Μίλα μου, Ντόνατ μου

Μίλα μου, Λουκουμά

Μην φοβάσαι, Λουκουμά! Όλα καλά θα πάνε! Θα φωνάξουν λίγο ακόμα και μετά θα ηρεμήσουν… Μάλλον…

Η Βέρα μ έσφιξε πιο δυνατά στην αγκαλιά της τον αγαπημένο της φίλο και έκλεισε τα μάτια. Δεν πρέπει να φοβάται. Εξάλλου, είναι πια μεγάλη. Έτσι λέει η γιαγιά η Νάνσυ. Εφόσον είναι πέντε χρονών, όλοι λένε πως μεγάλωσε. Ακόμη και όταν της έκαναν εμβόλιο, δεν έκλαψε. Της ήταν ντροπή. Μόνο με τον Λουκουμά μπορεί να είναι πάλι μικρή. Αυτός την ξέρει σε όλες τις στιγμές της. Η μαμά της τον είχε κάνει δώρο όταν γεννήθηκε. Ένα αστείο, κάπως ατσούμπαλο λούτρινο αρκουδάκι με χαριτωμένη όψη, ο καλύτερός της φίλος. Σε εκείνον μπορούσε να πει τα πάντα. Και δεν έτρεχε να τα πει στην κυρία Ευαγγελία, όπως έκανε η κολλητή της η Αντιγόνη. Μόνο την κοιτούσε με τα στρογγυλά του ματάκια, σιωπηλός παρέα. Μα σίγουρα όλα τα καταλάβαινε. Και όταν τα πράγματα γινόταν τρομακτικά, όπως τώρα, ο Λουκουμάς της χάριζε παρηγοριά. Ήταν ζεστός, μαλακός και της έδινε ασφάλεια. Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν κι αυτοί οι άνθρωποί της, μα όταν φώναζαν, της φαίνονταν διαφορετικοί, σχεδόν αγκαθωτοί. Δεν ήξερε πώς αλλιώς να το πει, αλλά νόμιζε πως σε όλο το σπίτι ξαφνικά φύτρωναν πουρνάρια με τεράστια αγκάθια, σαν στο παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης, και κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει τον άλλον ό,τι κι αν φωνάξει, είναι μάταιο. Δεν καταλάβαινε γιατί οι γονείς μαλώναν. Είναι μεγάλοι, γιατί να κρατάνε κακία; Δεν είναι υποτίθεται ότι οι μεγάλοι πρέπει να συνεννοούνται; Έτσι τουλάχιστον της είχε πει η γιαγιά Νάνσυ. Ίσως τελικά όμως να έχουν στ αλήθεια μεγάλα, στριφνά παράπονα μεταξύ τους. Όχι σαν αυτά τα δικά της, δηλαδή, που κρατάνε λίγο. Αυτές οι πραγματικές μεγάλες στεναχώριες κάνουν πολύ μεγαλύτερο κακό…

Η Βέρα άνοιξε τα μάτια και αφουγκράστηκε. Μάλλον σταμάτησαν. Είχε πια ησυχία. Αυτό σήμαινε ότι η μαμά είχε πάει να κλάψει στο μπάνιο και ο μπαμπάς ήταν θυμωμένος στην κουζίνα ώρα της να πάει. Σηκώθηκε από το πάτωμα πίσω απ το κρεβάτι, όπου καθόταν τόση ώρα, κι αναστέναξε. Η κάμαρά της είχε γίνει πολύ όμορφη. Η μαμά διάλεγε με τις ώρες τα χρώματα για ταπετσαρίες, τα έπιπλα, ρωτούσε ακόμη και την ίδια τι προτιμάει. Λευκό κρεβάτι με ροζ κάλυμμα, ντουλάπα που χωράει όλα τα της ρούχα, ραφάκια για τα παιχνίδια, τόσα πολλά που μερικά τα ξεχνούσε και η ίδια. Της άρεσε εκεί. Πλέον είχε ησυχία. Μα ο Λουκουμάς την κοιτούσε γεμάτος προσδοκία η Βέρα κόντευε να δακρύσει.

