Μετράς με την ψυχή, ελέγχεις με το μυαλό
– Ρε κορίτσια, η δική μου πλέον το χει τελείως χαμένο! Χτες ήρθε με μια κατσαρόλα γεμάτη φασολάδα! Μπορείτε να φανταστείτε; Ο δικός της φασολάδα του λείπει του γιου μου, λέει! Ο δικός μου δεν τον τρώει τον δικό της. Η Σόνια έσπρωξε το φλιτζάνι με τον ελληνικό και τράβηξε το ποτήρι με το κρασί προς το μέρος της. Από πού μας έρχονται αυτές οι πεθερές, πείτε μου; Θα γίνουμε και εμείς έτσι; Αν ναι, να με πάτε στα βουνά της Πίνδου, να μη βρίσκω το δρόμο να γυρίσω!
– Σόνια, χαλάρωσε! Η Λίζα της χαΐδεψε το χέρι απαλά. Ίσως περνάει μια κρίση μέσης ηλικίας, ίσως βαριέται. Ο γιος της, βλέπεις, ήταν το στήριγμά της. Τι να κάνει τώρα που έμεινε μόνη; Κι εσύ να της λες κι ευχαριστώ λιγότερα θα μαγειρεύεις! Άσ την να προσπαθεί.
– Ε, όχι δα! Σε λίγο θα μας μετακομίσει σπίτι! Άσε που σπατάλησα ένα σκασμό ευρώ για το σετ που αγοράσαμε για τα Χριστούγεννα πέρυσι
– Εκείνο το δώρο της;
– Ναι, αυτό το σετάκι. Το πέταξε στα σκουπίδια!
– Έλα ρε! Γιατί; Η Λίζα καθώς σέρβιρε το τσάι άφησε μερικές σταγόνες πάνω στην τραπεζομάντηλα.
– Δεν ήταν σωστά για την υγεία μου! Τα εσώρουχα δεν ήταν κατάλληλα, είπε! Η Σόνια γέλασε σπασμωδικά. Δεν της είπα πόσο κόστισαν. Αλλιώς θα μου τα έπαιρνε πίσω.
– Πάντα κάτι θα της φαίνεται λάθος! Η υγεία σου τη νοιάζει, αλλά εσένα όλα σε πειράζουν είπε η Λίζα και έβαλε τα γέλια μετά σοβάρεψε. Γιατί ψαχνόταν στα εσώρουχά σου;
– Ρώτα την ίδια! Η Σόνια ξίνισε το βλέμμα της και καθάρισε τη μουντζούρα στο τραπεζομάντηλο. Κοίτα εδώ, τι κάθομαι και κάνω τώρα!
– Ξεκουράσου λιγάκι! Η Ολγα, που άκουγε σιωπηλή, της πήρε το χαρτομάντηλο και της έδωσε τον καφέ. Είσαι πολύ τσιτωμένη.
– Πώς να μην τσιτώσω; Τόσο καιρό στο ενοίκιο δεν ερχόταν ποτέ. Είχα το κεφάλι ήσυχο, εργαζόμουν από το σπίτι μου, κανείς δεν ανακατευόταν. Δεν καταλαβαίνει πως, παρότι δουλεύω σπίτι, βγάζω σχεδόν όσα και ο γιος της! Από τότε που αγοράσαμε το διαμέρισμα εδώ, στην Κηφισιά, νιώθω σαν μονοκύτταρο κάτω απ το μικροσκόπιο! Μπαίνει όποτε βολεύεται, κάνει ό,τι της καπνίσει, επειδή μας βοήθησε με τη προκαταβολή. Τώρα, φαίνεται, είμαι η σκλάβα της… Η φωνή της έσπασε.
– Κλείδωσε τις πόρτες!
