πας;
Θα βρω.
Είσαι αστεία. Είσαι πενήντα πέντε. Πού;
Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Πίσω του ο ήχος της φωνής του, χωρίς πλέον νόημα. Στο ασανσέρ κοιτάχτηκε στα μεταλλικά πόμολα. Το είδωλό της τσαλακωμένο, θαμπό. Κόντεψε να γελάσει στον εαυτό της.
Κατηφόρισε με τα πόδια. Ανέπνεε. Ο αέρας μύριζε φθινόπωρο, φύλλα και εσπρέσο από ένα μικρό καφέ. Μπήκε, πήρε καφέ, κάθισε στο παράθυρο και τράβηξε το κινητό. Πήρε τη μόνη που μπορούσε.
Δανάη, σε χρειάζομαι.
Παναγία μου. Τι συμβαίνει;
Έφυγα από τον Νίκο.
Σιωπή. Μετά:
Πού είσαι;
Η Δανάη έμενε μόνη, σε δυάρι έξω από το κέντρο. Τα παιδιά έφυγαν, ο άντρας πέθανε χρόνια πριν. Της άνοιξε, την είδε με τη μία τσάντα, δεν ρώτησε τίποτα. Παραμέρισε:
Έλα μέσα. Ο βραστήρας είναι αναμμένος.
Μίλησαν στην κουζίνα μέχρι νύχτα. Η Όλγα τα είπε όλα, η Δανάη άκουγε σιωπηλή, μόνο ξανά γέμιζε την κούπα. Όταν τελείωσε η Όλγα, είπε η Δανάη:
Έφυγες. Αυτό μόνο μετράει. Όλα τ άλλα θα βρεθούν.
Θα μου κόψει τους λογαριασμούς. Ήδη, μάλλον.
Τους έκοψε;
Το είπε πέρσι αν φύγεις, θα το δεις.
Θα τον δούμε κι εμείς.
Ο Νίκος δεν άργησε. Το κινητό της πήρε φωτιά πρώτα αυτός, μετά η γραμματέας, κατόπιν η μάνα της. Η μητέρα, κλαίγοντας: Ο Νίκος μου είπε πως έχεις πάθει κρίση μετά το εταιρικό, πως βγήκες από το σπίτι χωρίς συναίσθηση
Μαμά, δεν έχω κρίση.
Όλγα μου, ανησυχεί για σένα… Είπες πως χθες έκανες κάτι απρεπές, τον ντρόπιασες…
Μαμά. Είμαι καλά. Είμαι στη Δανάη. Θα σε πάρω αύριο.
Όντως, οι λογαριασμοί της είχαν μπλοκαριστεί. Στο ATM, η κάρτα δεν πέρασε. Τα μετρητά έλιωναν. Η Δανάη δεν δεχόταν να πληρωθεί για το σπίτι, αλλά δεν μπορούσε να το δεχτεί για πολύ.
Τρεις μέρες μετά, ο Νίκος έστειλε τα πράγματά της. Δεν ήρθε καν ο ίδιος: δύο άγνωστοι ανέβηκαν στο διαμέρισμα της Δανάης με δέματα. Τα άνοιξε στην είσοδο: τυχαία καλοκαιρινά φορέματα, τακούνια, διακοσμητικά. Καμιά ζεστή μπλούζα. Καμιά χρήσιμη παρτιτούρα. Κι αυτό, μήνυμα.
Ύστερα, η μάνα της είπε πως ο Νίκος ήρθε σπίτι. Μιλούσε ήρεμα, έλεγε πόσο νευρική ήταν πάντα, πως έκανε τα πάντα για αυτήν, αλλά αυτή δεν τα εκτίμησε, πως χρειάζεται ειδικό. Η μάνα άκουγε. Πάντα ήξερε να ακούει όσους μιλούν με πειστικότητα.
Όλγα, γιατί δεν γυρνάς, να τα βρείτε;
Μαμά, μου μπλοκάρει τα λεφτά και λέει σε όλο τον κόσμο ότι είμαι τρελή. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;
Σιωπή.
Άντρας είναι, Όλγα μου. Όλοι έτσι όταν πληγώνονται.
Η Όλγα κοίταζε έξω. Ύστερα έβγαλε το πτυχίο της και το άφησε στο τραπέζι. Μπλε εξώφυλλο, χρυσοτυπία. Όλγα Λεοντίου Χατζηδάκη. Απόφοιτος φωνητικής. Ίσως ήταν δέκα πέντε χρόνια που το είχε αγγίξει.
Την επόμενη κάλεσε το Ωδείο. Ρώτησε για τον κύριο Αργυρόπουλο, τον δάσκαλό της. Υπέθετε πως θα είχε φύγει. Ζούσε. Δουλεύει ακόμη στην έδρα. Της είπαν το τηλέφωνό του.
Κύριε Αργυρόπουλε, εγώ είμαι. Η Όλγα Λεοντίου. Με θυμάστε;
Σιγή.
Λεοντίου; Από το τέταρτο έτος;
Ναι.
Εννοείται. Που χαθήκατε, παιδί μου, τόσα χρόνια χωρίς νέα.
Ε χαθήκαμε. Έχετε δίκιο. Σας χρειάζομαι, δάσκαλε.
Συναντήθηκαν σε τάξη του Ωδείου στον τρίτο όροφο. Ο Αργυρόπουλος ίδιος όπως τότε: μετρίου αναστήματος, αυστηρός, με μάτια που σε γδύνουν. Τα χέρια πάνω στα γόνατα.
Μεγάλωσες.
Κι εσείς.
Φυσιολογικά. Χαμογέλασε. Τραγούδα.
Τώρα;
Γιατί όχι;
Τραγούδησε. Στην αρχή αβέβαια, τα πνευμόνια δεν τη βοήθαγαν. Η φωνή τρεμόπαιζε. Ο Αργυρόπουλος κούνησε το κεφάλι.
Φωνή υπάρχει. Η τεχνική έφυγε. Χάνεις την αναπνοή. Αλλά η φωνή υπάρχει. Αυτό μετράει, Όλγα μου. Όλα τ άλλα διορθώνονται.
Σε πόσο καιρό;
Εξαρτάται πώς θα δουλέψεις. Αν σοβαρά, σε δυο-τρεις μήνες θα κάνουμε δουλειά. Έμεινε σκεπτικός. Γιατί σταμάτησες;
Παντρεύτηκα.
Κι ο άντρας σου απαγόρευσε το τραγούδι;
Όχι. Απλώς… έτσι συνέβη. Σιγά-σιγά.
Την κοίταξε παρατεταμένα.
Σιγά-σιγά, έτσι; Μάλιστα. Πάμε να δουλέψουμε, λοιπόν.
Δούλευαν καθημερινά. Η Όλγα πήγαινε στο Ωδείο εννιά το πρωί, έφευγε δύο, μερικές φορές και πιο αργά. Η φωνή επέστρεφε αργά, ακανόνιστα. Μια εύκολο, μια χαμένη. Ο Αργυρόπουλος σκληρός «Η φωνή δεν έχει ηλικία. Έχει τεχνική κι έχει βούληση. Τ άλλα δικαιολογίες.»
Η Δανάη της βρήκε μεροκάματο: τμήμα χορωδίας στον δήμο για ηλικιωμένες. Λίγα χρήματα, αλλά δικά της. Τρεις φορές την εβδομάδα. Της άρεσε. Εκεί, γυναίκες εξήντα και εβδομήντα τραγουδούσαν, γιατί το ήθελαν. Ούτε φιλοδοξίες, ούτε καριέρα. Απλά για τη χαρά. Αυτό γενούσε μέσα της μια γλυκιά ίαση.
Ο Νίκος δεν σταμάτησε. Από γνωστούς έφταναν φήμες: έλεγε ότι έφυγε για καθηγητή, ότι δεν πάει καλά το μυαλό της, ότι τον βασάνιζε χρόνια και τώρα την άφησε επειδή δεν άντεξε. Η εκδοχή έπαιζε, αλλά η βάση πάντα ίδια: τρελή εκείνη, θύμα αυτός. Μερικοί το πίστευαν. Μερικοί απαντούσαν με σιωπή. Η μάνα σπάνια μιλούσε. Η Όλγα δεν της κρατούσε κακία. Ήταν άλλης εποχής· τον γάμο δεν τον έμαθε ποτέ κανείς.
Μετά από μήνα, ο Αργυρόπουλος της είπε το κρίσιμο. Έκλειναν μάθημα, εκείνος με σκυμμένο κεφάλι στις νότες:
Σε δύο μήνες θα γίνει στη Θεσσαλονίκη μεγάλη συναυλία φιλανθρωπική. Θέλουν σολίστες. Μπορώ να σε προτείνω.
