Μετά το ραντεβού, ο γιατρός μυστικά μου έβαλε στο τσεπάκι ένα σημείωμα: «Φύγε μακριά από την οικογένειά σου!». Το ίδιο βράδυ κατάλαβα πως μόλις μου έσωσε τη ζωή… Αλλά όσα συνέβησαν μετά σόκαραν τους πάντες… Απλώς δεν χωράει στο μυαλό μου…

Πέρασαν χρόνια από εκείνη τη νύχτα, μα ακόμα θυμάμαι καθαρά κάθε λεπτομέρεια. Μετά το ραντεβού, ο γιατρός μου, ο Νικόλαος Παπαδόπουλος ο άνθρωπος που με φρόντιζε από τότε που έχασα τον άντρα μου, τον Μανώλη πέρασε διακριτικά δίπλα μου και γλίστρησε ένα σημείωμα στην τσέπη του παλτού μου. Με κοίταξε μελαγχολικά, έβαλε το δάχτυλο στα χείλη του και έγνεψε να μην πω κουβέντα.

Στον θάλαμο αναμονής του νοσοκομείου, με περιέργεια άνοιξα το χαρτάκι. Είχαν γραφτεί βιαστικά τέσσερις λέξεις: «Φύγε απ την οικογένειά σου». Ένιωσα έναν παράξενο φόβο· μου φάνηκε σαν αστείο στην αρχή, αλλά ένα αδιόρατο ρίγος με διαπέρασε.

Ήμουν βέβαιη πως η ζωή μου είχε μια ήρεμη τάξη. Τίποτα συνταρακτικό μονάχα εγώ και ο γιος μου, ο Κώστας, μετά τον θάνατο του Μανώλη. Πριν έναν χρόνο, ο Κώστας έφερε στην πολυκατοικία το κορίτσι του, την Ελένη, και τους αγκάλιασα με όλη μου την ψυχή. Παντρεύτηκαν και αποφάσισαν να μείνουν μαζί μου, στο τριάρι μας στο Περιστέρι.

«Μαμά, δεν γίνεται να σε αφήσουμε μόνη! Είσαι για μας θησαυρός», μου έλεγε ο Κώστας και η καρδιά μου πλημμύριζε από αγάπη.

Εκείνο το βράδυ, μπήκα σπίτι και μ υποδέχτηκε το άρωμα φρεσκοψημένης μηλόπιτας. Η Ελένη, πάντα με το χαμόγελο, μου φώναξε: «Μανούλα, ήρθες; Όλα καλά στον γιατρό;» Η στοργή της φάνηκε αληθινή και γρήγορα ξέχασα το σημείωμα. «Όλα καλά, Ελένη μου. Λίγη πίεση, μου έγραψε κάτι χάπια», απάντησα, παριστάνοντας την αδιάφορη.

«Κι εμείς με τον Κώστα ετοιμάσαμε τσάι με βότανα για την καρδιά σου», είπε, πιάνοντάς με γλυκά απ το μπράτσο και οδηγώντας με στο σαλόνι. Ο Κώστας ήρθε και με φίλησε στο μάγουλο: «Μητέρα, σήμερα σου έχουμε και βιταμίνες, πραγματικές!» Μου έδωσε ένα βαζάκι, υποτίθεται με συμπληρώματα διατροφής από φαρμακοποιό γνωστό τους.

Η φροντίδα τους έμοιαζε θερμή αλλά κάποιες φορές με έπνιγε η προσοχή τους. Ίσως, σκέφτηκα, η πολλή αγάπη να γίνεται κουραστική. Το βράδυ κύλησε ήσυχα, γεμάτο μαμαδίστικες προσφορές από γλυκά, τσάγια και βιταμίνες.

Αργά, όταν πήγα να κοιμηθώ, χτύπησε σιγανά η πόρτα και μπήκε η Ελένη με ένα πιατάκι. Επάνω, μια μεγάλη, λευκή ταμπλέτα και ένα αχνιστό ρόφημα. «Μαμά, το βιταμινάκι σου και το τσαγάκι, για καλό ύπνο», ψιθύρισε. Δεν ήθελα να τη θίξω, οπότε παρίστανα ότι κατάπια το χάπι. Το έχωσα όμως στη χούφτα μου και άφησα το φλιτζάνι σχεδόν ανέγγιχτο. Σ ευχαριστώ, κόρη μου μουρμούρισα.