– Δεν μπορώ. Ο άντρας μου θα της δώσει τα κλειδιά. „Είναι η μάνα μου”. Μετά μας περιμένουν γκρίνιες μέχρι το τέλος! Να χωρίσω δηλαδή;
– Μη λες τέτοια! Από μια πεθερά θα το βάλεις κάτω; Σόνια, εσένα θυμάμαι πιο χειραφετημένη και τσαμπουκαλού στο σχολείο. Πού πήγε όλο αυτό;
– Στις μαύρες τρύπες των αβάσιμων ελπίδων Ήπιε μια γερή γουλιά κρασί και αναστέναξε. Όχι τίποτα, νιώθω πια έτοιμη να ουρλιάξω κάθε μέρα. Το παιδί με φοβάται. Με ρωτά μαμά, γιατί είσαι τόσο θυμωμένη; Τι να του πω; Ότι η γιαγιά με έφερε στο αμήν; Έχετε δίκιο, κορίτσια
– Φυσικά και έχουμε! Ψάχνω γαμπρό ορφανό εγώ ούτε για φασολάδα, ούτε για νταραβέρια με τις πεθερές! Η Λίζα έκανε νόημα στην σερβιτόρα. Πάμε για γλυκό να στρώσει το νευρικό μας!
– Ό,τι πεις Η Σόνια σκούπισε τα μάτια, χαμογέλασε πλατιά. Θέλετε να σας δείξω την τούρτα που έφτιαξα για τον τελευταίο γάμο; Ζωγραφιά ήταν!
Έσκυψαν και οι τρεις πάνω από το κινητό της κι έμειναν με το στόμα ανοιχτό.
– Άκου τώρα! Η Ολγα έκανε τα μάτια καρφιά. Και αυτό πώς το κατάφερες; Αναρρίχηση είναι!
– Το μυστικό του σεφ! Το παιδί μου μου δωσε την ιδέα, με τα τουβλάκια του Lego! Δόξα τω Θεώ, ήδη έχω έξι παραγγελίες για τους επόμενους δυο μήνες. Μόνο πώς θα τα προλάβω όλα, απορώ.
– Πες στην πεθερά να μείνει με το παιδί σου! Η Λίζα γελούσε. Άσε την να κάνει κάτι παραγωγικό.
– Ω, εσύ είσαι αθώα ψυχή! είπε η Σόνια, γελώντας. Δεν ενδιαφέρεται γι αυτά. Μόλις της τα αναθέσεις, πιάνει πόνους παντού.
– Για να την ξεφορτωθείς, στείλ τους με τον πατέρα και το μικρό στη μάνα σου! πρότεινε η Ολγα.
Το βλέμμα της Σόνιας γυάλισε.
– Ολγα, είσαι θεά! Θα φάνε τη γιαγιά τους με τη κουτάλα, στη δική της κουζίνα και με τα καλά πλυμένα πιάτα. Ευκαιρία να πιείς κι εσύ τη φραπεδιά σου με την ησυχία σου!
Έβαλαν τα γέλια όλοι, ξέροντας πως με λίγη σοκολάτα, ο Βασιλάκης της Σόνιας γίνεται κανονικός διαβολάκος. Συνεχώς στις γιορτές χρειαζόταν να τον μαζεύει να μην το παρακάνει.
– Ολγα, εσύ; Η Λίζα την κοίταξε. Όλο βουβή είσαι σήμερα! Η δική σου δεν σε βασανίζει;
– Εδώ ακόμα δεν πρόλαβα καλά-καλά να τη γνωρίσω απάντησε εκείνη σιγανά. Μετά τον γάμο έχουν περάσει μερικές βδομάδες. Έγλειψε το κουτάλι από τη μαρέγκα και ανατρίχιασε. Πολύ ζάχαρη, βρε παιδί μου.
– Πήγαινε να τους κάνεις μάθημα! Γέλασε η Λίζα μα σταμάτησε, κοιτώντας την πιο προσεχτικά. Όλα εντάξει;
– Μπορεί Η Ολγα θυμήθηκε τι της είχε πει η μέλλουσα πεθερά της, η κυρία Μαρία, τη μέρα του γάμου.
– Κοίτα να δεις, Ολγα, δεν είμαι ούτε γλυκιά σαν μελομακάρονο ούτε τυχάρπαστη δραχμή να σε εντυπωσιάσω. Ακόμα δε με ξέρεις. Έχω τα στραβά μου, τα καλά μου είπε. Σημασία έχει η οικογένεια και η χαρά του Σταύρου. Αν σε διάλεξε, μάλλον κάτι είδες, λες δεν το βλέπω; Προς το παρόν μόνο πως είσαι όμορφη και σπουδάγεις καλά. Τα υπόλοιπα θα φανούν. Δε θα σας ζαλίσω με συμβουλές, αλλά αν χρειαστείτε κάτι, μπορώ να βοηθήσω. Θα δούμε.
