Το ξύπνημα έφερε μια παράξενη ανακάλυψη: η παλιά κρεμαστή ρολόι στην είσοδο είχε παγώσει ακριβώς στα πέντε λεπτά πριν τις έξι. Η Άννα Κωνσταντίνου έσπρωξε το κουμπί, το έβαλε στο αυτί της σιωπή. «Ίσως η μπαταρία», σκεπτόταν. «Ή κάποιο σημάδι». Αλλά σημάδι για τι; Όλα όσα έπρεπε να συμβούν είχαν ήδη συμβεί. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και είχαν αποφοίσει, τριγυρίζοντας τον κόσμο σαν πουλιά. Ο σύζυγός της, ο Νίκος, ευτυχώς ήταν ζωντανός και υγιής, όμως από πέντε ημέρες έτριγυρνιζε στο εξοχικό του παλιού φίλου στη Χίο. Η μοναξιά στην οποία είχε συνηθίσει να ζει σαν παλιά φίλη, εκείνο το πρωί έμοιαζε πιο βαριά και απτή.
Έφτιαξε έναν καφέ φρεσκοκομμένο και, ενώ έτρωγε παστέλι, ταμάχησε το βλέμμα της πάνω σε ένα παλιό κουτί με καρτ-ποστόλ, που είχε βγάλει από το παλιό κεραμοπιλάρι για να κάνει λίγο χώρο. Έτραξε τυχαία ένα ξεφλουδισμένο φάκελο. Δεν ήταν κάρτα, αλλά ένα γράμμα σε λεπτό, σχεδόν παιδικό γράψιμο. «Αγαπητή Άννα! Χρόνια πολλά και» Τα κλασικά ευχές ακολούθησαν, αλλά η καρδιά της τράχηκε όταν διάβασε την υπογραφή: «Πάντα δικός σου, Σάκης».
Ο Σάκης. Σωτήρης Παπαδόπουλος. Η φλόγα της πανεπιστημιακής της εφηβείας, ο άντρας που θα της έβγαλε τα νύχια να φτάσει στο γάμο, αλλά η μοίρα πήρε το δρόμο της αλλού. Πήγε στη Λάρισα να φροντίσει τη γιαγιά του. Τα γράμματα άρχισαν να σπάνουν, μετά εξαφανίστηκαν τελείως. Η Άννα βρέθηκε με άλλο, παντρεύτηκε, αποκτήσε παιδιά. Ξεχάστηκε ο Σώφρος για τριάντα χρόνια, έγινε ψυχολογική σκιά μιας άλλης ζωής.
Τώρα, με το γράμμα στο χέρι, ένιωσε ξαφνικά έντονη λύπη. Όχι για το «τι θα μπορούσε να ήταν», γιατί η ζωή της ήταν γεμάτη ζεστασιά. Αλλά για το κομμένο νήμα που δεν είχε ποτέ ξανασκεπάσει: τι έγινε με τον Σώφρο; Υπάρχει ακόμη; Η σκέψη της φαινόταν ανόητη, σαν το πρωινό ήσυχο φως που είχε παγώσει η ρολόι.
Άφησε το γράμμα, τελείωσε τον καφέ και ξεκίνησε την καθαριότητα. Όμως η εικόνα του Σώφρου δεν έφυγε. Θυμήθηκε τις βόλτες στο Παλαιό Πάρκο του κέντρου, τα ποιήματα του Βακαλόπουλου που του έλεγαν, ενώ εκείνος φαινόταν να διαβάζει τα δικά του.
Η μέρα κυλούσε με μια ήρεμη, σχεδόν μεσογειακή, μελαγχολική διάθεση. Καθάριζε τα ράφια, σάρωνε παλιές φωτογραφίες, γράμματα, μικρές αναμνήσεις. Οι κίνδυνοι της σιωπής της ρολόις κοίταζαν αθόρυβα.
Την επόμενη μέρα αγόρασε μπαταρία και την έβαλε στη ρολόι. Οι δείκτες τράνταν και ξαναξεκίνησαν. «τικτακ», το ήρεμο ήχο γεμίσε το διάδρομο. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
Άννα; είπε μια φωνή που άφηνε την ανάμνηση των νεαρών της νυχτών. Είμαι ο Σάκης. Συγγνώμη που σε ενοχλώ χθες σε σκέφτηκα όλη μου τη μέρα. Διάλεξα τον αριθμό σου από κοινούς φίλους Μάλλον με έχετε ξεχάσει.
