Λοιπόν, το πιστοποιητικό γάμου είναι τελικά πιο γερό από τη συγκατοίκηση; – Οι άντρες πείραζαν τη Νάντια

Λοιπόν, τελικά το χαρτί του γάμου είναι πιο ισχυρό από τη συμβίωση, ε; Κορόιδευαν οι άντρες τη Νίκη.
Εγώ δεν πάω στην επετειακή συνάντηση τριάντα χρόνων απ την αποφοίτηση, θα με πιάσει κατάθλιψη μετά.
Άσε να πάνε αυτοί που πάνε κάθε χρόνο, σ αυτούς δεν φαίνεται πώς αλλάξαν, φώναξε στο τηλέφωνο η Νίκη στη μοναδική της φίλη, την Κωνσταντίνα.
Μα πώς είσαι τώρα και φοβάσαι τόσο; απόρησε η Κωνσταντίνα.
Πριν πέντε χρόνια ειδωθήκαμε, μια χαρά ήσουν, τίποτα το τραγικό.
Πάνω πήρες πολλά κιλά ή τι;
Άσ τα αυτά, απλά δεν θέλω, μη με ζορίζεις, Κώστα!
Η Νίκη ήταν έτοιμη να κλείσει τη γραμμή, ελπίζοντας πως η φίλη της θα καταλάβαινε και θα συνέχιζε να καλεί τους υπόλοιπους.
Όμως η Κωνσταντίνα ήταν ανένδοτη.
Νίκη, έχουμε ήδη λιγοστέψει πολύ…
Τι; Πέθανε κανείς; τρόμαξε η Νίκη.
Μπορεί να μη νιώθει πια νέα, αλλά ακόμη δεν περίμενε πως θα πήγαιναν συμμαθητές σε άλλη ζωή.
Όχι, βρε παιδί μου, απλά μερικοί έφυγαν εξωτερικό.
Μόνο ο Χρήστος Λαμπρίδης έφυγε πριν εικοσιπέντε χρόνια, το θυμάσαι, το είχα πει…
Μη κάνεις πείσματα, μαζεύεται όλος ο κλάδος, τέσσερα τμήματα, στην πράξη όμως τριάντα άτομα.
Παντρεύτηκες τελικά τον γιο σου; Ε, έχεις κάθε λόγο τώρα να διασκεδάσεις και λίγο.
Η Κωνσταντίνα συνέχισε να μιλά, αλλά της Νίκης ο νους γύρισε στον Χρήστο.
Πάντα είχε μαύρους κύκλους και βαρύ βλέμμα, και οι άντρες της τάξης τον κορόιδευαν.
Κι όμως, ο Χρήστος είχε αδύναμη καρδιά.
Σπούδαζε με ζήλο, ήθελε να χτίσει μια γέφυρα με καλώδια στην πόλη του, αλλά δεν πρόλαβε τίποτα.
Κι εκείνη, η Νίκη, τι πρόλαβε;
Ερωτεύτηκε τον Πέτρο, που ήταν εργοδηγός στα έργα όπου πήγε να δουλέψει μετά το πτυχίο.
Εκείνος δούλευε με βάρδιες στην Αθήνα και μετά πήγαινε σπίτι του στη Λάρισα.
Βγήκαν καιρό μαζί, και ο Πέτρος τη φώναζε γυναίκα του μπροστά σε όλους.
Έλεγε πως ο πολιτικός γάμος είναι απόδειξη αληθινής αγάπης οι άνθρωποι μένουν μαζί όχι για το χαρτί, αλλά από αγάπη…
Όταν η Νίκη κατάλαβε πως είναι έγκυος, τυχαία ακριβώς τότε ο Πέτρος δεν επέστρεψε.
Ήταν που είχε ήδη τρία παιδιά και η γυναίκα του αρρώστησε.
Παραιτήθηκε από τη δουλειά, ούτε καν της το είπε.
Η Νίκη κατάλαβε πως δεν μπορούσε να απαιτήσει κάτι από έναν άντρα με τρία παιδιά και άρρωστη σύζυγο.
Άφησε τον κατασκευαστικό τομέα πριν καταλάβει κανείς τίποτα, αν και μερικοί άντρες αστειεύτηκαν:
Βλέπεις, ο γάμος τελικά είναι πιο σταθερός από τη συμβίωση, ε;
Αλλά πλέον δεν την ένοιαζε, βρήκε σταθερή δουλειά σε ένα μίνι μάρκετ στη γειτονιά, χάρη στη γνωριμία μιας ενοίκου της πολυκατοικίας.
Συμφώνησαν, ακόμα και έγκυος να δουλεύει δύο μέρες τη βδομάδα.
Η μητέρα της ανέλαβε να προσέχει τον γιο της, τον Δήμο, αφού η κόρη της ήταν τόσο ανίκανη και χάλασε την καλή δουλειά που είχε.
Έτσι δεν με μεγάλωσες; ούρλιαξε κάποια στιγμή στη μητέρα της η Νίκη, όταν την είχε φέρει στα όριά της.