Η Όλγα στάθηκε.
Δεν έχω εμφανιστεί πάνω από είκοσι χρόνια.
Το ξέρω.
Θα έχει καλό κοινό;
Μεταδίδεται τηλεοπτικά. Όλος ο νομός. Σοβαρό.
Σκέφτηκε.
Θα το σκεφτώ.
Τέλος βδομάδας απάντησέ μου. Δεν σε περιμένουν για πάντα.
Συμφώνησε δύο μέρες μετά. Αυτός περίμενε.
Έξι εβδομάδες σκληρής προετοιμασίας. Ολοήμερη πρόβα: άριες, ρομάντσα. Στο τέλος, κατά επιμονή του Αργυρόπουλου, πάλι Καλομοίρης, αλλά πιο απαιτητικός. Έπεφτε λιπόθυμη τη νύχτα στον καναπέ της Δανάης αλλά αυτή η κούραση είχε ζωή όχι τη μούχλα της παλιάς ζωής. Η Δανάη πολυλογούσε πως δεν τρώει αρκετά, πως ξενυχτάει. Η Όλγα γελούσε: «Έτσι πρέπει.»
Έγιναν φίλες πιο πολύ από κάθε άλλη φορά – όταν ζεις με κάποιον στην ουσία, δεν χρειάζονται σκηνικά.
Τρεις εβδομάδες πριν τη συναυλία, ξεκίνησαν τα προβλήματα. Πρώτα τη πήρε τηλέφωνο ο διαχειριστής της συναυλίας, νευρικός: «Υπάρχουν θέματα με τη συμμετοχή σας.» Δεν έλεγε γιατί. Η Όλγα ρώτησε:
Σας πήρε ο Χατζηδάκης;
Σιγή.
Δεν σχολιάζω.
Τηλεφώνησε στον Αργυρόπουλο. Της είπε λακωνικά:
Έλα αύριο. Θα το λύσω εγώ.
Το έλυσε. Πώς, η Όλγα ποτέ δεν το ρώτησε. Μπήκε στη λίστα. Αλλά εκεί δεν τέλειωσε. Μια εβδομάδα πριν, η Δανάη πήρε τηλέφωνο:
Όλγα, εδώ ήρθαν δύο τύποι. Λένε είναι απ τον Νίκο. Ρώτησαν αν μένεις εδώ.
Και;
Είπα δεν ξέρω καμία Όλγα. Αλλά κάθονται τη γωνία. Πρόσεχε.
Η Όλγα ένιωσε το στομάχι της να κρυώνει. Όχι φόβος απλά κατάλαβε: ο Νίκος δεν αφήνει απλώς. Συνήθισε να έχει. Η φυγή της, γι αυτόν, ήταν διατάραξη τάξης, όχι αγάπη.
Το είπε στον Αργυρόπουλο. Έβγαλε τα γυαλιά, τα καθάρισε.
Θα κάνει φασαρία στη συναυλία.
Μάλλον.
Φοβάσαι;
Η Όλγα συλλογίστηκε.
Όχι. Βαρέθηκα να φοβάμαι.
Ωραία. Στα σοβαρά. Εκεί θα είναι ο Βίκτωρ Παπαδόπουλος.
Ποιος είναι;
Τεράστιος παραγωγός. Ήθελε να σε ακούσει μετά το βράδυ εκείνο στο εστιατόριο. Θα τον φέρω. Κάνε το καλύτερό σου.
Τον κοίταξε.
Εσείς όλα αυτά;
Διδάσκω σαράντα χρόνια, είπε ήσυχα. Μόνο τρεις μαθήτριες είχα με πραγματική φωνή. Η μία έγινε διάσημη στο εξωτερικό. Η δεύτερη πέθανε νωρίς. Η τρίτη παντρεύτηκε και χάθηκε. Έλεγα πάντα: κρίμα για αυτήν. Τώρα χαίρομαι που βρέθηκε.
Η ημέρα της συναυλίας μουντή. Η Όλγα πήγε στη φιλαρμονική δύο ώρες νωρίτερα, βόλταρε στη σκηνή. Τεράστια αίθουσα, παντού σκοτεινά καθίσματα. Αυτά τα λεπτά, λίγο πριν, τα αγαπούσε.