Καταλαβαίνω. Περίμενε εδώ, πάω μόνη μου.

Άφησε το αρκουδάκι στο μαξιλάρι, βγήκε από το δωμάτιο. Πρώτα η μαμά. Πάντα με τη μαμά ήταν πιο δύσκολα. Η πόρτα του μπάνιου ήταν κλειστή όπως πάντα. Η Βέρα χτύπησε μαλακά.

Μαμά;

Τι είναι, Βερούλα;

Μπορώ να μπω;

Η πόρτα άνοιξε. Η μαμά καθόταν στην άκρη της μπανιέρας, τα μάτια της πρησμένα.

Θέλεις να πας τουαλέτα;

Όχι, ήρθα να κάτσω μαζί σου. Η Βέρα πήρε μια βαθιά ανάσα και πέρασε στο μπάνιο. Δεν ήθελε καθόλου αυτό που ερχόταν. Η μαμά θα έκλαιγε πιο πολύ, θα την αγκάλιαζε σφιχτά, θα της υποσχόταν ότι όλα θα πάνε καλά. Και η Βέρα θα έκλαιγε μαζί της, όχι γιατί την λυπόταν, αλλά γιατί ήξερε ότι «όλα καλά» δεν θα γίνει. Γιατί έτσι γινόταν πάντα. Όπως έλεγε η Αντιγόνη: «Τα καλά κρατούν λίγο». Κι αυτό σωστό της φάνηκε. Καλές μέρες περίμενε κανείς μόνο δυο-τρεις, μετά πάλι τα αγκάθια στις γωνίες.

Η Βέρα σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε τη μαμά.

Γιατί;

Τι γιατί, μικρούλα μου;

Γιατί φωνάζετε όλο; Αν δεν αγαπιέστε, δεν πάτε καλύτερα χωριστά; Έτσι είπε η γιαγιά Νάνσυ όταν μαλώσαμε με την Αντιγόνη. Αν μείνουμε μακριά, δεν θα μαλώνουμε.

Η Όλγα πάγωσε. Ποτέ δεν περίμενε πως η Βέρα πρόσεχε τι γίνεται στο σπίτι. Είχε πεισθεί ότι, επειδή ήταν μικρή, όσα συνέβαιναν με τον Νίκο περνούσαν απαρατήρητα.

Βέρα, παιδί μου… Γιατί μου τα λες αυτά; Εγώ τον αγαπάω τον μπαμπά.

Δεν λες αλήθεια, μαμά.

Βέρα!

Αν τον αγαπούσες, δεν θα φώναζες τόσο. Δεν φωνάζεις ποτέ σε μένα…

Η Όλγα αμηχανία. Πώς να εξηγήσεις σε ένα παιδί πως οι σχέσεις είναι δύσκολες; Ότι η φωνή δεν είναι πάντα μίσος… ή μήπως είναι; Ένα τόσο απλό «γιατί;». Τι να απαντήσεις;

Πρέπει να κάτσεις και να σκεφτείς τη συμπεριφορά σου, έτσι δεν λέει η γιαγιά;

Ναι! Σωστό λέει πάντα η γιαγιά. Εγώ με την Αντιγόνη τα ξαναβρήκα. Τώρα σπάνια μαλώνουμε. Μόνο αν πάει και μου καρφώσει τίποτα στην κυρία Ιφιγένεια…

Πόσο μεγάλωσες… Η Όλγα την αγκάλιασε.

Όχι μαμά, ακόμα είμαι μικρή. Αν ήμουν μεγάλη… η Βέρα απομακρύνθηκε ψιθυρίζοντας δεν θα φοβόμουν τόσο.

Τι φοβάσαι; η Όλγα συνοφρυώθηκε.

Μη φωνάξετε πάλι και φύγετε κι οι δυο.