Πίστευα πως τουλάχιστον εσύ θα γίνεις σωστή!
Έσυρα το βάρος να τελειώσεις τις σπουδές σου, και εσύ, Νικολέτα, ντροπή!
φώναζε η μάνα της.
Σαν το δέντρο, έτσι και ο καρπός.
Τι περίμενες; της πέταξε η Νίκη και μετά το μετάνιωσε…
Αγκαλιάστηκαν και κλάψανε μαζί, αλλά τι άλλαζε Έτσι, στην επανένωση των πέντε χρόνων δεν πήγε.
Εκεί θα μιλούσαν για οικογένειες, καριέρες, θα έδειχναν φωτογραφίες.
Η Νίκη καθάριζε πατώματα σε τρία μέρη: σε εισόδους πολυκατοικιών, σε ένα σχολείο και σε παιδικό σταθμό.
Τι να συζητήσει μαζί τους;
Ή μάλλον, τι θα μπορούσαν εκείνοι να πουν σε εκείνη
Για τον Δήμο θα έδινε τα πάντα, ήταν η μοναδική της χαρά.
Ιδίως όταν η μητέρα της, μόλις ο Δήμος πήγε νηπιαγωγείο, αποφάσισε πως το χρέος της το έκανε και έφυγε για το χωριό, στην αδερφή της, δηλώνοντας πως η πόλη δεν της πάει, θέλει αέρα και ησυχία.
Ύστερα από μερικά χρόνια ήρθε κι η τύχη της.
Βρήκε δουλειά μισού ωραρίου στο αντικείμενό της.
Ο Δήμος πήγαινε πια σχολείο και τα προλάβαινε όλα μόνη.
Τον έπαιρνε νωρίς το μεσημέρι, και οι άλλες μανάδες τη ζήλευαν.
Μετά άρχισε να την φλερτάρει άντρας απ τη δουλειά, αλλά του ξέκοψε αμέσως.
Είχε παιδί, και ο γιος της δεν χρειαζόταν ξένο άντρα για πατέρα.
Δεν αλλάζει ο πατέρας, μόνο μπελάδες θα έφερνε.
Η Νίκη γρήγορα διακρίθηκε στη δουλειά, και όταν μεγάλωσε ο γιος της, έπιασε ολόκληρη θέση μηχανικού, και τα έβγαζε πέρα καλά.
Όμως πάντα αισθανόταν κατώτερη· ήταν κλειστή, με ταπεινά ρούχα, τα μαλλιά αχτένιστα μετά τα σαράντα, ήδη άσπριζαν.
Πίστευε πως δεν δικαιούται καν να είναι ευτυχισμένη, αφού έζησε με παντρεμένο κι έλειψε από τρία παιδιά ο πατέρας τους.
Δεν επέτρεπε στον εαυτό της ζωηρά ρούχα, μακιγιάζ, να φαίνεται μην μπλέξει πάλι η ζωή της
Δεν πίστευε πια σε σχέσεις.
Κι όσες γυναίκες ήξερε, διαζευγμένες ήταν πλέον.
Δεν θεωρούσε τον εαυτό της καλύτερη αν όχι, χειρότερη
Ο Δήμος, προς έκπληξη όλων, βγήκε παιδί ευγνώμων.
Η θυσία της μάνας του δεν τον πίκρανε.
Περνούσε τα καλοκαίρια στο χωριό με τη γιαγιά, την κυρία Ειρήνη, και τη θεία της, βοηθούσε σε όλα.
Όργωνε, φύτευε μαζί τους πατάτες, παντζάρια, καρότα.
Πότιζε, ξεβοτάνιζε, το φθινόπωρο μαζεύαν πατάτες και βοηθούσε να βάλουν στα βάζα τουρσιά και μαρμελάδες.
Από μικρός άρπαζε το τσεκούρι, και στοίβαζε τα ξύλα.
Και πλέον η μάνα της, παραδεχόταν στη Νίκη ότι είναι μεγάλη τύχη που απέκτησαν τέτοιο εγγονό, αγαπημένο και στην ίδια και στην αδερφή της τη Λίζα…
Οπότε, τι να κάνει η Νίκη σε ένα καφέ με παλιούς συμμαθητές, τριάντα χρόνια μετά;
Όλες αυτές οι σκέψεις πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό της.
Άκουσε την Κωνσταντίνα να επιμένει:
Λοιπόν, το θυμήθηκες; Καφετέρια απέναντι απ την παλιά εστία, Παρασκευή, τρεις το μεσημέρι.
Έλα να μου κρατήσεις παρέα τουλάχιστον, μην είμαι μόνη.
Θα έρθεις;
Η φωνή της Κωνσταντίνας έσπασε ξαφνικά, κι η Νίκη, χωρίς να ξέρει γιατί, υποσχέθηκε:
Θα έρθω…
Άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και το μετάνιωσε αμέσως.
