Ο άντρας μου γύρισε χθες από τη δουλειά, φανερά αλλιώτικος, κάπως απόμακρος. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν φορτισμένη· είχα μια κακή αίσθηση από την πρώτη στιγμή που άνοιξε την πόρτα.
Τον ρώτησα για τον γάμο που είχαμε να πάμε και αμέσως απέφυγε το βλέμμα μου, χαμηλώνοντας τα μάτια. Με έκοψε με ένα κρύο, ξερό: «Θα πάω μόνος μου στον γάμο…»
Κι εγώ; Απόρησα, πνιγμένη στην απορία και την οργή.
Ο άντρας μου με κοίταξε και είπε σχεδόν απολογητικά: «Αγάπη μου, τον Ιανουάριο πήρα έναν μισθό σχεδόν άδειο. Μάλλον θα πάω μόνος μου στη γιορτή. Εσύ μείνε εδώ με το παιδί. Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά. Θα λείψω μόνο τρεις μέρες. Πρέπει να μείνω σε ξενοδοχείο, να φάω κάτι και φυσικά να πάρω δώρο για το ζευγάρι.»
Ήμασταν ένα νεαρό ζευγάρι στην Αθήνα, μένοντας σε ένα μικρό διαμέρισμα που μας είχε παραχωρήσει η πεθερά μου. Το κορίτσι μας, η μικρή Ειρήνη, ήταν σχεδόν δυο χρονών. Βρισκόμουν σε άδεια μητρότητας δεν βιαζόμουν να ξαναβγώ στην αγορά εργασίας. Δεν είχα ποιος να κρατήσει την κόρη μου. Οι γονείς του άντρα μου μας είχαν δώσει το σπίτι και ευχαριστούμε για αυτό, όπως λέει η ελληνική φιλοξενία.
Η δική μου μάνα, η Θεανώ, πάντα πρόσεχε τον εαυτό της, δούλευε υπερωρίες και μου είχε ξεκαθαρίσει: «Αν χρειαστεί να πας στη δουλειά κι υπάρξει ανάγκη, θα έρθω. Αλλά αν είναι να αγοράσεις καινούριο φόρεμα, να βάψεις μαλλιά, δεν θα κρατήσω εγώ το παιδί για χάζια!»
Ξέρω την ιδιοτροπία της Θεανώς· κλασική γυναίκα της Αθήνας. Κάθε χρόνο πετάει σε εξωτερικό, περνάει όλα τα Σαββατοκύριακα σε σπα και κομμωτήρια.
Να πω την αλήθεια, τίποτα δραματικό δεν είχε συμβεί στην οικογένειά μας. Όταν είναι ο άντρας μου σπίτι μπορώ να κάνω δουλειές και να βγω λίγο έξω. Βέβαια, εκείνος δεν πολυχαίρεται να με αφήνει να κυκλοφορώ μόνη και γι αυτό το κάνω σπάνια και μόνο για λίγο.
Και τότε ήρθε η πρόσκληση για τον γάμο.
Ο μικρός αδελφός του άντρα μου, ο Αλέξανδρος, παντρευόταν στη Θεσσαλονίκη. Έπρεπε να πάμε τρεις μέρες εκτός Αθήνας. Πήγα στη Θεανώ, ζητώντας να μείνει με την Ειρήνη. Ήταν σημαντικό, μόνο τρεις μέρες. Η κόρη μου είναι ήσυχη, δεν κάνει φασαρίες.
Η μάνα μου αντιστάθηκε για ώρα και μετά, με ένα βαθύ αναστεναγμό, πήρε άδεια τριών ημερών. Χάρηκα ήθελα λίγο να ανασάνω, δυο χρόνια αγκαλιά με το παιδί
Όμως τα όνειρα μου γκρεμίστηκαν με το λόγια του άντρα μου.
Ήταν μεγάλο γεγονός για μένα είχα θηλάσει τη μικρή ένα χρόνο, κλεισμένη σπίτι. Κανείς δεν ήθελε να τη κρατήσει, ενώ ο άντρας μου πήγαινε συχνά σε εταιρικές εκδηλώσεις και ταξίδια.
Δεν γνωρίζω καλά τον αδελφό του ούτε τη μέλλουσα σύζυγό του την είχα δει μόνο σε φωτογραφία.
Ήμουν βαθιά πληγωμένη. Ο άντρας μου δεν έκανε τον κόπο να με καταλάβει. Σκέφτηκε όπως θυμίζει κοσμικό ρητό: «Αγάπη μου, πρώτον, η μάνα σου δεν είναι ενθουσιασμένη να πάει τη μικρή σπίτι της. Άσ την να ξεκουραστεί αυτές τις μέρες κι εσύ μείνε. Γιατί να πιέσουμε μια γυναίκα αν δεν θέλει; Και δεν γνωρίζεις καλά την οικογένειά μου. Τι νόημα έχει αυτό το ταξίδι για σένα; Το καθήκον σου είναι να προσέχεις το παιδί. Εγώ θα πάω, θα γυρίσω.»
Έτσι αποφάσισα: δεν θα πάει κανείς. Γιατί να ορίζει εκείνος τι πρέπει να κάνω εγώ;
Και ποιος έχει δίκιο; Πώς να ζήσεις χωρίς δικαίωμα, χωρίς φωνή;
Πιστεύω πως και η Θεανώ και ο άντρας μου είναι λίγο αχάριστοι. Βέβαια η γιαγιά δεν είναι υποχρεωμένη να κρατήσει το παιδί, αλλά να σκέφτεται και τη κόρη της λίγο.
Κι ο άντρας μου δεν με καταλαβαίνει δόθηκα στο παιδί μου, το σπίτι, την οικογένεια. Θα έπρεπε να με νοιάζεται, να βλέπει την ανάγκη μου για ξεκούραση, αν πραγματικά με αγαπά
Η κοπέλα σε αυτή την ταινία είναι πονεμένη, μόνη, εξαρτημένη από τον άντρα της. Κανείς δεν τη βοηθά.
Θα ήθελα να ακούσω τι λέτε εσείς, να βρεθεί λύση να βρει η κοπέλα δύναμη και φωνή, να μιλήσει ανοιχτά στον άντρα της.
Κορίτσια, μην ξεχνάτε: ζούμε στην Ελλάδα, έχουμε ελευθερία, έχουμε φωνή μιλήστε, δε θα γίνει τίποτα. Ο άντρας σου δεν θα ζητήσει διαζύγιο αν διεκδικήσεις κάτι. Κι αν το κάνει, ποτέ δεν σε αγαπούσε πραγματικά. Οφείλουμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο και να τολμούμε να ζητάμε λίγη χαρά στη ζωή…