Πού να πάμε;

Εκεί που έχει ησυχία. Δεν πρέπει να μένεις κάπου που δεν είσαι καλά. Δεν είσαι καλά μαμά, έτσι;

Όχι, Βέρα… Περίμενε! Φοβάσαι μήπως σας αφήσουμε;

Ναι… Η Βέρα ξέσπασε σε κλάμα. Και θα μείνει μόνο ο Λουκουμάς. Αν χαθεί πάλι, όπως τότε στο ταξί; Θα μείνω μόνη μου τελείως… Η γιαγιά μου είπε πως είναι πια μεγάλη για να είναι μαμά!

Βέρα μου! Μην το λες αυτό. Δεν πρόκειται να σε αφήσω ποτέ! Είσαι το παιδί μου!

Ναι, αλλά όταν φωνάζετε, με ξεχνάτε.

Όχι, δεν σε ξεχνάμε… Η Όλγα σταμάτησε. Είχε δίκιο η Βέρα της. Εκείνες τις στιγμές δεν θυμόταν κανέναν. Η πληγή και το παράπονο κάλυπταν τα πάντα. Πώς είχε φτάσει να γίνεται έτσι;

Γνώρισε τον Νίκο στο δεύτερο έτος της σχολής. Η Όλγα έτρεχε καθυστερημένη στο μάθημα, μπήκε πάνω του, τα γυαλιά του έσπασαν κι αυτή μετά βίας πρόλαβε να φωνάξει «συγγνώμη». Έδωσε το μάθημα με «άριστα» και χοροπηδούσε βγαίνοντας. Καλοκαίρι μπροστά, βουτιές σε κάποιο νησί!

Ο Νίκος την βρήκε στην αυλή. «Γεια σου, τρένο! Τρέχεις και τώρα;», της είπε χαμογελώντας. Την έλεγε «τραίνο μου», κυρίως όταν αυτή μούτρωνε.

Κάνεις αστεία φουρφουρίσματα, δεν μπορώ να μείνω θυμωμένος!

Στο μαιευτήριο, όταν γεννούσε, ακόμα αστειευόταν.

Μη σπρώχνεις, τρένο! Τώρα κράτα!

Κάποια στιγμή σταμάτησε τα χαμόγελα. Άρχισε το παράπονο, ο θυμός. Πότε ξεκίνησε αυτό; Πότε άρχισαν να τρώγονται;

Μαμά;

Ναι, μικρή μου;

Δεν περνάτε καλά μαζί; Στεναχωρηθήκατε;

Η Όλγα χάιδεψε τα μαλλιά της κόρης της. Κατσαρά, σαν του Νίκου. Όταν ήταν έγκυος, ήλπιζε να πάρει τα μαλλιά του μπαμπά, «όχι σαν τα δικά μου τα τρία τρίχες».

Μια χαρά μαλλιά έχετε και οι δύο! της είπε κάποτε ο Νίκος.

Πράγματι, τα είχε όλα όπως τα είχε ονειρευτεί: χρυσά μαλλιά και γαλαζοπράσινα μάτια, σαν θάλασσα Αιγαίου. Πανέμορφη Βερούλα! Η Όλγα έπιασε τον εαυτό της να χαμογελά. Πώς και είχε ξεχάσει όλα τα καλά; Ο Νίκος ήταν πολύ καλός πατέρας. Για τη Βέρα ζούσε πια. Εκεί ήταν το λάθος… σκέφτηκε. Όλα γύρω από τη Βέρα, η ίδια μπήκε στη γωνία. Κι ένιωθε πλέον περιττή.

Όταν έφτανε σπίτι ο Νίκος, τη φιλούσε μηχανικά κι αμέσως πήγαινε στη Βέρα. Έπαιζε, τραγουδούσε στο αυτοκίνητο, άκουγε μόνο όσα έλεγε η Βέρα ύστερα ρωτούσε την Όλγα έξ α̉ρχής τι είχε πει. Όταν η Βέρα αρρώστησε μια φορά, εκείνη ξάγρυπνη, εκείνος εκνευρίστηκε.

Γιατί κλαις; Καλύτερη θα γίνει από τα δάκρυά σου; Πάρε τα πάνω σου, σε παρακαλώ!