Η Ολγα είχε μπερδευτεί από αυτή την ευθύτητα. Σκέφτηκε πως λίγες φορές στη ζωή της είχε ακούσει κάποιον να μιλάει τόσο ανοιχτά για τον εαυτό του.
Τον Σταύρο τον γνώρισε σε ένα γάμο φίλων στα Πατήσια. Εκείνη την πολύχρωμη νύχτα, που όλοι οι άλλοι κορίτσια βρέθηκαν μπροστά, κονταροχτυπιούνταν για τη νυφική ανθοδέσμη, εκείνη περίμενε ήσυχα στη γωνία. Την πλησίασε ένας κοντόχοντρος αλλά γελαστός νεαρός. Η ψηλοτάκουνη Ολγα βρέθηκε σχεδόν μισό κεφάλι πάνω του.
– Γιατί δεν προσπαθείς για την ανθοδέσμη; Δεν θες να παντρευτείς;
– Όχι.
– Γιατί; Όλες το ονειρεύονται.
– Εμένα άλλο με νοιάζει. Να αγαπήσω και να μ αγαπήσουν θέλω.
– Και γι αυτό δε θες να παίξεις το παιχνίδι;
– Ούτε γι αυτό. Εδώ ούτε να σταθώ καλά-καλά σε αυτά τα τακούνια μπορώ, πόσο μάλλον να τρέχω!
Μιλήσανε όλη νύχτα. Στο τέλος ο Σταύρος την πήγε σπίτι, της φίλησε το χέρι, πήρε το τηλέφωνό της και έφυγε.
Οι ώρες εκείνες, που έμεινε ξάγρυπνη χαϊδεύοντας το χέρι της, δεν θα τις ξεχάσει ποτέ. Σκεφτόταν αν ήταν εδώ η γιαγιά μου, τι θα έλεγε; „Επιτέλους!” μάλλον αυτό. Με το μισόκλειστο χαμόγελό της.
Την Ολγα τη μεγάλωσε η γιαγιά της, η Σταματία, μόνη, από τη μέρα που έχασε τον άντρα της και η μάνα της Ολγας έφυγε στην Αθήνα για δουλειές. Μερικά χρόνια έπαιρνε γράμματα και λίγα χρήματα, μετά τίποτα. Η γιαγιά προσπάθησε να την στηρίξει και όσο αρρώστησε, η Ολγα έβαλε τα δυνατά της να ανταποκριθεί στη διαθήκη της: «Μάθε, παιδί μου! Για εσένα ζεις τώρα!»
Η Σταματία πάλεψε τρία χρόνια περισσότερο απ ότι της είχαν πει οι γιατροί, για να την δει να μπαίνει στο πανεπιστήμιο. Η μάνα ήρθε στα μνημόσυνα, πολύ αργά πια, και ενοχλήθηκε που η γιαγιά είχε αφήσει της Ολγας το μικρό διαμέρισμα στην Πλατεία Αμερικής και το κομμάτι αγρού στα Μεσόγεια.
– Πρέπει να το μοιραστούμε, είπε, και ξέσπασε δικαστικά.
Η Λίζα, της οποίας ο πατέρας είχε επιχείρηση, μίλησε με τη μάνα κι έκλεισε το θέμα.
Έμειναν στη ζωή της μόνο οι δικοί της άνθρωποι: η Λίζα, το „γεράκι” της δικηγορίας που λαχταρούσε να ανοίξει σπίτι και η Σόνια με τη γεμάτη φαντασία μαμά-αρτοποιό. Η Σόνια σχεδόν συγκατοικούσε μαζί της και πρόσφερε πάντα μια μερίδα φαγητό παραπάνω για να φάει και η Λίζα ή όποιος ακόμα βρισκόταν σπίτι.