Κοίταξε το ρολόι, που τώρα έτρεχε ήρεμα. Δεν το είχε ξεχάσει· το είχε κρύψει σαν να κρύβει κανείς μια πολύτιμη, αλλά και άχρηστη, καρτέλα. Ήρθε για να κλείσει κάποιο κεφάλαιο, ή να το ανοίξει.
Σε θυμάμαι, Σάκη, είπε σιγανά. Χθες διάβασα ξανά το γράμμα σου.
Στο άλλο άκρο της γραμμής έπεσε ένα έκπληκτο σιγής.
Δεν μπορεί να είναι αλήθεια ψιθύρισε. Χθες βρήκα μια φωτογραφία μας στον ποταμό. Εμείς εκεί
Μίλησαν για πάνω από μια ώρα. Ζούσε τρεις ώρες μακριά, στην Πήλο, με ενήλικη κόρη και μικρό εγγόνι. Η σύζυγός του είχε πεθάνει πέντε χρόνια πριν.
Συμφώνησαν να συναντηθούν για έναν καφέ, απλώς να μιλήσουν.
Η Άννα κλείσε το τηλέφωνο, πήγε στο παράθυρο· βρέχει, η βροχή κτυπάει το κατόπιν παράθυρο σαν να ξεπλένει τη σκόνη. Δεν ήξερε τι θα ακολουθήσει. Τα ρολόι δεν είχαν ξανασταματήσει, και η ζωή της πήρε έναν αχνό, αλλά σταθερό χτύπο καινούριου χρόνου.
Δεν σχεδίασε τίποτα. Δεν φαντάστηκε τη συνάντηση, φοβόταν να μην κοροϊδέψει τον εαυτό της. Ζούσε τις επόμενες μέρες σαν να περπατούσε πάνω σε λεπτό παστέλι στην άνοιξη: σκληρό, αλλά ευαίσθητο.
Ο Νίκος επέστρεψε από τη Χίο, μαυρωμένος, μυρωμένο από ήλιο και σχάμους. Μιλούσε για ψαροντούφεκο, για το πως έστειλε τη βίλα σε κατάσταση. Η Άννα του έσφιχνε το χέρι, έβαζε χωριά σε μπισκότα, αλλά παρακολουθούσε τον Νίκο σαν να ήταν σιγμαίος.
Την ημέρα της συνάντησης φορέθηκε ένα απλό μπεζ φόρεμα, το ίδιο που ο σύζυγός της πάντα του έλεγε ότι την κομψώνει. Δεν βάριζε πολύ μακιγιάζ· μόνο λίγο eyeliner. «Γιατί;» αναρωτήθηκε. «Για να αποδείξω ότι ο χρόνος με σέβεται; ή για να το αποδείξω στον εαυτό μου;»
Η καφετέρια ήταν μικρή, ήσυχη, με φρεσκοψημένα γλυκά και παλιές ξυλόσωμες τραπέζι. Καθόταν στην γωνία, τράβηξε το χαρτί, και το βλέμμα του Σάκη βρέθηκε στα μάτια της. Δεν ήταν ο φοιτητής με τη κιθάρα, αλλά ο τρέχων άνθρωπος, με ρυάκια γεμισμένα με ρυτίδες.
Άννα, είπε με φωνή που τρεμοπαίζει.
Σώτη, απάντησε, κάθοντας απέναντι, με τα πόδια να τρέμουν λίγο.
Οι πρώτες λέξεις ήταν φλυαριστές, για τον καιρό, το κίνηση, πόσο άλλαξε η Αθήνα. Ο Σώτης παραδέχτηκε πως έφτασε ντροπαλός, αλλά η ατμόσφαιρα άρχισε να λιώνει.
Στη συνέχεια έτρεξαν τα αναμνήσεις, αρχικά αργά, σαν νερό που δοκιμάζει. Τότε γέλια για αστείες στιγμές του φοιτητικού χρόνου. Θυμήθηκαν τον δάσκαλο ποσοσυμμετρίας που τους φοβόταν, τότε τα βράδια που περιπλανιόνταν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Καθώς τελείωσαν τα φλιτζάνια, ήρθε η παύση.
Μετάνιωσα πολύ, είπε ο Σώτης χωρίς να τη κοιτάσει, γυρίζοντας το πινέλο του. Ότι δεν σε πήρα μαζί μου. Πίστεψα πως δίνω χρόνο, αλλά ο χρόνος δεν ήταν στο πλευρό μας.