Πήγε στον καθρέφτη, πήρε το κινητό, να πάρει πίσω τη συμφωνία…
Μα το τηλέφωνο πάντα απασχολημένο και αισθανόταν αμήχανα…
Αργά το βράδυ, άνοιξε τη ντουλάπα και βρήκε το μπλε φόρεμα που της είχε αγοράσει ο γιος της στο γάμο του.
Ο Δήμος και η γυναίκα του, η Νάνσυ, την είχαν πείσει με τα χίλια ζόρια.
Η νύφη πήγε μαζί της στο εμπορικό και την έτρεχε ώρες για πρόβες.
Το φόρεμα άρεσε τελικά σε όλους, ακόμα και στη Νίκη.
Πήραν και παπούτσια, η Νάνσυ την πήγε και κομμωτήριο για βαφή και χτένισμα.
Ήταν πριν ένα χρόνο.
Ο γιος της ζει με τη γυναίκα του, είναι ευτυχισμένοι.
Πάλι είχαν φυτρώσει άσπρες τρίχες, δεν είχε λόγο να ντύνεται και να στολίζεται.
Η Νίκη ένιωθε αμήχανα να φροντίζει τον εαυτό της.
Παρόλα αυτά, έφτιαξε τα μαλλιά της, φόρεσε το μπλε φόρεμα, έβαλε λίγο κραγιόν το σκούπισε όμως αμέσως, της φάνηκε πολύ τολμηρό.
Στην καφετέρια είχε κόσμο και φασαρία όταν έφτασε.
Η Κωνσταντίνα αμέσως τη διέκρινε και της φώναξε:
Νίκη, είσαι κούκλα, τι χαρά να σε δω!
Η ίδια η Κωνσταντίνα είχε παχύνει λίγο, αλλά της ταίριαζε, την έκανε πιο νέα.
Τα είπαν στο τραπέζι, μετά κάποιος αποσπά την Κωνσταντίνα κι η Νίκη έμεινε με το χυμό της, να κοιτάζει γύρω της και ν ακούει μουσικές.
Κάποιος είχε επιλέξει τραγούδια από τα φοιτητικά τους χρόνια, τότε που ήταν γεμάτοι όνειρα για το πώς θα είναι η ζωή.
Επιτρέπετε έναν χορό; άκουσε ξαφνικά έναν γνώριμο αντρικό τόνο στη φασαρία.
Σήκωσε το κεφάλι και τον αναγνώρισε αμέσως.
Ήταν ο Λεωνίδας Σταμάτης, από το άλλο τμήμα.
Στο τρίτο έτος είχε παντρευτεί, και τότε είχε στεναχωρηθεί η Νίκη, της άρεσε.
Νίκη, πόσο ομόρφυνες.
Ήρθα πρώτη φορά στη συνάντηση και δεν γνωρίζω κανένα, μόνο εσένα αναγνώρισα.
Ο Λεωνίδας της έδωσε το χέρι κι εκείνη το πήρε, χόρεψαν μερικά τραγούδια.
Υπήρχε μια παράξενη σιωπή και στους δυο.
Ξαφνικά ο Λεωνίδας ρώτησε:
Νίκη, μπορώ να σε συνοδέψω σπίτι σου; Να πω απ την αρχή πως είμαι χωρισμένος χρόνια.
Αν όμως σε περιμένει άντρας στο σπίτι, να το ξέρεις, απλά θα σε συνοδέψω, έχει νυχτώσει
Ο Λεωνίδας τη γύρισε στο σπίτι, αλλά την επόμενη μέρα ξαναβρέθηκαν, και έπειτα δεν αποχωρίστηκαν ποτέ ξανά.
Το νυφικό και τα παπούτσια τα διάλεξε μαζί της η Νάνσυ.
Εκείνη ήδη φούσκωνε, η Νίκη ετοιμαζόταν να γίνει γιαγιά, γεμάτη αμηχανία που αυτή ήταν η νύφη!
Κάπου βαθιά της, επιτέλους, επέτρεψε να χαρεί.
Η Νάνσυ της ψιθύρισε:
Κυρία Νίκη, δεν ήξερα πόσο όμορφη είστε!
Χαίρομαι πολύ γι εσάς με τον Δήμο.
Η ευτυχία δεν έχει ηλικία σε όποια ηλικία, είναι δικαίωμά μας!
«Έχει δίκιο», σκέφτηκε η Νίκη, πιασμένη από το χέρι του Λεωνίδα στο τραπέζι του γάμου της.
«Ώρα να μου επιτρέψω κι εγώ…»
Η Νίκη συγχώρεσε τον εαυτό της και του έδωσε, επιτέλους, την άδεια να είναι ευτυχισμένη.
Γράψτε μου σχόλια, τι πιστεύετε για αυτές τις ιστορίες; Πατήστε και ένα „μου αρέσει”!

Oceń artykuł
Λοιπόν, το πιστοποιητικό γάμου είναι τελικά πιο γερό από τη συγκατοίκηση; – Οι άντρες πείραζαν τη Νάντια