Ο Σταύρος και η Ολγα ήταν μαζί δύο χρόνια πριν τον γάμο. Στο γλέντι, η Λίζα άρπαξε την ανθοδέσμη, τράβηξε έναν όμορφο φίλο του γαμπρού και του είπε, «Χορεύουμε;» Το ειδύλλιο δεν έπιασε «δεν είναι για μένα», είπε μετά, και οι κολλητές κατάλαβαν πως δεν υπήρχε λόγος να ρωτήσουν παραπάνω. Όταν ο Μάξιμος πάτησε ξανά στην παρέα τους, η Λίζα τον απέφευγε διακριτικά.
Η Ολγα δυσκολευόταν, δεν έβλεπε κάτι το περίεργο ο Μάξιμος ήταν πρόσχαρος, ευδιάθετος, πάντα χρήσιμος. Δόξαζε συνεχώς την Ολγα μπροστά στη Μαρία, τη μητέρα του Σταύρου.
Τα χρόνια περνούσαν, ώσπου ήρθε τυχαία το παιδί, η μεγαλύτερη ευτυχία. Προετοιμάζονταν για εξωσωματική, δηλαδή, λόγω δυσκολιών υγείας του Σταύρου, εκείνη ένιωθε ήδη έτοιμη να το παλέψει και ξαφνικά έμεινε έγκυος μόνη της.
– Θαύμα, Σταύρο! Έκλαιγε στα γέλια και μπροστά στη Μαρία, που έτυχε να έχει έρθει στα γενέθλια του Σταύρου. Το καλύτερο δώρο!
Ο Σταύρος την αγκάλιασε δυνατά, αλλά η μητέρα του ζάρωσε το πρόσωπό της.
– Γιατί έτσι, μαμά; ρώτησε ο Σταύρος, γυρνώντας με το αμάξι στη Νέα Σμύρνη.
– Δεν ξέρω… Πολύ απρόσμενο είναι όλο αυτό.
Δηλαδή;
– Πες μου την εμπιστεύεσαι;
– Απόλυτα! Μην ξαναβάλεις τέτοιες σκέψεις!
– Χαίρομαι, παιδί μου είπε η Μαρία και βυθίστηκε στις σκιερές σκέψεις της μπροστά στο παράθυρο.
Γεννήθηκε ο μικρός Φώτης κι όλη της η φροντίδα πήγε εκεί. Η Μαρία δεν ανακατευόταν, αλλά μόλις ζητούσες βοήθεια, έτρεχε να τη δώσει.
– Ολγα! Σαν να χάθηκες! Η Λίζα χτύπησε τα δάχτυλα της μπροστά στα μάτια της Ολγας, η οποία είχε βυθιστεί στις σκέψεις της. Τι έπαθες;
– Τίποτα, μωρέ Η Ολγα τινάχτηκε. Πάμε να μη μιλάμε άλλα μελαγχολικά. Λίζα, τι λένε τα γκομενικά;
Τσέκαρε διακριτικά το κινητό. Είχαν περάσει δύο ώρες, και η Μαρία δεν είχε πάρει ούτε μια φορά. Για εκείνη ήταν η καλύτερη πεθερά! Ήταν δική της ιδέα να βγει η Ολγα «Πήγαινε, να αλλάξεις λίγο παραστάσεις! Θα κρατήσω εγώ τον Φώτη!»
– Σε ευχαριστώ Ήταν τα μόνα λόγια που βρήκε. Κάτι την κρατούσε σε απόσταση απ’ τη Μαρία, σα να υπήρχε μια μυτερή πετρούλα μέσα τους. Μικρή, αλλά ένιωθε πάντα αυτή τη διαχωριστική γραμμή.
Άκουγε τη Λίζα να σκαρώνει αστεία ιστορίες για τους επίδοξους μνηστήρες της και πειραζόταν που κάτι την ενοχλούσε, χωρίς να το προσδιορίσει.
Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνό της δυνατά, σπάζοντας το χαμηλό μουρμουρητό της καφετέριας.
