Με τον ερχομό της άνοιξης, οι γονείς μου σκέφτηκαν να πουλήσουν το εξοχικό στο Λουτράκι. Είχαν μεγαλώσει, η υγεία τους δεν ήταν στα καλύτερά της για να φροντίζουν τον κήπο. Η κόρη μας ήδη μεγάλωνε τα παιδιά της, δούλευε πολύ, δεν μπορούσε πια να βοηθάει. Οι συνταξιούχοι το σκέφτονταν καιρό, αλλά τελικά αποφάσισαν.
Η μεγάλη κόρη, η Ελευθερία, αναστέναξε με ανακούφιση. Δεν θα παρεξηγηθούν πια, που δεν προλάβαινε να βοηθήσει με το μποστάνιαλλά και η διαδρομή ήταν μακριά. Η Ελευθερία είχε πει στους γονείς της αρκετές φορές να το πουλήσουν. Αντί αυτού, θα μπορούσε να αγοράσει ένα οικόπεδο πιο κοντά στο σπίτι. Δεν ήθελε να τρώει κάθε Σάββατο με την τσάπα στο χέρι. Περιοχή αναψυχής ήθελε, να διαβάζει κανένα βιβλίο, να κάνουν πικνίκ. Για τους γονείς μου όμως, το εξοχικό ήταν πηγή μαρμελάδων και τουρσιών.
Τα Σαββατοκύριακα της Ελευθερίας και του άντρα της κυλούσαν αστραπιαία. Δεν έμενε χρόνος για τις δουλειές του σπιτιού. Ο άντρας της, ο Νικήτας, είχε θέση που μπορούσαν να τον πάρουν και το Σαββατοκύριακο στη δουλειά. Η Ελευθερία ήξερε καλά πως το εξοχικό έφερνε περισσότερη ταλαιπωρία παρά ξεκούραση. Και μετά από τέτοια Σαββατοκύριακα ήθελες και άλλες μέρες να συνέλθεις.
Έτσι, η Ελευθερία χάρηκε με την απόφαση. Πουλήθηκε το εξοχικό. Έζησαν ήσυχα μερικά χρόνια. Και μετά, άρχισε να της λείπει εκείνη η αίσθηση να έχεις μια γωνιά για χαλάρωση στη φύση. Ο Νικήτας πρότεινε να αγοράσουν ένα νέο οικόπεδο.
Το ωράριο στη δουλειά είχε στρώσει. Τα Σαββατοκύριακα θα πήγαιναν στην εξοχή, στον καθαρό αέρα καλό και για τα παιδιά. Αποφασίσαμε πως δε θα φυτεύουμε μποστάνια· δυο δέντρα και λίγες ρίζες μούρα φτάνουν, να χουν τα μικρά βιταμίνες. Στους γονείς ξεκαθαρίσαμε πως το καινούριο εξοχικό θα ήταν μόνο για ξεκούραση ούτε τσαπιά, ούτε σκαψίματα. Όλοι συμφώνησαν. Έμενε το να βρούμε το κατάλληλο οικόπεδο.
Ψάξαμε και ξαναψάξαμε. Τελικά, βρήκαμε αυτό που θέλαμε: συμπαθητικό σπίτι, με τα βασικά φυτά στον κήπο. Ο πωλητής ήταν ηλικιωμένος, ο κύριος Κώστας. Εδώ και χρόνια δεν είχε πια δίπλα του τη σύζυγό του, κήπο δεν δούλευε, έτσι αποφάσισε να το δώσει.
Κάναμε τα χαρτιά, η Ελευθερία ήταν τρισευτυχισμένη. Το σπίτι ήταν μια χαρά, ζούσες άνετα, χωρίς ανάγκη για επισκευές τώρα. Σκεφτήκαμε πως το καλοκαίρι θα ξεκινήσουμε τις αλλαγές. Πήραμε άδεια, αφιερώσαμε όλο τον καιρό στο νέο εξοχικό.