Η Άννα παρέμεινε ήσυχη. Τι να πει; Θα έλεγε ότι και εκείνη μετάνιωθε; Αυτό δεν ήταν αλήθεια. Η ζωή της είχε ανθίσει με τον Νίκο, τα παιδιά, τις χαρές και τις λύπες. Να λυπάσαι για αυτό, σημαίνει να προδίδεις ό,τι είχε δημιουργηθεί.
Μην το λες, Σάκη, ψιθυρίσες. Όλα ήταν σωστά. Ήμασταν νέοι και ανόητοι. Αν είχαμε πιέσει τότε, πιθανόν θα φταίναμε σε μισοσκόρπισμα. Θα ήσουν εσείς ο κλέφτης της ζωής μου στην Αθήνα, εγώ η βάρος σου με τη γιαγιά.
Το βλέμμα του Σώτη γέμισε έκπληξη και λυπημένη καθαρότητα.
Το νομίζεις έτσι;
Είμαι σίγουρη. Ιδανικοποιήσαμε το παρελθόν, Σώτη. Αγαπήσαμε όχι ο ένας τον άλλο, αλλά τις αναμνήσεις που δεν υπάρχουν πια.
Καθίστηκε πίσω, πήρε μια βαθιά ανάσα, ανάμειξη ανακούφισης και απογοήτευσης.
Πάντα ήσουν πιο σοφή. Ήρθα εδώ με ελπίδα σε θαύμα. Να δούμε αν ο χρόνος θα κάνει μαγικά.
Ο χρόνος δεν φεύγει, απάντησε η Άννα με ένα ήπιο χαμόγελο. Απλώς είναι. Είχαμε τον δικό μας χρόνο. Ήταν ωραίο. Αλλά τώρα είναι κάτι άλλο.
Βγήκαν από το καφενείο μαζί. Ένιωσε το χέρι του Σώτη να τρέχει στο αυτοκίνητό της.
Ευχαριστώ που ήρθες, είπε. Για την ειλικρική σου.
Ευχαριστώ που το βρήκες, απάντησε. Ήταν σημαντικό για μένα.
Έβαλε το χέρι του στο χέρι της, το έπιασε, ζεστό, σκληρό, πραγματικό, και το άφησε να φύγει.
Καθώς οδηγούσε στο σπίτι, τα βλέμματα στους δρόμους της Αθήνας που γνώριζε από τη νεαρή της ηλικία, ένιωθε κάτι διαφορετικό: τίποτα δεν άλλαξε, και ταυτόχρονα όλα άλλαξαν. Δεν ένιωθε λύπη, ούτε κενότητα· μόνο μια ήρεμη, καθαρή σιγή μέσα της, σαν το δωμάτιο μετά από έναν μεγάλο διάλογο, όταν όλα έχουν ειπωθεί και η ψυχή αναπνέει ελαφρά.
Στο σπίτι, ο Νίκος παρακολουθούσε ποδοσφαιρικό αγώνα. Στην εμφάνιση της, έκασε τη φωνή.
Πώς πάει; ρώτησε απλά, χωρίς «πού ήσουν», χωρίς «με ποιον». Ήξερε τι της έλεγε προχθές: ότι θα συναντιόταν με έναν πρώην συμφοιτητή.
Τίποτα, απάντησε. Μιλήσαμε.
Είναι καλός; ρώτησε, και στα μάτια του δεν υπήρχε ζήλεια, μόνο ενδιαφέρον.
Καλός, έπνευσε. Αλλά ξένος.
Πήγε στην κουζίνα να βάλει το τσαγιέρα. Το βλέμμα της προσέκοψα στο βάζο με λουλούδια λουλούδια του λουλουδιού που ο Νίκος είχε φέρει από το κήπο. Άγγιξε τα δροσερά, νωπά πέταλα.
Ο Νίκος την αγκάλιασε από πίσω, τοποθέτησε το πηγούνι του πάνω στο κεφάλι της.
Σ’ αγαπώ, είπε όπως λέει κάποιος που αποκαλύπτει καιρό που θα βρέξει.
Το ξέρω, αποκρίθηκε, κλείνοντας τα μάτια. Επίσης.
Κατάληξε πως η παύση της ρολόις δεν ήθελε να φέρει το παρελθόν πίσω, αλλά να την ενώσει με το παρόν. Ό,τι είχε συμβεί ήταν απαραίτητο. Ό,τι υπάρχει τώρα, είναι το μοναδικό σωστό σημείο στο σύμπαν.
Τα ρολόις συνέχισαν, ήσυχα, ακριβώς, όπως πρέπει.