– Ολγα Η φωνή της Μαρίας ακουγόταν πνιγμένη. Ολγα
Τα υπόλοιπα ήταν ένα γκρι σύννεφο στη μνήμη της. Δεν θυμόταν πόσες φορές τη χαστούκισαν οι κοπέλες για να συνέλθει, πώς πήραν ταξί, πού έτρεχε να βρει βοήθεια η Λίζα, πώς κατέληξε σπίτι και είδε τη Μαρία γηρασμένη κατά είκοσι χρόνια να παίρνει τον Φώτη από τα χέρια της Λίζας και να της λέει: «Θέλεις να έρθεις μαζί μου; Φοβάμαι»
Ο Σταύρος σκοτώθηκε μπαίνοντας με το αμάξι σε μια ανοιχτή τρύπα. Το αμάξι τινάχτηκε και πετάχτηκε πάνω σε μια νταλίκα.
Η Ολγα τυλίχτηκε στην ομίχλη του πένθους. Έδειχνε δύναμη όσο μπορούσε, αλλά πάλευε. Πρότεινε στη Μαρία να έρθει να μείνει στο σπίτι τους, αλλά εκείνη αρνήθηκε.
– Δεν αντέχω. Τα ρούχα του, το δωμάτιό του είναι ακόμα εκεί. Περιμένω ότι θα μπει από στιγμή σε στιγμή, να ζητήσει μελοπιτάκια.
Ο μικρός Φώτης τριγυρνούσε ανάμεσα στις δυο γυναίκες, χαϊδεύοντας τα πρόσωπά τους για να καταλάβει γιατί ήταν τόσο θλιμμένες και πού πήγε ο πατέρας του.
Με τον καιρό, η Μαρία ζεστάθηκε κοντά στον εγγονό. Μόλις η Ολγα την παρακάλεσε να προσέχει το παιδί, εκείνη συμφώνησε και άρχισε να περνάει όλο και περισσότερο χρόνο μαζί τους.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, που ήταν να πάνε οι τρεις τους στο Καρπενήσι όπως είχαν ονειρευτεί, να κάνει σκι ο Σταύρος και να φτιάχνουν χιονάνθρωπους, όλα πόνεσαν ακόμα περισσότερο.
Σκέφτηκε να ακυρώσει τα πάντα, αλλά η Μαρία επέμεινε να φύγουν έστω και για λίγο.
Το χιονισμένο τοπίο τους υποδέχθηκε με κρύα βροχή. Παραμόνο μία μέρα έφαγαν περπατώντας ως τη λίμνη. Τα γκρίζα κύματα έγλειφαν τις πέτρες, μπαμπαλίζοντας το κορμί της γης.
– Πολύ άγριο το τοπίο είπε η Ολγα σφίγγοντας το ζεστό σκουφάκι του Φώτη. Εκείνος γελούσε κάθε που μια σταγόνα τον άγγιζε.
– Έτσι είναι η ζωή Ανένδοτη. Η Μαρία σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος της. Εκείνη τη στιγμή, η Ολγα την αγκάλιασε σφιχτά, πράγμα που δεν είχε τολμήσει ποτέ. Η Μαρία ακούμπησε απαλά το κεφάλι στον ώμο της Ολγας.
– Καλό που μείνατε εσείς
– Εμείς;
– Εσείς. Κόντεψα να σας χάσω κι εσάς
– Δεν καταλαβαίνω!
– Ο Μάξιμος! Η Μαρία είπε το όνομά του σαν να το έβγαλε από μέσα της με το ζόρι. Ήρθε και μου είπε πως το παιδί δεν ήταν του Σταύρου
Η Ολγα πάγωσε στη θέση της.
– Είπε ότι ήξερες τις δυσκολίες του Σταύρου και βρήκες λύση «αλλού». Ίσως το είπε έμμεσα για τον εαυτό του.
Τα χέρια της Ολγας έπεσαν.
– Το πιστέψατε;
– Τι λες τώρα, κορίτσι μου; Αν το πίστευα, θα ήμουν εδώ μαζί σας; Τον έδιωξα. Το ήξερα απ το ύφος του ψεύτης. Κι άλλωστε, ο Σταύρος σου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.
Έσκυψε και την αγκάλιασε. Η Ολγα παρέμεινε σιωπηλή.
– Ό,τι και να συμβεί, είμαστε οικογένεια. Αυτό μου έμαθε η μακαρίτισσα η γιαγιά σου. Οικογένεια θα πει να στέκεσαι, να μην αφήνεις ποτέ κανέναν πίσω.