Ξαπλώνοντας, τέντωσα το χέρι κι άφησα διακριτικά το χάπι να πέσει. Ακούστηκε ένας μικρός θόρυβος και κύλησε κάτω απ το παλιό μπαούλο. Δεν ασχολήθηκα άλλο. Μα εκείνο το τυχαίο γεγονός, τελικά, μου έσωσε τη ζωή.

Με ξύπνησε βαθιά μέσα στη νύχτα ένα ελαφρύ τριζόνισμα ένα πνιχτό, παραπονιάρικο τσίριγμα. Γύρισα το φως και κοίταξα κάτω απ’ το μπαούλο. Εκεί ήταν ο μικρός μας χάμστερ, ο Στέλιος. Πάντα τριγύριζε χαρούμενος στη μπάλα του, τώρα όμως σπαρταρούσε ακίνητος μετά βίας ανέπνεε.

Τον πήρα αγκαλιά, ζεστό και ιδρωμένο, και είδα δίπλα του τη λευκή ταμπλέτα να μένει μισολιωμένη. Μια αστραπή πέρασε από το μυαλό μου: Δεν ήταν βιταμίνη. Ήταν δηλητήριο. Ο Στέλιος δοκίμασε το χάπι, όπως συνήθιζε να τσιμπολογά πράγματα στο πάτωμα, και κατέρρευσε. Κατάλαβα αυτό το βιταμινάκι θα με σκότωνε.

Θυμήθηκα τότε το σημείωμα του γιατρού. Ο Νικόλαος το ήξερε. Ήξερε ότι κάτι συμβαίνει. Τύλιξα τον Στέλιο σε μαντήλι, τον έβαλα στο ντουλάπι, ήσυχα. Έπρεπε να φύγω.

Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών, πήρα το μικρό μου τσαντάκι με χαρτιά, λίγα ευρώ και σιωπηλά μάζεψα λίγα ρούχα. Έβαλα στη βαλίτσα τη συσκευασία με τις „βιταμίνες” και τσάι για αποδεικτικά. Άνοιξα ήσυχα την πόρτα και βγήκα στη σκάλα, χωρίς να κάνω θόρυβο, με την καρδιά μου να χτυπάει στον λαιμό.

Βγήκα στον δρόμο. Νύχτα κι έρημα κοίταξα τα μπαλκόνια μας στο Περιστέρι όλοι κοιμούνταν ή το προσποιούνταν. Με βήμα γρήγορο και γεμάτη αγωνία για το τι μπορεί να προκύψει, πήγα ως το διαμέρισμα του Νικόλαου, λίγα στενά πιο πέρα.

Χτύπησα το κουδούνι· ακούστηκε η φωνή του στη θυροτηλέφωνο. «Ποιος είναι;» «Εγώ», ψιθύρισα. «Βοήθησέ με Κατάλαβα». Τα κάγκελα του θυροτηλεφώνου άνοιξαν αμέσως. Ο γιατρός μ υποδέχτηκε, με κάθισε στο τραπέζι.

Έβγαλα το βαζάκι και το χάπι και τα του έδειξα. Ο γιατρός τα εξέτασε με μικρό κιτ που ξετρύπωσε απ το ντουλάπι. «Μάντεψα κάτι τέτοιο», μου είπε με χαμηλή φωνή καθώς έκανε τους ελέγχους. «Εδώ και καιρό βλέπω στα τεστ σου ουσίες που δεν ταιριάζουν δεν εξηγούνται από τα δικά σου προβλήματα. Δεν ήταν σύμπτωση».

Σήκωσε τα μάτια: «Αυτό εδώ είναι αντιψυχωσικό επικίνδυνο και σε ποσότητα θανατηφόρα για την ηλικία σου». Άδεια μέσα μου. Ήμουν εντελώς μόνη. Πώς μπόρεσαν; «Γιατί;» ψιθύρισα.

