Μα καλά, νομίζετε πως είμαι μόνη; απάντησε με ένα χαμόγελο η Ειρήνη, Όχι, όχι, έχετε κάνει λάθος, έχω μια μεγάλη οικογένεια!
Οι γυναίκες στο χωριό κούνησαν το κεφάλι, χαμογέλασαν πλάγια και αντάλλαξαν ματιές πίσω από την πλάτη της, στριφογυρίζοντας το δάχτυλο στον κρόταφο, λες κι όσα έλεγε η Ειρήνη ήταν πράγματι τρέλες. Τι οικογένεια; Ούτε άντρας, ούτε παιδιά, ζούσε μονάχη σχεδόν σαν αγρίμι.
Μα αυτή θεωρούσε για οικογένειά της όλα της τα ζώα. Κι ας έλεγαν οι χωριανοί πως όταν κρατάς ζώα στο σπίτι, τα κρατάς για χρήμα να χεις αρνάκια, καμιά κότα, κανέναν σκύλο να φυλάει και γάτα για τα ποντίκια. Οι δικές της γάτες ήταν πέντε, και οι σκύλοι τέσσερις. Όλοι μέσα στο σπίτι, όχι στην αυλή όπως ήθελαν οι γείτονες.
Τα συζητούσαν μεταξύ τους «σε αυτή την τρελή δεν έχει νόημα να το πεις, θα γελάσει και θα πει πως περνάει μια χαρά!»
Δεν φαντάζεστε, γελούσε η Ειρήνη, φτάνει η γειτονιά για όλους, εμάς μας αρέσει να είμαστε παρέα στο σπίτι.
Πριν πέντε χρόνια, η Ειρήνη έχασε τον άντρα και τον γιο της την ίδια μέρα. Επέστρεφαν από ψάρεμα, όταν ένα φορτηγό βγήκε στο αντίθετο ρεύμα σ έναν στενό δρόμο της Πελοποννήσου.
Βυθισμένη στη θλίψη και μην αντέχοντας να βλέπει στο διαμέρισμό της τις σκιές του παρελθόντος, να περπατά στους ίδιους δρόμους με τόσες αναμνήσεις, έδωσε το σπίτι της στην Αθήνα και, με τη γάτα της, την Δώρα, μετακόμισε σε ένα μικρό χωριό έξω από την Καλαμάτα. Το καλοκαίρι περιποιόταν το μποστάνι της και τον χειμώνα έπιασε δουλειά στην ταβέρνα του χωριού.
Τα ζώα της ήρθαν στη ζωή της σε διαφορετικές στιγμές. Κάποιο τα βρήκε εγκαταλελειμμένο στη στάση του ΚΤΕΛ, άλλο πήγαινε κάθε μέρα στην ταβέρνα να ζητιανέψει φαγητό.
Έτσι συγκέντρωσε γύρω της μια οικογένεια από μοναχικές ψυχές, πονεμένες, πληγωμένες, όπως και η δική της. Η αγάπη της Ειρήνης γιάτρευε τις πληγές τους κι εκείνα της το ανταπέδιδαν.
Το φαΐ μπορεί να ταν μετρημένο, αλλά όλοι είχαν ένα μερίδιο φροντίδας και τρυφερότητας. Ήξερε όμως πως δεν μπορούσε να μαζεύει άλλα ζώα σπίτι της, κι έτσι υποσχόταν συχνά στον εαυτό της: «Ειρήνη, φτάνει πια».
Εκείνον τον Μάρτη, μετά από μέρες ανοιξιάτικου ήλιου, ξαφνικά ξέσπασε βοριάς και χιόνια, σπρώχνοντας τους ανθρώπους στα σπίτια τους κι αφήνοντας το χωριό να παγώνει στη σιγαλιά της νύχτας.
Η Ειρήνη έτρεχε να προλάβει το βραδινό λεωφορείο για το χωριό, φορτωμένη σακούλες από το σούπερ μάρκετ προμήθειες για τους τετράποδους συντρόφους της και φαγητό που της είχαν δώσει από την ταβέρνα. Τα χέρια της πονούσαν απ το βάρος.
Σκεφτόταν διαρκώς το σπίτι και την αγέλη της και προσπάθησε να αποφύγει τα παραπανίσια βλέμματα δεξιά κι αριστερά, θυμίζοντας στον εαυτό της τη μεγάλη υπόσχεση «όχι άλλες υιοθεσίες». Μα όπως λένε, «τα μάτια της ψυχής βλέπουν τα σπουδαιότερα», και μια στιγμιαία ανησυχία την έκανε να σταματήσει λίγα μέτρα πριν τη στάση.
Μια σκυλίτσα κειτόταν κάτω από το παγκάκι, καλυμμένη από το χιόνι. Το βλέμμα της ήταν χαμένο. Οι άνθρωποι περνούσαν βιαστικοί, κοιτώντας κάτω ή σφίγγοντας τα παλτά τους γύρω από το σώμα τους. Ειρήνη ένιωσε ένα κάψιμο στην καρδιά.
Άφησε αμέσως τις σακούλες, ξεχνώντας το λεωφορείο και όλες τις υποσχέσεις, και έσκυψε δίπλα στο ζώο. Άγγιξε το κεφάλι της απαλά. Μόνο τα μάτια της γυάλισαν αργά.
Δόξα τω Θεώ Είσαι ζωντανή! μουρμούρισε, Έλα, γλύκα μου, σήκω, πάμε μαζί στο σπίτι.