– Και εγώ το ίδιο θέλω. Η Μαρία πήρε τον μικρό αγκαλιά. Κρυώνεις, Φώτη; Πάμε για φαγητό, μωρό μου. Πες μου ιστορίες για τη γιαγιά σου, Ολγα.
Περπατούσαν στους υγρούς δρόμους, μιλώντας χωρίς αναστολές. Σε κάποια στιγμή η Ολγα ρώτησε:
– Γιατί το έκανε ο Μάξιμος;
– Δεν ξέρω Μερικές φορές οι άνθρωποι πνίγονται στη ζήλια ή στο κακό. Υπήρχε ανταγωνισμός από παιδιά με τον Σταύρο. Ίσως αυτό, ίσως όχι. Δεν θα μάθουμε.
Η Ολγα δε μίλησε για το περιστατικό στο σπίτι, όταν ο Μάξιμος είχε έρθει μετά το θάνατο του Σταύρου και η Λίζα του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα και είπε ψιθυριστά: «Μην αφήσεις πια να μπει εδώ. Δεν αξίζει ούτε γι εχθρός».
Τις μέρες που ακολούθησαν σκέφτηκε αρκετές φορές αυτά τα λόγια.
Έξι μήνες μετά, βγήκε από το κουτί τα παλιά της τακούνια, προσπάθησε να σταθεί
– Μαρτυρικός κινέζικος βασανισμός μουρμούρισε.
– Αν θες να είσαι όμορφη υπομονή! Γέλασε η Μαρία, βοηθώντας τη να βάλει το φόρεμα.
– Με μπαλαρίνες δεν μπορώ; διαμαρτυρήθηκε.
– Πάρε τες μαζί, μόλις κουραστείς, άλλαξε.
Πήρε τον Φώτη και τον μπουκέτο με τα λουλούδια για τη Λίζα.
– Άντε πάμε, θα μας σφάξει η νύφη αν αργήσουμε!
Ο γάμος της Λίζας ήταν φαντασμαγορικός! Μα όσο προλάβαιναν οι καλεσμένοι να καθήσουν, τόσο γρήγορα εναλλάσσονταν όλα τελετή, γαμήλια τούρτα, χοροί.
Η Σόνια ασχολιόταν με την τούρτα, φανερά φουσκωμένη από εγκυμοσύνη.
– Πώς πας; Η Ολγα χάιδεψε διακριτικά την κοιλιά της.
– Σαν τρελή! Συμφιλιώθηκα τελικά με την πεθερά μου, αλλιώς θα έμενε η Λίζα χωρίς τούρτα! Η Σόνια διόρθωσε την τούρτα.
Η Λίζα πλησίασε γελώντας.
– Σόνια, τι τρέχει;
– Άστα Κάτι έπαθε η τούρτα στο δρόμο, αλλά ποιος καταλαβαίνει τέτοιο αριστούργημα;
– Α, μη φοβάσαι. Εγώ δοκίμασα ένα κομματάκι ήταν τόσο τέλειο που δεν κρατήθηκα!
– Άκου να δεις! Η Σόνια ψέλλισε πνιγμένη.
– Θα με μαλώσεις μετά, τώρα πρέπει να πάω να χορέψω! Η Λίζα έφυγε στους καλεσμένους.
– Τι θα την κάνεις; Μειδίασε η Σόνια και κάθισε.
– Οι δικοί σου πού είναι;
– Χορεύουν.
– Πώς είσαι, Ολγα;
– Καλά. Της χαμογέλασε. Εσένα πώς πάει με τη δική σου;
– Αν είχα μία σαν τη Μαρία
Η Ολγα ακολούθησε το βλέμμα της στη Μαρία που χόρευε γελώντας με τον Φώτη στην αγκαλιά. Και τότε, τόλμησε για πρώτη φορά να ψιθυρίσει, σαν δοκιμή στα χείλη της, τη λέξη που ένιωθε πως της αξίζει όσο τίποτα:
– Μαμά…
Το είπε δυνατά κι ένιωσε πιο ήσυχη από ποτέ. Χαμογέλασε στη Σόνια, έκανε ένα μικρό νεύμα στον εαυτό της και επανέλαβε σίγουρα:
– Μαμά.