«Θα το μάθεις σύντομα. Μη γυρίσεις σπίτι. Θα σε διευκολύνω. Αλλά πάνω απ όλα η ασφάλειά σου», μου είπε και ο τόνος του μ έκανε να τον εμπιστευτώ.

Πέρασαν έξι μήνες ώσπου να ξετυλιχτεί όλο το κουβάρι και να βγουν όλα στο φως μα με τι κόστος Ο Κώστας και η Ελένη στην αρχή αρνήθηκαν τα πάντα, λέγοντας πως τα χάπια ήταν συμπληρώματα, το τσάι για χαλάρωση, ο Στέλιος ένα ατυχές περιστατικό. Μα τα εργαστήρια εντόπισαν στη συσκευασία τα ίδια δηλητήρια, ενώ στις εξετάσεις μου φαίνονταν τα ίχνη τοξικών ουσιών που συσσωρεύονταν αργά στον οργανισμό μου.

Ο Κώστας ομολόγησε πρώτος. Κλαίγοντας, εξήγησε ότι η Ελένη είχε το σχέδιο: να με ξεφορτωθούν σιγά-σιγά για να τους μείνει το διαμέρισμα. Εκείνη το οργάνωσε με φαρμακοποιούς που ήξερε, κι έλεγε στον Κώστα πως „ήταν το καλύτερο”. Εκείνος απλώς δεν της αντιστάθηκε.

Η Ελένη κρατήθηκε σκληρή μέχρι το τέλος. Έλεγε ότι είχα παραισθήσεις της ηλικίας. Όμως όλα ήταν ξεκάθαρα πια. Εκείνη καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας· του Κώστα η ποινή είχε αναστολή, γιατί ομολόγησε.

Τώρα μένω μόνη σ ένα μικρό διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη, που μου βρήκε ο Νικόλαος μέσω γνωστού του. Τα απογεύματα βγαίνω βόλτα στο πάρκο, πλέκω για να περνά η ώρα, πάω καμιά φορά στο καφενείο των συνταξιούχων μαθαίνω μπριτζ. Η ζωή μου είναι απλή και, κυρίως, ήσυχη. Ξημερώνει πια χωρίς φόβο.

Καμιά φορά σκέφτομαι τον Κώστα. Η καρδιά μου πονάει, όχι πια από τρόμο, αλλά από στενοχώρια. Εκείνο το γεμάτο αγάπη αγόρι που ήξερα, χάθηκε μέσα στην απληστία και την ανασφάλεια. Δεν τον συγχωρώ, μα ούτε και τον μισώ. Ξέρω απλώς πως η οικογένειά μου είχε σβήσει πριν από εκείνη τη μοιραία νύχτα.

Θυμάμαι όμως συχνά τον μικρό Στέλιο. Έχω σε ένα ραφάκι τη φωτογραφία του και ένα παιχνίδι-χάμστερ να τον θυμάμαι. Του αφήνω κάθε βράδυ μια σταφιδούλα σαν να είναι ακόμα δίπλα μου. Εκείνος με έσωσε χωρίς να το ξέρει.

Ο γιατρός Νικόλαος περνά όποτε μπορεί, φέρνει ειδήσεις ή και βιβλία που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσω. Πολλές φορές μου είπε: «Ξέρεις, τελικά, η δουλειά μας δεν είναι μόνο να θεραπεύουμε αρρώστιες, αλλά να καταλαβαίνουμε πότε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο απ τη διάγνωση απειλεί έναν άνθρωπο».

Έγνεψα καταφατικά και χαμογέλασα. Τώρα το ξέρω στα σίγουρα: η ζωή συνεχίζεται. Ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα. Ιδίως όταν, επιτέλους, νιώθεις και πάλι ασφαλής.

Oceń artykuł
Μετά το ραντεβού, ο γιατρός μυστικά μου έβαλε στο τσεπάκι ένα σημείωμα: «Φύγε μακριά από την οικογένειά σου!». Το ίδιο βράδυ κατάλαβα πως μόλις μου έσωσε τη ζωή… Αλλά όσα συνέβησαν μετά σόκαραν τους πάντες… Απλώς δεν χωράει στο μυαλό μου…