Μια ώρα πριν ξεκινήσει ήρθε ο διαχειριστής:
Κυρία Λεοντίου, έξω περιμένουν δύο. Λένε ότι ήρθαν από τον σύζυγό σας, ότι υπάρχει χαρτί εισαγωγής σας σε κλινική.
Μείνε κρύα.
Αυτός δεν είναι πια σύζυγος. Είναι πρώην. Μπορούν να περιμένουν όσo θέλουν. Εγώ θα τραγουδήσω. Θέλουν, ας έρθουν μέσα, να με ακούσουν.
Ο διαχειριστής ανησύχησε. Η Όλγα κοίταξε στα μάτια.
Είναι το δικό μου ρεσιτάλ. Κανείς δεν με σταματά. Σαφές;
Θα φωνάξω τον κύριο Αργυρόπουλο.
Εκείνος φρόντισε τα υπόλοιπα. Δεν μπήκαν μέσα ποτέ. Πριν την έναρξη, η Όλγα πρόλαβε φευγαλέα στο φουαγιέ έναν πανύψηλο άγνωστο με ακριβό παλτό ο Αργυρόπουλος δίπλα του, του μιλούσε. Αυτός πρέπει να ήταν ο Παπαδόπουλος.
Η Όλγα βγήκε στη σκηνή τρίτη στη σειρά. Αίθουσα γεμάτη, κάμερες. Φόρεμα απλό, σκοτεινό, επιλογή δική της. Κοίταξε το κοινό.
Άρχισε.
Το πρώτο κομμάτι άνετα, σχεδόν χαρούμενα. Στο δεύτερο, δοκιμαζόταν. Το τρίτο, είχε ξεχάσει παντελώς κοινό και κάμερα. Όλα έξω, μόνο η μουσική μέσα της εδώ ανήκει, εδώ ήταν πάντα.
Όταν ξεκίνησε ο Καλομοίρης, παγωνιά στην αίθουσα. Η σιγή εκείνη τη σπάνια, που πραγματικά ακούνε. Η Όλγα τραγουδούσε, και της ήρθε στο νου πως είναι να ξυπνάς πάλι μετά αρρώστια και να βλέπεις τον ουρανό ίδιο. Δεν χάθηκε ποτέ.
Στην τελευταία φράση διέκρινε τον Νίκο στην είσοδο, ταραγμένο, να μιλά στους ταξιθέτες, πίσω του κι άλλος. Συνέχισε απτόητη ως το τέλος.
Η αίθουσα σηκώθηκε όρθια.
Ο Νίκος έμεινε στη μέση του διαδρόμου. Πλάι του ο Παπαδόπουλος, που ήρεμα κάτι του έλεγε. Η Όλγα είδε το πρόσωπο του Νίκου να σκληραίνει και να καταρρέει αθόρυβα, όχι θεαματικά ο άνθρωπος καταλαβαίνει πως δεν έχει καμία ισχύ εδώ.
Τελικά, έφυγε.
Στα παρασκήνια την πλησίασε ο Παπαδόπουλος.
Σας άκουσα. Μπορούμε να μιλήσουμε;
Για τι;
Για συμβόλαιο. Περιοδεία εδώ και ύστερα εξωτερικό. Έχω αίθουσες στην Ευρώπη που χρειάζονται τέτοια φωνή. Χαμογέλασε. Κανείς εδώ πια δεν θα σας εμποδίσει. Το υπόσχομαι.
Ο Αργυρόπουλος μακριά, μόνο την κοίταξε. Ένα νεύμα όλα κι όλα.
Με τη μάνα της μίλησαν αληθινά μετά από καιρό. Πήγε σπίτι, κουζίνα, σιγή. Τέλος, είπε η μάνα:
Σε είδα στην τηλεόραση χθες βράδυ.
Είδες;
Η Δανάη πήρε και μου είπε να το ανοίξω. Δάκρυσε πάνω στο τραπεζομάντηλο. Δεν ήξερα ότι έτσι τραγουδούσες.
Στο ωδείο με είχες ακούσει.
Εκεί ήμουν μάνα σου, φοβόμουν. Τώρα σε είδα απλά στην τηλεόραση, και ξάφνου έγινες εσύ. Σήκωσε το κεφάλι δακρυσμένη. Συγχώρα με.
