Λοιπόν, θες να σου πω κάτι που με έχει σημαδέψει αυτά τα χρόνια; Με λένε Ηλίας και είμαι ο τύπος που δουλεύει στο γκισέ αποσκευών και χαμένων αντικειμένων στον κεντρικό σταθμό της Αθήνας εδώ και είκοσι χρόνια. Το μέρος είναι πάντα γεμάτο φασαρία φωνές, μεγάφωνα να βουίζουν, μυρωδιά από ντίζελ και από κουλούρια που ψήνονται. Κι όμως, εκεί μέσα, εγώ βλέπω πάντα τους «αγκυροβολημένους», όπως τους λέω.
Είναι οι άνθρωποι που δεν παίρνουν τρένο ποτέ. Κάθονται στα παγκάκια με δύο, τρεις, τέσσερις βαριές τσάντες. Τα σέρνουν στις τουαλέτες, τα σέρνουν στο κυλικείο. Είναι άστεγοι ή σε δύσκολη φάση, και όλη τους η ζωή είναι μέσα σε αυτές τις αποσκευές. Δεν μπορούν να βρουν δουλειά γιατί ποιος πάει σε συνέντευξη με sleeping bag στον ώμο; Δεν μπορούν να βρουν σπίτι γιατί δεν μπορούν να αφήσουν πουθενά τα πράγματά τους να πάνε να το δουν. Και τα ντουλάπια φύλαξης στον σταθμό κάνουν 18 ευρώ τη μέρα λες και τους ζητάς χαράτσι.
Πέρυσι το χειμώνα, εμφανίστηκε ένα παλικάρι, ο Μάριος. Καλοξυρισμένος, μ’ ένα καθαρό πουκάμισο, αλλά με δύο τεράστιες βαλίτσες και ένα σακίδιο. Καθόταν δίπλα στο γκισέ μου κάθε μέρα. Τον έβλεπες, ήτανε παγιδευμένος. Μια Τρίτη μου λέει, σχεδόν απελπισμένος: «Έχω συνέντευξη στις 2 η ώρα κάπου στον Ταύρο. Αλλά δεν μπορώ να πάρω… όλα αυτά μαζί μου». Κλωτσούσε τη βαλίτσα του. «Αν τα αφήσω, θα μου τα κλέψουν. Αν τα κουβαλήσω, θα καταλάβουν ότι είμαι άστεγος και δεν με παίρνουν».
Κοίταξα το δωμάτιο πίσω μου, εκεί που φυλάμε τα χαμένα ομπρέλες και παλτό. Του λέω: «Άσε τα εδώ». «Τι;» μου κάνει. «Θα τα δηλώσω Βρέθηκαν – Σε αναμονή. Έχεις 24 ώρες περιθώριο. Πήγαινε στη συνέντευξη. Έλα πίσω πριν σχολάσω». Με κοίταξε λες και του πρότεινα να του χαρίσω νεφρό. Πέταξε τα πράγματα πάνω από τον πάγκο, ίσιωσε την πλάτη του κι έμοιαζε λες και ψήλωσε δέκα πόντους. Έτρεξε έξω ανακουφισμένος. Ξαναγύρισε στις πέντε το απόγευμα, χαμογελαστός: «Πήρα το δεύτερο ραντεβού», μου λέει ξεφυσώντας από χαρά.
Άρχισα να το κάνω και για άλλους. Έφτιαξα δικό μου συστηματάκι. Όποιον έβλεπα να προσπαθεί να πλυθεί στον καθρέφτη της τουαλέτας με σακούλα παραμάσχαλα, του έκανα νόημα. «Άφησέ το εδώ», του ψιθύριζα. Έφτιαξα και ειδικό τετράδιο το έγραφα «Κατάλογος Αγκυροβολημένων». Δεν μάζευα χαμένα μάζευα τα βάρη τους, για να νιώσουν ελεύθεροι για λίγες ώρες.
Μετά από τρεις μήνες, το ανακάλυψε ο προϊστάμενός μου, ο κύριος Γεωργίου. Βρήκε έξι «παράνομες» βαλίτσες στην αποθήκη. «Ηλία, έχεις κάνει το σταθμό αποθήκη τζάμπα. Κινδυνεύουμε», μου πετάει. «Δεν είναι αποθήκευση», του απαντώ. «Είναι πρόγραμμα ένταξης. Αυτή η κόκκινη βαλίτσα; Ανήκει σε μια κυρία που τώρα δίνει συνέντευξη για δουλειά στο φούρνο της γειτονιάς. Η μπλε; Σε έναν που γράφει πανελλήνιες για να πάρει το απολυτήριο».
Βγάζω και το τετράδιο. «Ο Μάριος ήρθε ξανά την περασμένη βδομάδα. Δεν ήθελε πια φύλαξη. Αγόραζε εισιτήριο. Βρήκε σπίτι. Θα πήγαινε να δει τη μάνα του στη Λαμία».
Ο Γεωργίου με κοίταξε λίγο, μετά κοίταξε τις βαλίτσες και τελικά δεν με απέλυσε. Αντί γι αυτό, άδειασε ένα παλιό ντουλάπι δίπλα στην είσοδο. Έβαλε μια πινακίδα: «Ντουλάπες Καριέρας Δωρεάν για όσους ψάχνουν δουλειά. Ρωτήστε τον Ηλία».
Κι έτσι, τώρα έχουμε συνεργασία με το ξενώνα. Όποιος έχει συνέντευξη, παίρνει μάρκα για ντουλάπι. Είμαι 62 κι ακόμα γράφω καρτελάκια στις βαλίτσες τους. Αλλά έμαθα ότι δεν πας μπροστά όταν κουβαλάς όλο το παρελθόν σου στην πλάτη. Καμιά φορά, το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις σε κάποιον δεν είναι χρήματα, αλλά ένα ασφαλές μέρος να αφήσει τα πράγματά του, για να μπορέσει να περάσει μια πόρτα με το κεφάλι ψηλά.