Τότε ήταν που μέσα της έσπασε κάτι. Δεν σταμάτησε γιατί ανακουφίστηκε. Σταμάτησε γιατί άδειασε. Ένιωσε άχρηστη μάνα. Η Βέρα βελτιώθηκε, το αίσθημα όμως δεν έφυγε ποτέ.

Η Βέρα την κοιτούσε γεμάτη προσμονή. Άργησε να μιλήσει η Όλγα, αλλά σήμα νεότερου γύρου έπρεπε να δοθεί. Ώρα για τον μπαμπά.

Σε λίγο θα έρθω.

Η Βέρα ξεγλίστρησε και άνοιξε την πόρτα.

Μόνο μη ξανακλάψεις, ναι;

Η Όλγα δεν απάντησε. Έτεινε το βλέμμα πίσω στα περασμένα. Υπήρξαν και καλές μέρες. Οι έρωτές τους πριν το γάμο, τα μάτια του Νίκου που σκοτείνιαζαν απ αγάπη, ο πρώτος τους χορός. Τα πρώτα βήματα της Βέρας, το πρώτο της λεξιλόγιο, οι κοινές διακοπές, η αγορά του δυαριού, όταν έτρωγαν πίτσα στο πάτωμα και κοίταζαν τη μικρή να κοιμάται πάνω στο στρώμα. Ο Νίκος ονειρευόταν και δεύτερο παιδί. Αποδείχτηκε αδύνατο. Οι γιατροί καθησύχαζαν, αλλά οι δυσκολίες, τα παράπονα μεγάλωναν σαν βουνό. Σκληρές κουβέντες, ψυχρή απόσταση…

Η Όλγα άνοιξε το νερό, έπλυνε το πρόσωπό της και μονολόγησε: Φτάνει. Μπορείς να μετράς για πάντα τα καλά και τα κακά, ποτέ δεν θα τελειώσεις. Η Βέρα έχει δίκιο. Αν το κρατάς μέσα σου, δεν προχωράς. Είτε συμφιλιώνεσαι, είτε φεύγεις. Έφερε για λίγο στο νου της τη ζωή χωρίς τον Νίκο. Να μη γυρίσει σπίτι, να μη δει τη Βέρα… Ανατρίχιασε.

Η Βέρα μπήκε στην κουζίνα. Ο μπαμπάς καθόταν πίσω απ το τραπέζι, κοιτώντας το παράθυρο.

Μπαμπά;

Βερούλα; Δεν κοιμάσαι;

Είναι νωρίς ακόμη! Ανέβηκε στην αγκαλιά του. Φωνάζατε…

Συγγνώμη.

Γιατί;

Γιατί;

Γιατί φωνάζετε;

Δεν ξέρω… έτσι βγήκε.

Κι εσύ στεναχωριέσαι με τη μαμά; τον κοίταξε εξεταστικά.

Αυτό σου είπε η μαμά;

Όχι, το ξέρω.

Πώς το ξέρεις;

Όταν αγαπάτε, αγκαλιάζετε. Όταν θυμώνετε, φωνάζετε. Έτσι;

Ο Νίκος την κοίταξε έκπληκτος.

Έγινες πολύ μεγάλη!

Αυτό μου είπε και η μαμά.

Τι άλλο;

Είπε πως μας αγαπάει και τους δυο.

Ο μπαμπάς σα να άλλαξε. Έσβησαν οι αυλακιές στο μέτωπό του. Η Βέρα χαμογέλασε, κατέβηκε από την αγκαλιά του.

Θα πάω στον Λουκουμά. Φοβάται μόνος του.

Πήγαινε… είπε ο Νίκος αφηρημένος. Πότε ξεκίνησε να μαλώνει έτσι; Προσπάθησε να θυμηθεί. Μετά την γέννηση της Βέρας η Όλγα είχε απομακρυνθεί. Δικαιολογημένο, με παιδί και βάσανα. Αλλά μετά, εκείνη έγινε κρύα. Ούτε χαμόγελο, ούτε κουβέντα. Αντί για διάλογο, απόσταση. Μετά, μόνο το παιδί τους ένωνε. Στη μεγάλη τους κόντρα, είχε πει λόγια που δεν ξεχνιούνται: «Μας ενώνει μόνο η Βέρα. Χωρίς αυτή…».

Είδε την Όλγα να παγώνει, να φεύγει από το δωμάτιο αμίλητη, από τότε άλλος άνθρωπος. Όσα προσπάθησε, να της προκαλέσει κάποια αντίδραση, κατάφερε μόνο να φυτρώνουν ανάμεσά τους όλο και περισσότερα αγκάθια. Και το χειρότερο: το είχε μετανιώσει μα δεν μπορύσε να το πάρει πίσω.

Θυμήθηκε τη μαμά του να του λέει, μικρό παιδί ακόμα:

Να παίρνεις τις ευθύνες πάνω σου. Κάθε γυναίκα το εκτιμά.

Ακόμα κι αν φταίει εκείνη;

Ναι, γιατί συνήθως φταίτε και οι δύο. Άσε μία ώρα τη σύζυγο ελεύθερη, τότε θα δεις διαφορά. Και ποτέ μην ξεχάσεις πώς της φερόσουν πριν το γάμο.

Δηλαδή;

Πριν τον γάμο είναι ο κόσμος όλος σου. Μετά, γίνεται ρουτίνα. Αλλά εκείνη θυμάται τα πάντα. Να το θυμάσαι.

Ο Νίκος χαμογέλασε μελαγχολικά.

Σε ευχαριστώ, μαμά…

Έμεινε λίγο ακόμα σκεπτικός στην κουζίνα. Ακουγόταν μόνο το ποτάμι του θερμοσίφωνα και οι πνιχτοί ήχοι του σπιτιού. Ένιωσε το σπίτι άδειο ένα σπίτι χωρίς αγάπη κι ελπίδα. Ξαφνικά φοβήθηκε τη σκέψη να χάσει αυτά που ακόμα είχε.

Η Βέρα άργησε να κοιμηθεί. Αγκαλιά τον Λουκουμά, τη μαμά τυλιγμένη δίπλα της. Το πρόσωπο της Όλγας είχε ξεραθεί στα δάκρυα, τσαλακωμένο. Η Βέρα χάιδεψε τη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της. Δεν υπήρχε παλιά. Ευχήθηκε, σιγά, να είναι αύριο καλή μέρα…

Το ξυπνητήρι ήταν στη σβηστή κρεβατοκάμαρα. Το πρωί η Όλγα έκανε άλμα, κοιτάζοντας το παιδικό ρολόι-γατούλα της Βέρας. Είχαν αργήσει για τον παιδικό και τη δουλειά. Ευτυχώς σήμερα τίποτα επείγον. Άκουσε κουταλάκι να κουδουνίζει στην κουζίνα. Περίεργο, ο Νίκος εκεί ακόμα; Σηκώθηκε προσεκτικά να μην ξυπνήσει τη Βέρα, πήγε στο μπάνιο και μετά στην κουζίνα.

Ο Νίκος στεκόταν στη φωτιά, έβραζε ελληνικό καφέ. Φαινόταν ξάγρυπνος, τα μάτια κόκκινα. Ανοιχτό στο τραπέζι, ένας χοντροκομμένος τούρτα, φανερά σπιτικός, η Όλγα τον κοίταξε έκπληκτη. Είχε ψάξει, βρει μέχρι και τις μύτες του κορνέ που εκείνη είχε χάσει.

Ο Νίκος έκανε δύο βήματα μπροστά.

Συγγνώμη… σε όλα. Είμαι ο χειρότερος σύζυγος. Όλα δικό μου φταίξιμο. Και που δεν σου έδωσα σημασία, και που σε κατηγορούσα. Εσύ και η Βέρα είστε το καλύτερο μου συνέβη. Αν δεν ήσουν εσύ, ούτε η Βέρα θα υπήρχε. Ξέρω πως πολλά δεν αλλάζουν… αλλά ίσως, αν το σκεφτείς…

Η Όλγα τον κοίταξε καλά, μετά τον πλησίασε και του έκλεισε το στόμα με το χέρι.