Γιατί;
Γιατί πίστεψα εκείνον περισσότερο από σένα. Αυτός ήξερε να μιλά. Εσύ σώπαινες. Νόμισα, αφού σιωπά, όλα καλά. Ποτέ δεν κατάλαβα.
Η Όλγα της έσφιξε το χέρι.
Τα κατάλαβες. Ίσως αργά, αλλά τα κατάλαβες. Δεν θυμώνω.
Η μάνα έκλαιγε αθόρυβα. Η Όλγα ήταν δίπλα της σκεπτόμενη πως συγχώρεση δεν σημαίνει να προσποιείσαι πως τίποτα δεν έγινε. Σημαίνει να κρατάς ό,τι χρειάζεται για παρακάτω· τα υπόλοιπα να μένουν πίσω.
Πέρασε ένας χρόνος.
Η Όλγα περίμενε στα παρασκήνια σε αίθουσα της Βιέννης, άκουγε το κοινό να κάθεται. Άγνωστα, μα τα ίδια πάντα ακούσματα: ρούχα, φωνές, βήχες. Η αίθουσα μικρή, παλιά με μάρμαρα και μεγάλα παράθυρα. Έξω χιόνιζε.
Η ζωή της έγινε αυτή: νοικιασμένο δυάρι στη Βιέννη. Συμβόλαιο με τον Παπαδόπουλο. Βαλίτσα έτοιμη κάθε μήνα. Ο Αργυρόπουλος τηλεφωνούσε κάθε εβδομάδα, μιλούσαν για προγράμματα. Η μητέρα της πέταγε μια-δυό φορές το χρόνο, πάντα απορούσε πώς προλαβαίνει.
Για τον Νίκο μάθαινε σπάνια. Έλεγαν πως έπεσε η δουλειά του. Σε λίγο ξαναπαντρεύτηκε, ήσυχα, μια κοπέλα άγνωστη σε όλους. Το άκουσε, σκέφτηκε και ένιωσε μόνο ένα κουρασμένο το καταλαβαίνω. Κάποιοι δεν αλλάζουν ψάχνουν απλώς τον επόμενο βολικό άνθρωπο.
Λυπόταν τη γυναίκα εκείνη. Αλλά δεν ήταν αυτή η δική της ιστορία.
Η δική της τώρα ήταν άλλη. Είχε ό,τι δεν φαντάστηκε: την κούραση από πτήσεις, τις διαφωνίες για το ρεπερτόριο με μαέστρους, τα αμήχανα ξεκινήματα σε ξένες γλώσσες, μοναξιά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Αλλά και: το πρωινό σε μια ξένη πόλη με το παράθυρο ανοιχτό, το χειροκρότημα που είναι δικό σου, το δικαίωμα να αγοράζεις όποιο φόρεμα θες. Να τηλεφωνείς όπου θες. Να κλειδώνεις την πόρτα σου, ήρεμη, χωρίς να σου εξηγεί κανείς τι κάνεις λάθος.
Καμιά φορά σκεφτόταν τα χαμένα χρόνια. Ήρεμα, αντικειμενικά. 28 χρόνια. Πολλά. Θα μπορούσε να τραγουδάει τόσα χρόνια. Να γίνει κάτι άλλο. Ή το ίδιο, μα νωρίτερα.
Αλλά το θα μπορούσα είναι ό,τι πιο άχρηστο. Το ήξερε αυτό.
Είναι τώρα. Η φωνή της υπάρχει τώρα. Η σκηνή εδώ και τώρα.
Μια βοηθός ξεπρόβαλε: Κυρία Λεοντίου, σε τρία λεπτά.
Ναι.
Η Όλγα ίσιωσε το φόρεμα. Πήρε ανάσα αργά, έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της.
Τότε αναδύθηκε μέσα της το πρόσωπο του Νίκου τη βραδιά στο εστιατόριο, που της είπε το χαμόγελό σου είναι λάθος. Πώς απάντησε συγγνώμη. Πώς καθόταν χαμογελώντας σωστά, χωρίς να ακούει πια τη φωνή της.
Τώρα χαμογέλασε αληθινά. Όχι σωστά. Όπως ήθελε.
Και βγήκε στη σκηνή.
Σιωπή.
Κι άρχισε να τραγουδά.




