Μετά από είκοσι έναν χρόνο γάμου, μία βραδιά η σύζυγός μου μου είπε:

Μετά από εικοσιένα χρόνια γάμου, ένα βράδυ η σύζυγός μου, η Ελένη, με κοίταξε σοβαρά και είπε:
«Πρέπει να προσκαλέσεις μια άλλη γυναίκα σε δείπνο και σινεμά».
Έμεινα άναυδτος, αλλά εκείνη χαμογέλασε και πρόσθεσε ψιθυριστά:
«Σε αγαπώ, όμως ξέρω ότι υπάρχει μια ακόμη γυναίκα που σε αγαπά και περιμένει λίγη σου προσοχή».
Ήταν η μητέρα μου, η Μαρία.

Από το θάνατο του πατέρα της είχε ζήσει μόνη για δεκαεννιά χρόνια. Η δουλειά και η φροντίδα των τριών παιδιών μου μου έτρωγαν τη δύναμη, και σχεδόν δεν την έβλεπα. Εκείνο το βράδυ πήρα το τηλέφωνο και της είπα:
«Μαμά, πάμε αύριο για δείπνο και σινεμά. Μόνο εσύ κι εγώ».
«Τι έγινε, παιδί μου; Όλα καλά;» με ρώτησε ανήσυχη.
Η Μαρία πάντα πίστευε ότι τα ξαφνικά τηλεφώνημα σημαίνουν άσχημα νέα.
«Όλα καλά, μαμά. Απλώς θέλω να περάσουμε μια βραδιά μαζί».

Εκείνη άφησε το τηλέφωνο για μια στιγμή, στη συνέχεια απάντησε με τρυφερότητα:
«Θα ευχαριστιστώ πολύ».

Την Παρασκευή, μετά τη δουλειά, πήγα να την πάρω. Η Μαρία είχε ήδη περιμένει, ντυμένη με τη φθινοπωρινή της μακριά τζακέτα και το ίδιο φόρεμα που φορούσε την επέτειο του γάμου της.
«Πες στις φίλες σου ότι έχω ραντεβού με τον γιο μου», φώναξε γελώντας. «Όλοι περιμένουν να ακουστούν οι ιστορίες».

Κατευθυνθήκαμε σε ένα μικρό, ζεστό ταβερνάκι στην Πλάκα. Η Μαρία μου έπιασε το χέρι, όπως έκανα όταν ήμουν μικρός. Όταν έφεραν το μενού, το διάβασα δυνατά επειδή το μικρό γράμμα της ήταν δύσκολο να διαβαστεί.
«Κάποτε σου διάβαζα εγώ το μενού», χαμογέλασε.
«Τώρα ήρθε η σειρά μου, μαμά», απάντησα.

Μιλήσαμε για χρόνια, για τα παιδικά μας χρόνια, για όλες τις σιωπές και τα γέλια που είχαν γεμίσει το σπίτι μας. Δεν είδαμε την ταινία, αλλά δεν λυπηθήκαμε. Όταν την άφησα στο σπίτι της, μου είπε:
«Θα ήθελα να το ξανακάνουμε, την επόμενη φορά να πληρώσω εγώ».

Χαμογέλασα και συμφώνησα. Λίγες ημέρες μετά, η Μαρία απεβίωσε από καρδιακό επεισόδιο. Δεν κατάφερα ούτε να αποχαιρετήσω. Μερικές εβδομάδες αργότερα έλαβα ένα γράμμα σε φάκελο. Μέσα, μία φωτοόπτική από το λογαριασμό του τυλιχτού, μαζί με μια σημείωση:
«Πλήρωσα εκ των προτέρων. Δεν ήξερα αν θα μπορέσω να είμαι εκεί, αλλά ήθελα να καλύψω το δείπνο για εσάς, για σένα και τη σύζυγό σου. Ποτέ δεν θα μάθεις πόσο πολύ σημαίνανε για μένα εκείνες οι ώρες. Σ αγαπώ, παιδί μου».

Τότε κατάλαβα: μη αφήνετε ποτέ να καθυστερήσει η φράση «Σε αγαπώ». Δώστε χρόνο σε αυτούς που αγαπάτε. Η οικογένεια δεν είναι κάτι για το μέλλον· είναι τώρα.

Oceń artykuł
Μετά από είκοσι έναν χρόνο γάμου, μία βραδιά η σύζυγός μου μου είπε: