Με έβρισκαν επειδή ήμουν «χωριάτισσα», ενώ οι ίδιοι κατάγονταν από τα πιο απομακρυσμένα μέρη της επαρχίας…
Μεγάλωσα σε ένα μικρό χωριό της Ηπείρου. Από μικρή συνήθισα τη γη, τη δουλειά, το γεγονός ότι όλα πρέπει να τα κερδίζεις με τον ιδρώτα σου. Δεν είμασταν πλούσιοί, αλλά ζούσαμε με αξιοπρέπεια. Κι έτσι αγάπησα τη γη όχι σαν υποχρέωση, αλλά σαν καταφύγιο της ψυχής. Μου αρέσει να σκάβω στα πήλινα χώματα, να καλλιεργώ με τα χέρια μου λαχανικά, φρούτα, πράσινες μυρωδιές. Νιώθω πως με γειώνει, με ηρεμεί, με φέρνει πίσω στον εαυτό μου. Γι αυτό, όταν παντρεύτηκα, είπα αμέσως: «Χρειαζόμαστε ένα εξοχικό. Αν δεν έχουμε, θα μαζέψουμε και θα αγοράσουμε».
Ο σύζυγός μου στην αρχή δεν ενθουσιάστηκε με την ιδέα, αλλά βλέποντας τον ενθουσιασμό μου, συμφώνησε. Αγοράσαμε ένα μικρό σπιτάκι με κήπο κοντά στα Γιάννενα. Κι όλα φαίνονταν καλά αν δεν υπήρχαν οι γονείς του. Από την πρώτη στιγμή με κοιτούσαν απαξιωτικά. Ιδιαίτερα η πεθερά μου, η Μαρία Βασιλείου. Κάθε συνάντησή μας γινόταν μια διακριτική ταπείνωση.
«Πάλι με τα λαχανικά σου; Σαν αληθινή χωριάτισσα», έλεγε, στραβώντας τα χείλη.
«Ο γιος μας δεν σπούδασε και μεγάλωσε στην πόλη για να σκάβει στη γη τώρα!»
Κι εγώ άκουγα και συσφίγγομες εσωτερικά. Όχι από ντροπή, αλλά επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί τόσο μίσος; Δεν αναγκάζω κανέναν, απλώς προσκαλώ να βοηθήσει. Να εμπνευστεί. Δεν είναι τιμωρία αυτό είναι φροντίδα, είναι ζωή.
Παραιτούμουν όμως για πολύ καιρό. Σκεφτόμουν μάλλον είναι αστικοί, δεν μπορούν να καταλάβουν. Άλλες απόψεις, άλλες προτεραιότητες. Μέχρι που ανακάλυψα κατά λάθος μια αλήθεια που με έκανε όχι να πονέσω, αλλά να γελάσω.
Αποδείχτηκε ότι οι γονείς του συζύγου μου κατάγονταν κι εκείνοι από χωριά. Η μητέρα του από ένα χωριό της Θεσσαλίας, ο πατέρας του από τα βουνά της Μακεδονίας. Επιπλέον, οι δικοί τους γονείς ακόμα ζούσαν εκεί, σε παλιά σπίτια, κρατώντας ζώα και κήπους. Κι εκείνοι αφού μετακόμισαν στην πόλη στα νιάτα τους το έσβησαν από τη ζωή τους. Το έσβησαν με τέτοια πίστη, σαν να φοβούνται μην ανακαλυφθούν οι ρίζες τους.
Και παρόλα αυτά, χωρίς ντροπή, με έβριζαν: «Κοίτα λίγο το σπίτι σου σαν σπίτι γιαγιάς! Αυτά τα βαζάκια, τα μπιμπελό, τις φωτογραφίες Εμείς έχουμε όλα μοντέρνα: γυμνούς τοίχους, εντοιχισμένα έπιπλα, τίποτα περιττό».
Εγώ όμως ακριβώς αυτό θέλω ένα ζεστό σπίτι, αναμνήσεις στα ράφια. Μπορεί να μην είναι της μόδας, αλλά είναι ανθρώπινο.
Για πολύ καιρό σιωπούσα. Δεν τους απάντησα ποτέ. Αλλά μια μέρα, όταν άκουσα πάλι τη λέξη «χωριάτισσα», δεν άντεξα. Καθόμασταν στο αϊβάni, κι εκείνη έκανε πάλι τη μούρη της με την πατάσα μου από φράουλες και τον πίτα με αγκινάρες:
«Μπλιαχ, όλα σου είναι σαν από χωριό!»
Χαμογέλασα και απάντησα ήρεμα:
«Ξέρετε, υπάρχει ένα ρητό: μπορείς να βγάλεις τον άνθρωπο από το χωριό, αλλά δεν μπορείς να βγάλεις το χωριό από τον άνθρωπο. Μόνο που δεν το λέω για μένα. Το λέω για σας, κυρία Μαρία.»
Πάγωσε. Είδα το μάτι της να τραντάζεται. Προσπάθησε να γελάσει:
«Εμένα μου το λες αυτό;»
«Κι εσάς, και τον εαυτό μου. Εγώ είμαι περήφανη για το χωριό μου. Εσείς το ντρέπεστε. Αυτή είναι η διαφορά.»
Μετά από αυτή τη συζήτηση, σιώπησε. Ούτε υπαινιγμοί, ούτε κοροϊδίες. Δεν με ξαναείπε χωριάτισσα, δεν έκανε πια τη μούρη της όταν έφερνα σπιτικό μαρμελάδα ή πίκλες. Μάλιστα, φαίνεται πως άρχισε να με σέβεται.
Και ξέρετε, δεν κρατάω κακία. Αλλά ακόμα με πονάει που προσπάθησαν να με ταπεινώσουν για κάτι που κι εκείνοι κάποτε ζούσαν. Είναι οι ρίζες λόγος ντροπής; Είναι η δουλειά λόγος περιφρόνησης;
Είμαι μια γυναίκα που αγαπά τη γη. Δεν ντρέπομαι το χωριό μου. Ξέρω να σπέρνω και να θερίζω, να παστώνω και να μαγειρεύω. Και δεν είμαι κατώτερη από αυτούς που ζουν σε «μοντέρνα» διαμερίσματα με γυμνούς τοίχους. Γιατί εκεί που δεν υπάρχει ψυχή δεν υπάρχει ούτε ζεστασιά. Κι εγώ την έχω. Και θα την έχω πάντα.