Η σκυλίτσα δεν αντέδρασε. Ήταν έτοιμη να τα παρατήσει όλα. Πώς βρέθηκαν στην αίθουσα αναμονής του ΚΤΕΛ με δυο σακούλες και ένα μισολιπόθυμο σκυλί στην αγκαλιά, ούτε που κατάλαβε η Ειρήνη.
Κάθισε στη γωνιά, άρχισε να τρίβει απαλά τα παγωμένα ποδαράκια της, ζεσταίνοντας τα με τα χέρια της.
Έλα κοριτσάκι μου, πρέπει να συνέλθεις. Θα είσαι η πέμπτη μας, να ισορροπήσει ο αριθμός της ψιθύριζε.
Έβγαλε μια μπιφτέκα, της την πρόσφερε. Στην αρχή το ζώο δίστασε έπειτα όμως, ζεστάθηκε λίγο, άλλαξε γνώμη και άρχισε να την τρώει δειλά. Ήταν σημάδι ζωής.
Η ώρα πέρασε, το λεωφορείο την είχε ήδη χάσει. Βγήκε στο δρόμο με την σκυλίτσα, στην οποία έδωσε το όνομα Μελίνα, δεμένη με μια ζώνη ως αυτοσχέδιο λουρί. Εκείνη κολλούσε πάνω της, φοβισμένη.
Σε λίγο, ένα αμάξι σταμάτησε. Η Ειρήνη δεν πίστευε στην τύχη της.
Σας ευχαριστώ πολύ! Θα την κρατήσω αγκαλιά, μην ανησυχείτε, δεν θα λερώσει τίποτα είπε λαχανιασμένη στον οδηγό.
Μη νοιάζεστε, αποκρίθηκε με χαμόγελο ο οδηγός, βάλτε την στο κάθισμα. Δεν φαίνεται και τόσο μικρή για την αγκαλιά σας!
Η Μελίνα κουλουριάστηκε στα πόδια της Ειρήνης, ακόμα έτρεμε, όμως ένιωθαν και οι δυο πιο ασφαλείς. Σιωπή στο αμάξι, μόνο η βραχνή ανάσα του κινητήρα και οι χιονονιφάδες που πέφτανε αδέσποτα έξω από το παράθυρο.
Ο οδηγός λέγονταν Βασίλης, κοίταζε πλάγια με θαυμασμό το πρόσωπο της γυναίκας που κρατούσε με τόση τρυφερότητα το ζώο. Κατάλαβε πως μόλις είχε μαζέψει το σκυλί και πηγαίνει σπίτι τους. Ήταν κουρασμένη, αλλά ήρεμη κι ευτυχισμένη.
Στάθηκαν έξω από το παλιό σπίτι, όπου το χιόνι είχε σωρευτεί στη βαριά καγκελόπορτα.
Αφήστε το πάνω μου, είπε ο Βασίλης, σπρώχνοντάς την με τον ώμο, ώσπου παραδόθηκε και λύγισε. Η σκουριασμένη πόρτα έπεσε στο πλάι.
Α, μην δίνετε σημασία, είπε ήσυχα η Ειρήνη, ήρθε η ώρα να φτιαχτεί
Μέσα απ το σπίτι ερχόταν οχλαγωγία από γαβγίσματα και νιαουρίσματα. Άνοιξε την πόρτα, και τα κατοικίδιά της έτρεξαν ξοπίσω της.
Τι έγινε, με χάσατε; Να μαι, να μαι, όλα καλά! Κόψτε ρυθμούς να σας συστήσω το νέο μας μέλος.
Η Μελίνα παρακολουθούσε δειλά πίσω από τις μπότες της Ειρήνης. Οι υπόλοιποι σκύλοι μύριζαν τους σακούλες που κρατούσε ακόμα ο Βασίλης.
Καλά, τι στεκόμαστε; χαμογέλασε η Ειρήνη, περάστε, αν δεν σας τρομάζει η πολυμελής μας οικογένεια. Θέλετε ένα τσάι να ζεσταθείτε;
Ο Βασίλης πρόσφερε τις σακούλες, αλλά αρνήθηκε να μπει.
Είναι αργά, θα φύγω, αποκρίθηκε, ταΐστε την οικογένειά σας, σας περίμεναν με λαχτάρα
Την επόμενη μέρα, κατά το μεσημέρι, ακούστηκε κάτι να χτυπά στην αυλή. Η Ειρήνη φόρεσε το μπουφάν και βγήκε έξω. Ο Βασίλης επισκεύαζε την παλιά καγκελόπορτα, με εργαλεία απλωμένα γύρω και πρόσωπο φωτεινό σαν ήλιο.
Καλημέρα. Εγώ σας χάλασα την πόρτα χθες, και σκέφτηκα να τη φτιάξω σήμερα Είμαι ο Βασίλης, εσείς;
Ειρήνη
Τα ζώα μαζεύτηκαν γύρω του, εκείνος τα χάιδευε ζεστά.
Ειρήνη, μην κρυώνετε. Μπείτε στο σπίτι, θα τελειώσω γρήγορα, και δεν θα έλεγα όχι για ένα τσάι. Να ξέρετε, έφερα και τούρτα στο αυτοκίνητο, και λίγες λιχουδιές για τους καινούργιους μου φίλους.
Μοναξιά τελικά, για κάποιους, δεν υπάρχει αρκεί μια αγκαλιά, λίγο φως κι η καρδιά να ναι ανοιχτή.