Η πρώτη εβδομάδα πέρασε ήσυχα. Έπειτα, ο κύριος Κώστας άρχισε να μας επισκέπτεται. Είπε θα ερχόταν να πάρει τα υπόλοιπα πράγματά του. Δεν φέραμε αντίρρηση. Μόνο που άρχισε να γκρινιάζει. Ανάγκη να δικαιολογηθούμε για τη ροδιά που ξεριζώσαμεείχε ξεραθεί. Ύστερα, για τα βατόμουρα που δε θέλαμε.
Ο κύριος Κώστας, πεισμωμένος, είπε πως αυτό δεν το είχαμε συμφωνήσει. Εκείνος και η γυναίκα του τα φύτεψαν, τα βατόμουρα πάντα χρειάζονταν. Μετά είδε πως στη θέση όπου είχε φράουλες τώρα έχει βραχάκιαφτιάξαμε αλπικό κήπο, για ομορφιά στο χώρο.
Γύρισε όλο το οικόπεδο. Κάτι έβρισκε παντού να παραπονεθεί. Στο τέλος, ο Νικήτας δεν άντεξε και μίλησε έξω απ τα δόντια. Δώσαμε ευρώ, το κτήμα είναι δικό μας με συμβόλαιο. Εμείς θα αποφασίσουμε τι θα φυτέψουμε και τι όχι.
Δεν γράφαμε πουθενά στη συμφωνία ότι ο πρώην ιδιοκτήτης θα συνεχίζει να έχει δικαιώματα στην αυλή! Αν ήξερα, δεν θα το κάναμε το παζάρι. Ο κύριος Κώστας έφυγε, όμως την άλλη μέρα ξανάρθε με μια γλάστρα. Επέμενε να ξαναφυτεύσει βατόμουρο στη θέση του παλιού φυτού.
Ο Νικήτας τον ρώτησε τι γίνεται. Πρότεινε μάλιστα: να του δώσουμε πίσω τα χρήματα σε περίπτωση που θέλει το σπίτι, να μείνει αυτός. Ο ηλικιωμένος δεν δέχτηκε, αλλά τη γλάστρα τη φύτεψε. Ύστερα πέρασε η γειτόνισσα, η κυρία Άννα, να δει πώς πάμε. Απόρησε μόλις είδε τον παλιό ιδιοκτήτη. Εκείνος άρχισε αμέσως τα παράπονα για τους καινούριους. Η κυρία Άννα συμφώνησε: εμείς έχουμε πια το δικαίωμα για το τι θα γίνει στο σπίτι. Μόνο που ο κύριος Κώστας δεν έβαζε μυαλό.
Μετά, η Άννα μας εξήγησε πως ο κύριος Κώστας είχε μαλώσει με όλους στη γειτονιά. Από τότε που πέθανε η γυναίκα του, άλλαξε εντελώς. Και δε θα βρούμε ποτέ ησυχία όλο και θα ξανάρχεται. Ήθελε να μας το πει νωρίτερα, δεν πρόλαβε. Πρότεινε να πάμε στη διαχειριστική επιτροπή να τα εξηγήσουν στον ηλικιωμένο.
Εν τω μεταξύ, ο κύριος Κώστας είχε προλάβει να φυτέψει το βατόμουρο και έφυγε διακριτικά. Μετά επέστρεψε για μερικά πράγματα, έσκαβε κάτι στην αυλή, ξανάφευγε.
Το πρωί, ο Νικήτας πήγε στη δουλειάείναι υπάλληλος σε τεχνική εταιρεία. Με καλή διάθεση, διηγήθηκε την ιστορία του στους συναδέλφους. Του είπαν πως πήρε το σπίτι με… προίκα! Αλλά δεν του χάλασαν χατίρι, μάζεψαν παρέα να φτιάξουν φράχτη. Ο κύριος Κώστας έλειψε λίγες μέρες. Όταν γύρισε, βρήκε πως δεν μπορούσε πια να μπαίνει με το έτσι θέλω στην αυλή.
Άρχισε τα βρισίδια, προσπάθησε να περάσει, μετά πήγε στην επιτροπή. Εκεί ήξεραν ήδη πως δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε. Δεν ξέρω τι του είπαν, αλλά από τότε ξανάρθε μόνο άλλη μία φορά να πάρει τα τελευταία του πράγματα.