Εφταίξαμε κι οι δυο. Θέλω να το σκεφτώ. Πολύ σοβαρά.

Για πόσο;

Ε, κάνα εφτάμηνο ακόμα.

Ο Νίκος γούρλωσε τα μάτια, μην καταλαβαίνοντας.

Τι με κοιτάς; Καλά κατάλαβες…

Η κουζίνα τίναξε ξαφνικά η Βέρα, κρατώντας αγκαλιά τον Λουκουμά και τρίβοντας τα μάτια της.

Με φιλιώσατε;

Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους χαμογελώντας.

Και γιατί τούρτα τώρα; Τρώμε τούρτα για πρωινό;

Σήμερα, όλα επιτρέπονται! ο Νίκος αγκάλιασε την Όλγα και ψιθύρισε. Σ αγαπώ. Δώσε μου ευκαιρία ξανά.

Και εσύ σ εμένα του αποκρίθηκε εκείνη. Στην κορούλα: Μα πρώτα πλύσιμο!

Τρέχω! είπε η Βέρα και κάθισε τον Λουκουμά στην καρέκλα. Δύο κομμάτια, παρακαλώ. Για μένα και τον Λουκουμά.

Οι αρκούδες δεν τρώνε τούρτα!

Τότε γι’ αυτό είμαι εγώ εδώ!

Λίγα χρόνια μετά, η Όλγα περπατούσε στο πάρκο με το καρότσι. Ο μικρός Βάγιος ξύπνησε γκρινιάρης και η Όλγα έσκυψε πάνω του, όταν δύο δυνατά χέρια την αγκάλιασαν από πίσω.

Άσε να τον πάρω λίγοο Νίκος της είπε. Περιμένουμε εσάς.

Η Όλγα χαμογέλασε κι έτρεξε στο σχολείο για τη Βέρα, τελευταίες μέρες πριν τις διακοπές. Τα εισιτήρια για την Άνδρο κλεισμένα θα έβλεπε ο μικρός τη θάλασσα πρώτη φορά. Σκέφτηκε τρία δύσκολα χρόνια, προσπάθειες συμφιλίωσης, το δίμηνο που έμεινε στη μάνα της με τη Βέρα, μετά την αποχώρηση της πεθεράς, τη γέννηση του Βάγιου, τα πρώτα του βήματα, δοντάκια, το πρώτο του „μπαμπά”. Ο Νίκος κόντευε να σκάσει από περηφάνεια.

Στη β δημοτικού, πρώτη παρέλαση, η Βέρα αγχωμένη, αλλά τα κατάφερε περίφημα.

Μαμά!

Βερούλα, πώς πήγε;

Καλύτερη απ όλες! Η κυρία Ειρήνη είπε πως με την Κατερίνα ήμασταν οι καλύτερες.

Μπράβο, χρυσό μου!

Ο μπαμπάς και ο Βάγιος;

Μας περιμένουν στο πάρκο.

Ωραία. Και ο Λουκουμάς;

Πού να πάμε χωρίς τον Λουκουμά! Είπε γελώντας η Όλγα.

Η Βέρα ανασκουμπώθηκε. Παρόλο που είχε δωρίσει στον αδελφό της το πιο αγαπημένο της παιχνίδι, της έλειπε πολύ. Αλλά με μαμά έλεγε πάντα τα πάντα.

Βλέποντας τους γονείς μπροστά της να γελάνε, να εναλλάσσουν το αδελφάκι και να μαλώνουν χαμογελαστοί για το τίποτα, η Βέρα έσκυψε στην καρότσα, ψιθυρίζοντας στον παλιό της φίλο:

Λες να είναι όλα καλά πια;

Ο Λουκουμάς την κοίταξε με τα στρογγυλά του ματάκια, σιωπηλός. Η Βέρα όμως ήξερε, πως την απάντησή της την είχε ήδη βρει.

Oceń artykuł
Μίλα μου, Ντόνατ μου